Λύπη/Λείπει

Βύθισε τα πόδια της στην άμμο. Η αίσθηση ήταν ανακουφιστική.

Όχι ότι η άμμος ή η εικόνα της θάλασσας ή οτιδήποτε άλλο μπορούσε να απαλύνει τον πόνο της αυτή τη στιγμή. Αλλά και πάλι.

Τουλάχιστον την έκανε να νιώσει για μερικά δευτερόλεπτα ζωντανή. Ή μάλλον μη νεκρή. Που δεν είναι ακριβώς το ίδιο.

Εκείνος ήταν νεκρός.

Έτσι απλά και περιεκτικά αυτές οι τρεις λέξεις περιέγραφαν αυτό που είχε συμβεί στον έρωτα της ζωής της.

Το παιδικό του χαμόγελο. Εκείνη δε θα το ξαναφιλούσε ποτέ. Το ζεστό του βλέμμα. Εκείνη δε θα το ξανασυναντούσε ποτέ. Η καθησυχαστική του αγκαλιά. Εκείνη δε θα την ξαναείχε ποτέ.

Άρχισε να περπατάει κατά μήκος της παραλίας παρόλο που τα μάτια της είχαν θολώσει και δεν έβλεπε μπροστά της. Τύλιξε το φουλάρι της πιο σφιχτά γύρω απ’ τους ώμους και αφέθηκε: τρεμάμενα φιλιά, ένα κλείσιμο ματιού, δάχτυλα που γαργαλάνε μέχρι αηδίας, ένα κτητικό τράβηγμα από τη μέση, μεθυσμένες καληνύχτες, υποσχόμενες καλημέρες, ζηλιάρικες κραυγές, ανεκπλήρωτα αντίο, βουρκωμένα σ’αγαπώ.

Ήδη της έλειπαν όλα. Και θα τής έλειπαν ακόμα περισσότερο.

Χωρίς προειδοποίηση ένας αφόρητος πόνος την διαπέρασε και την ανάγκασε να καθίσει στην άμμο. Η σκηνή του ατυχήματος ξαναήρθε βίαια στο νου της: εκείνη να κάνει ανέμελα τσιχλόφουσκες, εκείνος να τη μαλώνει που δε φόρεσε τη ζώνη της αν και ο ίδιος το παρέλειψε, εκείνη να δυναμώνει την ένταση μόλις ακούγεται στο ράδιο το Same Mistake του James Blunt, εκείνος να προσπαθεί να συγκεντρωθεί στο δρόμο αλλά να θέλει τόσο να τη φιλήσει, εκείνη να τραγουδάει φάλτσα, εκείνος να μη μπορεί πια να αντισταθεί.

Πεταχτό φιλί στο στόμα. Μερικά δευτερόλεπτα ευτυχίας. Φώτα. Θόρυβος. Τζάμι που σπάει. Μπαμ. Κενό.

Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Σταγόνες κρύου ιδρώτα έτρεχαν από το μέτωπό της. Βρισκόταν στο κρεβάτι της. Στο κομοδίνο στα δεξιά της το ρολόι έδειχνε 04:17. Στα αριστερά της η αντρική φιγούρα που τόσο αγαπούσε ανάσαινε βαριά.

Και ο εφιάλτης εξατμίστηκε.

 




No related posts.