Εκείνη και η Άλλη

Έφυγε.

Έφυγε.

Επιτέλους.

Γιατί;

Λένε πως όταν αγαπάς κάτι πρέπει να το αφήσεις ελεύθερο για να δεις αν θα γυρίσει πίσω σε σένα. Αν, όμως, μισείς κάτι, τι κάνεις; Εφαρμόζεις το ανάποδο, κρατώντας το κοντά σου για να δεις αν θα φύγει ποτέ από μόνο του;

 

 

Άκουσα πως δε μπορείς να πεθάνεις από έρωτα. Από την έλλειψή του, όμως, μπορείς, έτσι; Αλλιώς, εγώ γιατί νιώθω ήδη νεκρή;

 

 

 

 

 

 

Κανονικά θα έπρεπε να υποκριθώ ότι δεν είναι ανακούφιση αλλά πόνος αυτό που με πνίγει. Θα έπρεπε να αγοράσω τσιγάρα, να καταναλώσω μεγάλη ποσότητα αλκοόλ ή έστω να δακρύσω λιγάκι. Θα έπρεπε να δείξω ότι με νοιάζει ενώ αυτό που πραγματικά θέλω να κάνω είναι να βάλω τα γέλια. Δυνατά.

 

 

 

 

Τι είναι αυτό; Ανατριχιαστικός θόρυβος. Ακούγεται από κάπου κοντά μου. Σαν γρατζούνισμα πάνω σε μαυροπίνακα. Σαν δαιμονισμένη κραυγή. Σαν σπαραχτικός ψίθυρος. Ανοίγω τα μάτια. Εγώ κάνω τον θόρυβο. Δική μου η φωνή. Τα χέρια μου τρέμουν, το κεφάλι μου βουίζει, τα πόδια μου έχουν λεπτές κόκκινες λωρίδες. Έλα να με φροντίσεις, σε χρειάζομαι.

 

 

 

 

Ήταν τόσο διασκεδαστικό. Να σε κοιτάζω που φεύγεις, εννοώ. Ένιωσα την ανάγκη να στο πω αλλά δεν ήθελα να σου διαλύσω την ψευδαίσθηση ότι με πληγώνεις. Αφού πάντα αυτή ήταν η εμμονή σου: να πληγώνεις τους άλλους. Ήθελα να σ’ αφήσω να το πιστέψεις για τελευταία φορά. Είχες ύφος ενοχικό αλλά μπορούσα να διακρίνω ότι ένα κομμάτι του εαυτού σου το απολάμβανε όλο αυτό. Να νομίζεις ότι ήταν δική σου επιλογή όλο αυτό, εννοώ. Αυτάρεσκος. Δεν ήθελα να στο χαλάσω.

 

 

Από τη στιγμή που πήρες το σάκο στο δεξί σου χέρι και μετά, έπαψα να προσέχω τι λες. Άκουγα σκόρπιες λέξεις, ασύνδετες μεταξύ τους. Πού πας; Δεν ήθελα να καταλάβω. Δεν καταλαβαίνω. Δεν θέλω να καταλάβω. Δε σε μισώ, ψέματα είπα. Ψέματα, ψέματα, ψέματα. Για να σε πληγώσω. Όπως εσύ εμένα. Δε μπορώ να δω που ανοίγεις την πόρτα. Δεν το χα προσέξει ποτέ αλλά το ξέρεις ότι αν ακουμπήσεις το αυτί σου στο ξύλινο πάτωμα, τα βήματα ακούγονται πιο δυνατά; Σαν κάτι κακό να πλησιάζει ή να απομακρύνεται. Έχει θολώσει το βλέμμα μου γι΄ αυτό δε σε κοιτάζω. Έχει παγώσει το αίμα μου γι΄ αυτό δεν ανασαίνω. Έχει μουδιάσει το μέσα μου γι’ αυτό δε βγάζω άχνα.

Εγώ από την αρχή ήξερα. Και δε μ’ ενδιέφερε. Καθόλου. Εκείνη λυπάμαι που πληγώθηκε τόσο.

Αναφέρεις κάτι για «αυτή». Δεν ξέρεις τι λες. Μη μιλάς, σταμάτα. Δεν λυπάμαι αυτή αλλά εμένα.

Μέσα στο άδειο σπίτι, τι ικανοποιητική η σιωπή, τι καθησυχαστική η απουσία σου.

Μέσα στο άδειο σπίτι, τι αφόρητη η σιωπή, με στοιχειώνει η απουσία σου.

Έφυγε.

Έφυγε.

Επιτέλους.

Γιατί;

ΥΓ1: Ευχαριστώ την Πελαγία για τη φωτογράφιση στο προηγούμενο τεύχος.

ΥΓ2: Ευχαριστώ τη Δήμητρα και τη Λία για τις παραπάνω φωτογραφίες. 

No related posts.