Στην υγειά του γραφιά…

Επειδή οι πρόλογοί μου ή θα βγαίνουν λυκειακοί ή συνειρμικοί στα όρια του σουρεάλ, θα μπώ κατευθείαν στο ψητό -σα δε ντρέπομαι, έχουμε και σαρακοστή- με μία παράγραφο από προηγούμενο άρθρο μου: «Το ‘ό,τι δηλώσεις είσαι’ πέθανε. Ναι, πέθανε, μαζί με τα όνειρά σας για σύνταξη και εφάπαξ, πέθανε με τα δικά μας για βασικό μισθό, και μαζί με εκείνη τη γειτόνισσα που μονίμως άπλωνε ρούχα πάνω από το διαμέρισμά μου, και μου ‘κανε τη βεράντα ωκεανό. Η εποχή που ο κάθε ανεπάγγελτος με έφεση στη μπουρδολογία και το ‘ωραία τα λες’ έβγαζε ένα εργαστήρι της κακιάς πυρκαγιάς, έχει περάσει ανεπιστρεπτί.»

Όπερ σημαίνει what; Ότι οι επαγγελματίες γραφιάδες, είναι επαγγελματίες του τίτλου κι όχι επαγγελματίες του αέρα. Βγάζουν ένα πανεπιστήμιο, κάνουν εξτρά μαθήματα, έχουν τριβή με πολλές μορφές γραφής μέχρι να καταλήξουν ποιο ύφος τους ταιριάζει, περνάνε από πολλά μέρη, για να καταλήξουν να γράφουν αυτό που, ο μέσος πιθηκέλληνας θεωρεί εύκολο και «σιγά, κ’ η θειά μου ξέρει να γράψει..»

Ναι δε λέω, η σωστή κι επαγγελματική γραφή είναι μια σύνθετη συνάρτηση: απαιτεί ταλέντο, φαντασία, μόρφωση και πληθώρα βιωμάτων. Χωρίς το συνδυασμό των προαναφερθέντων παραγόντων, μπορεί να καταλήξεις σ’ ένα μέτριο αποτέλεσμα, ή έστω ανεκτό. Δε γεννήθηκαν όλοι οι άνθρωποι για να πάρουν Pulitzer, αλλά ανάμεσα σ’ αυτό και στο χάος υπάρχει απροσμέτρητη απόσταση.

Το πρόβλημα ποιο είναι; Ότι η δουλειά μας δεν έχει επαγγελματικό καθεστώς και δεν  προστατεύεται από καμία θεσμοθετημένη οριοθέτηση, είναι λογικό κι επόμενο να λεηλατείται από τους αστοιχείωτους που εφαρμόζουν το κλασσικό «δώσε θάρρος στο χωριάτη να σ’ ανέβει στο κρεβάτι». Φυσικά, η δημοτική έχει προνοήσει για το χαρακτηρισμό της υπάρχουσας κατάστασης: «μπάτε σκύλοι αλέστε».

Δεν είναι όμως τόσο απλό θέμα η γραφή, ειδικά όταν δεν εξαντλείται σε άρθρα ειδησεογραφικής φύσεως και τύπου «το ΙΧ βρέθηκε στο 21ο χλμ. Αθηνών-Λαμίας». Η γραφή είναι αρκετά πιο σύνθετη δραστηριότητα, είναι κομμάτι από το πετσί του γράφοντος, είναι σάρκα και οστά. Ζωντανό δημιούργημα, που άπαξ και φύγει από τα χαρτιά και τη φαντασία, αποκτά δική του υπόσταση και πνοή.

Αυτή η νεοελληνίστικη αντίληψη για τη γραφή έφερε νέα ήθη στο χώρο της έντυπης δημοσιογραφίας, που ούσα ήδη διαβρωμένη λόγω πολιτικών διασυνδέσεων και προσωποπαγών μέσων, δεν ήθελε πολύ για ν’ απογίνει. Τι σημαίνει αυτό? Οι μεγάλες εφημερίδες και τα γνωστά περιοδικά κατά πλειοψηφία είναι γκέτο απλησίαστο, αν δεν έχει κανείς ένα βύσμα -της ξαδέρφης του κουμπάρου του μπατζανάκη του- ή κομματική ταυτότητα, ενώ τα πιο μικρά ψαράκια απαιτούν διαφημιζόμενους, για να σε βάλουν στις στήλες τους.

Δηλαδή, αν δεν έχεις βύσμα ή έστω για χορηγό το «σουβλατζίδικο ο Χρήστος» δεν έχεις και ελπίδα, μιας και -ανεξαρτήτως προσόντων- στα μέσα συμβαίνει ό,τι και στην πολιτική: Έπιασες την καρέκλα? Δε σε κουνάει κανείς, ο κόσμος να χαλάσει.

Ας γυρίσει, λοιπόν, κάποιος να μας πει ότι είμαστε δειλοί που φεύγουμε από την Ελλάδα για να βρούμε μια δουλειά στο χώρο που σπουδάζουμε κι έχουμε και το θράσος να θέλουμε δουλέψουμε, και η απάντηση που θα του δώσω θα είναι κάθε άλλο παρά ψύχραιμη. Ή αυτό ή αλλιώς… θα τον εκάμω πέντε παράδες… (που λένε στη Ρόδο)!

No related posts.