Φεστιβάλ Τρόμου: Across the River

Επισκόπηση

Σκηνοθέτης: Lorenzo Bianchini, ηθοποιοί Renzo Gariup, Marco Marchese, Lidia Zabrieszach

Υπάρχει κάτι βαθιά αρρωστημένο στη διαστρέβλωση της ανθρώπινης αθωότητας, όπως αυτή διεκπεραιώνεται μέσω της παρουσίασης παιδιών και ανηλίκων ως φιγούρων που εμπνέουν αηδία, λύπηση ή/και τρόμο. Είναι η αδυναμία του θεατή να συνταιριάξει την εικόνα ενός άσπιλου, αμόλυντου παιδιού με αυτό μιας βασανισμένης ύπαρξης που καθιστά τη σκηνοθετική αυτή τεχνική τόσο πετυχημένη και πολυχρησιμοποιημένη. Προσθέστε τώρα ομιχλιασμένα τοπία, στοιχειωτική μουσική υπόκρουση και νυχτερινή λήψη πλάνων και θα έχετε στα χέρια σας μια αρκετά αξιόλογη ταινία τρόμου.

Ως φυσιοδίφης και μελετητής της άγριας πανίδας, ο Marco ερευνά με πάθος τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των ζώων, παγιδεύοντας και τοποθετώντας κάμερες νυχτερινής λήψεως σε ορισμένα από αυτά για να είναι σε θέση να παρακολουθήσει την συμπεριφορά τους. Όταν μια αλεπού καταλήξει στις παρυφές ενός παλιού εγκαταλελειμμένου χωριού, αυτός θα σπεύσει εκεί με το τροχόσπιτο του για να ερευνήσει τον χώρο. Διασχίζει λοιπόν το ποτάμι που αρχίζει να ξεχειλίζει από τις βροχές και καταφθάνει στα περίχωρα μιας συστάδας γκρίζων, σπασμένων σπιτιών. Στο σημείο αυτό ξεκινά η διαμάχη του Marco, όχι μόνο με τα στοιχεία της φύσης, άλλα και με έναν υπερφυσικό τρόμο που κρύβεται μέσα στους οικισμούς και ενσαρκώνεται σε δύο αδελφές με λευκά μαλλιά.

Το εν λόγω έργο διανύει το πρώτο του μισό, βυθίζοντας σταδιακά και αργά τον θεατή στον κόσμο του, προσφέροντας καλοζυγισμένες ποσότητες αφύσικων λεπτομερειών ανακατεμένες με σκηνές περιπλάνησης και εξερεύνησης. Χρησιμοποιώντας τη νυχτερινή λήψη, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να θεμελιώσει μια ατμόσφαιρα αμηχανίας και συνεχούς απειλής, ακόμη και όταν παρουσιάζει κάποιους αγριόχοιρους να γευματίζουν. Τα εξωτερικά πλάνα και η γενικότερη εικόνα και σκιαγράφηση της φύσης αιχμαλωτίζεται υπέροχα, με τα ομιχλιασμένα βουνά και τα δέντρα που δακρύζουν το βρόχινο νερό στο επίκεντρο της προσοχής. Σε αρμονία με τα χλοερά δάση βρίσκεται το σύμπλεγμα των εγκαταλελειμμένων σπιτιών, τα οποία αποπνέουν την αύρα της παραμέλησης και ανθρώπινης αποστροφής με περίσσεια ευκολία.

Το στοιχείο του νερού φαίνεται να διαθέτει ιδιαίτερη σημασία στο έργο του Bianchini, από τη βροχή και το ποτάμι μέχρι την παρουσία των αλαφροΐσκιωτων αδελφών, οι οποίες εμφανίζονται συχνά μουσκεμένες. Είναι σαν η περιοχή πέρα από το ποτάμι να είναι μαρκαρισμένη από αυτές και να τους ανήκει ολότελα, ένα δικό τους καταφύγιο. Τεράστιο τμήμα της ταινίας βασίζεται στα ηχητικά εφέ και τη μουσική του, με την τελευταία να υιοθετεί τόνους νανουρισμάτων, μελωδίες από μουσικά κουτιά, γυναικείες χορωδίες και τις απαραίτητα εκκωφαντικές νότες πνευστών οργάνων. Με εξαίρεση λίγα ξεστρατίσματα διαλόγου, την ταινία μονοπωλεί ο μονόλογος, ωστόσο ακόμη και αυτός δίνει τη θέση του στη σιωπή και τους ήχους της φύσης. Υπάρχουν πολλά μπερδεμένα στοιχεία στην πλοκή ενώ ο θεατής θα υποχρεωθεί σε λογικά άλματα ή απλώς υποθέσεις για να κατανοήσει πλήρως τα τεκταινόμενα. Η ολοκληρωμένη εικόνα όμως παραμένει ικανοποιητική.

Αυτό που καταφέρνει τελικά ο Ιταλός Bianchini είναι να εξιστορήσει μια ακόμη ιστορία φαντασμάτων, δίνοντας όμως έμφαση σε στοιχεία ποιοτικού τρόμου, πλάθοντας ένα κλειστοφοβικό και άκρως ατμοσφαιρικό horror film.

No related posts.