«Will Grayson, Will Grayson» – Το taboo του συναισθηματισμού

Το απόσπασμα που ακολουθεί προέρχεται από το βιβλίο «Will Grayson, Will Grayson» των John Green και David Levithan και αποτελεί μετάφραση της υπογράφουσας το παρόν.

«Δεν θέλω να σε πηδήξω. Απλά σε αγαπώ. Από πότε έγινε το ποιον θα πηδήξεις ολόκληρη η υπόθεση; Από πότε είναι το άτομο που θες να πηδήξεις το μοναδικό που μπορείς να αγαπάς; […] Θέλω να πω, Χριστέ μου, ποιός νοιάζεται για το σεξ; Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται λες και είναι το πιο σημαντικό πράγμα που κάνουν. Πώς μπορεί η αναθεματισμένη συναισθηματική ζωή μας να περιστρέφεται γύρω από κάτι που κάνουν και οι γυμνοσάλιαγκες; Θέλω να πω, ποιόν θέλεις να πηδήξεις και αν θα τον πηδήξεις; Σημαντικά ερωτήματα, υποθέτω. Αλλά όχι τόσο σημαντικά. Ξέρεις τι είναι σημαντικό; Για ποιον θα πέθαινες; Για ποιον θα ξυπνούσες στις έξι παρά τέταρτο τα ξημερώματα χωρίς καν να ξέρεις γιατί σε χρειάζεται; Ποιανού μεθυσμένου τη μύτη θα έξυνες;»

Ας προσπεράσουμε για λίγο την αηδιαστική εικόνα που μας δημιουργεί η τελευταία πρόταση και ας επικεντρωθούμε στο νόημα που αποδίδουν όλες οι υπόλοιπες.

Την πρώτη φορά που διάβασα αυτό το απόσπασμα έκλεισα το βιβλίο και συλλογίστηκα την ιδέα πίσω από τόσο απλές και καθημερινές λέξεις. Θα μπορούσα να εκθειάζω με τις ώρες την υπέροχη απλότητα της γραφής του Green. Γιατί καταφέρνει να εστιάζει στην καρδιά του θέματος χωρίς φανφάρες και λόγια υποκρισία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το θέμα είναι η συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι σε όλες τις εκφάνσεις της αγάπης.

Ο πρωταγωνιστής τονίζει πολύ εύστοχα πως οι άνθρωποι δεν εκτιμούν τις συναισθηματικές τους δυνατότητες. Προτιμούν να επικεντρώνονται σε κάτι τόσο τετριμμένο όσο η σεξουαλική πράξη. Τετριμμένο γιατί είναι κάτι που κάνουν τα περισσότερα πλάσματα στη Γη. Αντίθετα, ο άνθρωπος είναι το μοναδικό ον, το οποίο αποδεδειγμένα «επιδίδεται» σε μία ευρεία ποικιλία συναισθημάτων και δεν λειτουργεί, ακολουθώντας το ένστικτο. Ωστόσο, η δυνατότητα αυτή έχει καταστεί «μετ’ εμποδίων».

Όσο υπάρχει εγωισμός και εγωκεντρισμός, αντιμετωπίζουμε τα συναισθήματα, και ιδιαίτερα την αγάπη, ως ταμπού. Και αυτό γιατί μας κάνουν ευάλωτους, δημιουργούν τρωτά σημεία. Προτιμούμε να φαινόμαστε αποστασιοποιημένοι, εσωστρεφείς, αντικοινωνικοί ή υπερβολικά εξωστρεφείς – συνήθως όχι ειλικρινώς εξωστρεφείς – και υπερβολικά κοινωνικοί, σε βαθμό που να περιορίζει το συναισθηματικό κόσμο των άλλων. Έτσι, δημιουργείται ο φαύλος κύκλος των «δημοφιλών» και των «περιθωριοποιημένων». Καμία από τις δύο ομάδες ατόμων δεν εξωτερικεύει ειλικρινή συναισθήματα. Όλοι κρύβουν τον πραγματικό τους εαυτό επειδή φοβούνται την αντιμετώπιση των άλλων μελών της κοινωνίας.

Υπάρχουν, βέβαια και αυτοί που αδιαφορούν για τους άγραφους κανόνες που θέτει η κοινωνία, όσον αφορά στα συναισθήματα και τις συμπεριφορές. Δέχονται τον χλευασμό των υπολοίπων και δεν αλλάζουν αυτό που πραγματικά είναι, ούτε κρύβονται πίσω από συνεχή απάθεια.

Το «Will Grayson, Will Grayson» αφηγείται τις διαφορετικές ιστορίες δύο εφήβων με το ίδιο όνομα, οι οποίοι συναντιούνται μία φορά τυχαία. Η συνάντηση αυτή, όμως, θα θέσει σε κίνηση ορισμένα γεγονότα που, αν και καθημερινά και συνηθισμένα, για τους πρωταγωνιστές θα αποτελέσουν την αφορμή να ξεφύγουν από την απάθεια και ν’ αλλάξουν τακτική αντιμετώπισης της ζωής. Και οι δύο θα πετάξουν από επάνω τους την επιρροή της κοινωνίας και θα αποδεχτούν συναισθήματα που ίσως τους κάνουν ευάλωτους. Ίσως τους φέρουν σε δύσκολη θέση. Ίσως τους τοποθετήσουν στη γραμμή τους πυρός.

Θα επικεντρωθώ στην αγάπη. Στο απόσπασμα, ο πρώτος Will Grayson, έχοντας συνειδητοποιήσει πως για πολύ καιρό ζούσε «σαν ρομπότ», αποφασίζει ν’ αλλάξει και να δείξει στον καλύτερό του φίλο πως τον αγαπάει. Ο φίλος του, ο οποίος ανήκει στην τρίτη κατηγορία ανθρώπων που περιέγραψα και γνωρίζει από την καλή και την ανάποδη πως ο Will δεν εξωτερικεύει ποτέ το παραμικρό, παραξενεύεται μ’ αυτή την τόσο σημαντική εξομολόγηση και νομίζει πως ο τελευταίος του την πέφτει.

Η αντίδραση αυτή χαρακτηρίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό την κοινωνία μας. Έχουμε εκφυλίσει σε τέτοιο βαθμό τα συναισθήματα που συνδέονται πλέον απόλυτα με την ηδονή και το σεξ. Χάνουμε τη σημασία της αγάπης. Χάνουμε την δύναμη και την μαγεία της. Για αυτό και δεν την καταλαβαίνουμε.

Στο βιβλίο γίνεται μία πολύ εύστοχη αναλογία των συναισθημάτων με το πείραμα για το οποίο όλο και κάτι έχουμε ακούσει, δηλαδή για «τη γάτα του Schrödinger». Όπως στο πείραμα δεν μαθαίνεις την τύχη της γάτας αν δεν ανοίξεις το κουτί, έτσι δεν θα μάθεις ποτέ σε τι θα οδηγήσουν τα αισθήματά σου, αν δεν τα αποδεχτείς και δεν τα εξωτερικεύσεις. Θα μείνεις για πάντα στην απάθεια, γεμάτος ερωτηματικά για εκβάσεις που δεν θα δεις ποτέ.

No related posts.