«Πρόβα Νυφικού»: Μια παράσταση ανάξια του μεγέθους του Εθνικού Θεάτρου

Η διασκευή του γνωστού μυθιστορήματος της Ντόρας Γιαννακοπούλου ανέβηκε – τελικώς – μετά από πλείστα «εσωτερικά» προβλήματα – γνωστά από τηλεοράσεως και εφημερίδων –στη σκηνή «Μαρίκα Κοτοπούλη» από τις 22 Φεβρουαρίου… με σκηνοθέτη τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, Σωτήρη Χατζάκη, αφήνοντας άναυδους τους θεατές που περίμεναν – αν μη τι αλλο – να δουν μια παράσταση αντάξια του ονόματος του Εθνικού Θεάτρου.

Η παράσταση βασίζεται στο best seller της συγγραφέως, το οποίο είχε μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία στη μικρή οθόνη από τον Κώστα Κουτσομύτη, παλαιότερα. Στην παρούσα διασκευή του, οι ιθύνοντες επέλεξαν να «μεταγράψουν» με τρόπο που ταιριάζει μάλλον σε σαπουνόπερα, την ήδη γνωστή και χιλιοειπωμένη ιστορία μιας νεαρής καλλονής επαρχιώτισσας, η οποία λίγο πριν το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, παντρεύεται έναν προικοθήρα γόη με αμαρτωλό παρελθόν και ακόμα πιο επαίσχυντο μέλλον, εν αγνοία της, μιας και η οικογένεια και ο περίγυρος – που κατά τα άλλα νοιάζονταν για την ευτυχία της – δεν τις αποκάλυψαν τα ένοχα μυστικά ενώ οι κοινωνικές συμβάσεις δεν της επέτρεψαν την υπαναχώρηση.

Ο θεατής ανυποψίαστος πηγαίνει να δει μια ιστορία, δίχως να περιμένει την ανατροπή, αφού γνωριζει το τέλος. Το ενδιαφέρον του κεντρίζει το όνομα του «Εθνικού Θεάτρου», κάποια ηχηρά ονόματα στη διανομή, η ιδέα της μεταφοράς του μυθιστορήματος στο θέατρο και φυσικά… η διαφήμιση που έχει γίνει παντού. Η απογοήτευση όμως δεν αργεί να έρθει και να επιβεβαιώσει το κοινώς λεγόμενον: «όπου ακούς πολλά κεράσια, κράτα και μικρό καλάθι !»

Αταίριαστη διανομή, άνευρες ερμηνείες, σκηνικά αδιάφορα και κουστούμια μέτρια, μουσική εποχής και βλέμμα «εθνικό», συμβολισμοί απροσδιόριστοι και σκηνές – «φωτογραφίες», περίεργη διακωμώδιση χαρακτήρων και… μια γεύση πικρίας. Δεν είναι που το μυθιστόρημα «ανέβηκε» μάλλον χωρίς στόχο, δεν είναι που το θέμα είναι γνωστό, δεν είναι που τα σκηνικά και τα κουστούμια δεν τραβούν την προσοχή… είναι που γίνεται πολύς λόγος για το τίποτα. Γιατί πραγματικά… οι ερμηνείες ήταν ένα τίποτα, αν εξαιρέσει κανείς την κλασσική Θέμις Μπαζάκα αλλά και την νέα και ταλαντούχα Δανάη Σκιάδη που ξεχώριζαν από το σύνολο και κρατούσαν τα μάτια του θεατή για μερικά λεπτά μακριά από το καντράν του ρολογιού του. Φυσικά όμως… ένα – δύο κούκοι δεν φέρνουν την Άνοιξη…

Κάποτε πρέπει να γίνει αντιληπτό από όλους τους ενδιαφερόμενους περί τα θεατρικά δρώμενα πως δεν παίζει ρόλο το «μεγάλο» όνομα, το «δυνατό» σενάριο»,  η «πλούσια» παραγωγή και η «ευρεία» διαφήμιση αλλά… αυτό το κάτι στην ερμηνεία (το κρισιμότερο όλων σε μια θεατρική παράσταση) που θα κάνει το θεατή να ζήσει μαζί με τον ηθοποιό στην εποχή του έργου, να εμβυθήσει και τελικώς, να βιώσει τη μέθεξη…

No related posts.