Πόση άμμος να χωρέσει σε μια κλεψύδρα;

Ο δρόμος στον οποίο επέλεξαν να βαδίσουν τα ελληνικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τα τελευταία τρία χρόνια μοιραία και ίσως αναπάντεχα τα έχει οδηγήσει στο περιθώριο των εξελίξεων.

Είτε καταστατικά, είτε δεοντολογικά, είτε κυρίως συνταγματικά ο ρόλος τους έχει μεταβληθεί από πρωταγωνιστικό – τα προηγούμενα χρόνια – σε ρόλο κομπάρσου και επίτιμου καλεσμένου. Εν έτει 2014 με τη χώρα βυθισμένη όσο ποτέ άλλοτε μεταπολιτευτικά στην ανεργία και την ύφεση, με μεγάλη μας λύπη παρατηρούμε την μετάλλαξη τους σε διαύλους επικοινωνίας μεταξύ της Τρόϊκα και του Υπουργείου Οικονομικών. Το πλέον όμως ψυχοφθόρο χαρακτηριστικό τους είναι η παύση της παραγωγής και μετάδοσης ειδήσεων. Αυτό που σήμερα όλοι μας βιώνουμε είναι, δυστυχώς, το τέλος της κοινωνικής δημοσιογραφίας.

Τα Μ.Μ.Ε, εφημερίδες, τηλεοπτικά κυρίως αλλά και ραδιοτηλεοπτικά, δεν χαράσσουν πλέον ούτε και υπαγορεύουν την πολιτική και κοινωνική ατζέντα αλλά απλώς κοινοποιούν την εφαρμοζόμενη πολιτική, η οποία αποφασίζεται χωρίς τη μεσολάβηση τους. Πολιτική όμως χωρίς τη μεσολάβηση των Μ.Μ.Ε, των μεσολαβητών δηλαδή της φωνής και της βούλησης των πολιτών, είναι μια ευθεία και άμεση παραβίαση του κοινωνικού συμβολαίου που υπογράφεται κάθε φορά που δίδεται μέσω των εκλογών η εντολή στους κυβερνώντες να αντιπροσωπεύσουν τους πολίτες στα κέντρα των αποφάσεων.

Το φαινόμενο της αποστασιοποίησης των Μ.Μ.Ε από τις ευθύνες που τους αναλογούν, λόγω της διαχρονικής τους διαπλοκής με το πολιτικό σύστημα διαμέσου της γενικής πρακτικής της μη κριτικής σε όσα συμβαίνουν, είναι άλλο ένα δείγμα γραφής της συντεχνιακής αντιμετώπισης της καθημερινότητας και αν μη τι άλλο, μια πρώτης τάξεως υποχώρηση της Δημοκρατίας έναντι του ιδιωτικού ανταγωνισμού.

Από τη μεταπολίτευση έως σήμερα έχει κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι της κοινωνικοποίησης της εφαρμοζόμενης πολιτικής, με τα Μ.Μ.Ε να πρωταγωνιστούν στην παραγόμενη συλλογική ευθύνη για όσα σήμερα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Ακόμη και έτσι όμως υπήρξαν δείγματα παρέμβασης των Μέσων υπέρ των πολιτών και της κοινωνικής ειρήνης. Σε κάποιες περιπτώσεις, δυστυχώς με το αζημίωτο, όχι όμως σε όλες. Από αυτό όμως το σημείο μέχρι το σημείο του να ενημερώνεται ο έλληνας πολίτης για την πραγματική οικονομική κατάσταση της χώρας, στην οποία κατοικεί, από Αμερικανικά, Βρετανικά, Γαλλικά και κυρίως Γερμανικά περιοδικά, εφημερίδες και αλλοδαπούς πολιτικούς συντάκτες και σχολιαστές μεσολαβεί μεγάλη απόσταση, την οποία τα Μ.Μ.Ε δεν μπόρεσαν ή μάλλον δεν επέλεξαν να διανύσουν. Δύο τα ενδεχόμενα ως συνήθως: Είτε γνώριζαν την αλήθεια και τη συγκάλυψαν είτε δεν γνώριζαν και τίθεται ζήτημα νομιμοποίησης τους από το πολιτικό σύστημα ως προς το λόγο ύπαρξης τους.

Η διαχρονική τους σύνδεση για λόγους είτε κερδοφορίας είτε επιβίωσης με τα πολιτικά κόμματα, κυρίως τα κυβερνητικά, ακολούθησε το νόμο της αγοράς. Όσο τα εν λόγω κόμματα διαδραμάτιζαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην οικονομία και την κοινωνία τα ακολούθησαν και τα υπερασπίστηκαν μέχρι ευτελισμού και απαξίωσης. Όταν όμως ο ρόλος τους αποδυναμώθηκε ή καταργήθηκε επέλεξαν την αποσύνδεση τους από κάθε ευθύνη, κοινωνική, ιστορική ή και ποινική ακόμη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, τα Μ.Μ.Ε ασκούσαν ένα έστω τυπικό έλεγχο στη λειτουργία των κομμάτων λόγω της σχέσης των πολιτικών με την κοινωνία, όπως αυτή εκφραζόταν και αποτυπωνόταν στις κάλπες. Αντιμετώπιζαν την κοινωνία και τους ψηφοφόρους των κυβερνητικών και όχι μόνο κομμάτων ως το βασικό μοχλό νομιμοποίησής τους και αυτή ήταν και η πλέον ουσιαστική σχέση που επέλεγαν να έχουν με το πολιτικό σύστημα πέρα από την κάθε τύπου οικονομική συναλλαγή. Χωρίς όμως κοινωνική στήριξη και νομιμοποίηση τα κόμματα τους ήταν άχρηστα! Εξαιρουμένου βεβαίως του κυβερνητικού κόμματος.

Σήμερα όμως που το πολιτικό σύστημα απώλεσε σε μεγάλο βαθμό το κοινωνικό και εκλογικό του αντίκρισμα προσδένονται με μανία στο άρμα της Τρόϊκα που κάνει πλέον κουμάντο. Γίνονται κοινωνοί της νέας πολιτικής ηθικής που σαν άσπιλος παρθένος και αφελής τιμωρός ανταποδίδει τα ίσα στους εμπνευστές της εθνικής μας τραγωδίας, τους έλληνες πολίτες. Όσο για συνυπευθυνότητα ούτε λόγος!

Είναι βέβαιο πως θα υπάρξουν και φωνές που θα πουν πως ίσως αυτή η τροπή να οδηγήσει σε νέες μορφές κοινωνικής συναίνεσης και διαμεσολάβησης, νέες σχέσεις μεταξύ των πολιτών με το πολιτικό σύστημα και τους εκπροσώπους του. Νέα κοινωνική και πολιτική ατζέντα θα αναδειχθεί μέσω της αναγκαιότητας των καιρών που περισσότερο από κάθε πολιτική και οικονομική παράμετρο υπαγορεύει τις νέες συνθήκες. Όσο βέβαια για το αν μια τέτοια εξέλιξη μπορεί σε βάθος χρόνου να αποβεί σε όφελος της κοινωνίας λόγω της απαξίωσης, πρόσκαιρης ή μη, του υπάρχοντος πολιτικού και μιντιακού συστήματος… είναι κάτι που μένει να το δούμε.

Υπάρχει όμως ένα καίριο ερώτημα που δε με αφήνει να ησυχάσω τελευταία. Πόσο χρόνο έχουμε αλήθεια στη διάθεση μας;

No related posts.