Θεματικη

ΠΟΤΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ;

Σχετικα αρθρα

Μοιρασου το!

Ντίνος Σιώτης, ο ποιητής των περιοδικών

Ο Ντίνος Σιώτης με τους Ηλία Παπαδόπουλο (αριστερά) και Μιχάλη Γουδή

Ο Ντίνος Σιώτης ζει στην Ελλάδα… Αυτή η πρόταση αποτέλεσε το βιογραφικό σημείωμα στην τελευταία του ποιητική συλλογή. Δεν αρέσκεται να μιλάει για τον εαυτό του. Μάλλον… δεν αρέσκεται να μιλάει, γενικώς. Προτιμά να το κάνει μέσα από τα ποιήματα και τα περιοδικά του. Γεννήθηκε στην Τήνο το 1944 και σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και Συγκριτική Λογοτεχνία στο Σαν Φρανσίσκο, όπου έζησε από το 1971 έως το 1982. Εργάστηκε ως Σύμβουλος Τύπου στην Πρεσβεία της Ελλάδας στον Καναδά και στα Γενικά Προξενεία της Ελλάδας στη Νέα Υόρκη και τη Βοστώνη. Έχει εκδώσει δεκαπέντε βιβλία ποίησης, εκ των οποίων τρία στα αγγλικά και ένα στα γαλλικά, ένα μυθιστόρημα, μία νουβέλα και μία συλλογή με αφηγήματα. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά, ιταλικά, ισπανικά, ρουμανικά και κινεζικά. Από το 1971 έχει εκδώσει δέκα πολιτικά και λογοτεχνικά περιοδικά στο Σαν Φρανσίσκο, την Οτάβα, τη Νέα Υόρκη, την Αθήνα και τη Βοστώνη. Σήμερα εκδίδει το καλύτερο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, τα «(δέ)κατά». Διαβάστε όσα είπε στο ε.ΜΜΕ.ίς ο άνθρωπος που τον Δεκέμβριο του 2007 κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη συλλογή του, «Αυτοβιογραφία ενός στόχου»

-Πώς ήταν η εμπειρία στην Αμερική 11 χρόνια, εκεί στο Σαν Φρανσίσκο, σε δύσκολη περίοδο;

Δεν ήταν δύσκολη περίοδος

-Όχι, για την Ελλάδα. Λοιπόν, σε μια τόσο δύσκολη περίοδο για την Ελλάδα, πώς στο Σαν Φρανσίσκο ένας φοιτητής ξεκινά να σπουδάζει και να έχει όλη αυτή τη δραστηριότητα σε έναν χώρο, όπως αυτόν των περιοδικών;

Λοιπόν, κατ’ αρχήν, όταν είσαι νέος, δεν υπάρχουν προβλήματα, γιατί η ζωή είναι μπροστά σου και την παίζεις στα χέρια και έχεις μια δυναμική που κάνεις ό,τι θες. Ήμουνα 26 χρονών και ναι μεν άφησα πίσω μου μια χώρα, μια πατρίδα που ήταν υπό το ζυγό των συνταγματαρχών, αλλά πήγα στην Αμερική, και πήγα στην Καλιφόρνια, που έχει μεγάλη διαφορά, διότι τη δεκαετία του ’70 η Καλιφόρνια ήταν 20 χρόνια μπροστά από την Αμερική. Και ήταν μπροστά σε όλους τους τομείς, στην οικονομία, στον πολιτισμό, στη μουσική, στον αθλητισμό, στην… ο,τιδήποτε φανταστείς ήταν μπροστά, στην Ιατρική, στις τέχνες. Βρέθηκα στο Σαν Φρανσίσκο την εποχή που υπήρχαν ακόμα χίπηδες, και χίπηδες σε πολύ ακμαία κατάσταση και με βροντερή παρουσία και με συλλαλητήρια κατά του πολέμου στο Βιετνάμ και με το People ‘s Park στο Μπέρκλεϊ, όπου είχαν κάνει κατοχή, για να μη γίνει οικόπεδο και οι φοιτητές το δενδροφύτευσαν.

Όντας νέος, έμπλεξα με όλες τις νεολαίες, τις εθνικές νεολαίες της Νικαράγουας, της Χιλής, της Λατινικής Αμερικής. Κάναμε εκδηλώσεις κατά της Χούντας, οργανωθήκαμε σε πολιτικές ενότητες, κάποια στιγμή έκανα και φοιτητικό σύλλογο στο Σαν Φρανσίσκο, όπου σπούδαζα, γιατί δεν υπήρχε φοιτητικός σύλλογος, εννοώ Ελλήνων φοιτητών και ο λόγος που το ‘κανα ήταν, διότι θέλαμε να κάνουμε εκδηλώσεις κατά της Χούντας, αλλά μέσα στο πανεπιστήμιο με φοιτητική παρουσία, κάτι που το κατορθώσαμε. Και μας δίναν και λεφτά οι Αμερικανοί, το πανεπιστήμιο δηλαδή ενίσχυε όλους τους φοιτητικούς συλλόγους. Μόνο που εμείς τα χρήματα τα χρησιμοποιήσαμε, για να κάνουμε πολιτικές συγκεντρώσεις και όχι για να πουλάμε σπανακόπιτα, όπως έκαναν κάποιοι άλλοι Ελληνοαμερικανοί.

-Και κουλουράκια και τέτοια.

Ναι, ναι. Ήταν ωραία. Δηλαδή εγώ πέρασα πάρα πολύ καλά τα 11 χρόνια αυτά στην Αμερική, στην Καλιφόρνια, στο Σαν Φρανσίσκο. Ήταν μια πολύ ωραία εμπειρία, διότι έφυγα από μια χώρα φιμωμένη και μπήκα στην απόλυτη ελευθερία. Επίσης, η Αμερική ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία, διότι η Αμερική ήταν πολύ μπροστά από την Ελλάδα τότε σε πολλούς τομείς. Νόμιζα, είχα την ψευδαίσθηση, ότι θα ξεκινήσει από εκεί η επανάσταση…

-Από τη διασπορά γενικά;

Όχι από τη διασπορά, όχι από τους Έλληνες της διασποράς, από την Αμερική, απ’ την Αμερική, ειδικά από την Καλιφόρνια, αλλά σε λίγα χρόνια κατάλαβα ότι το σύστημα ήτανε… είχε μεγάλη εξουσία, ήταν πανίσχυρο, δεν μπορούσε κανείς να αλλάξει το σύστημα κι επομένως δεν επρόκειτο να ξεκινήσει από εκεί η επανάσταση. Μας επηρέασαν και πολλές ταινίες που είχαμε δει νέοι τότε, το «Ζαμπρίνσκι Πόιντ», το «Φράουλες και Αίμα» και διάφορες εξεγέρσεις φοιτητικές που είχαν γίνει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο και σε άλλα πανεπιστήμια και είχαμε… κι εμείς είχαμε, όπως κι όλη η νεολαία τότε, είχαμε το όραμα της επανάστασης μέσα μας, πώς θα αλλάξουμε την κοινωνία, να την κάνουμε καλύτερη. Μου πήρε λίγα χρόνια να καταλάβω ότι ήταν μια ουτοπία, μια ψευδαίσθηση και, παρ’ όλο που ήμουνα κι εγώ για πολλά χρόνια φοιτητής διότι δε βιαζόμουν να τελειώσω, μ’ άρεσε η φοιτητική ζωή, έκανα… τελείωσα το BA και έκανα και ένα Master’ s μετά, ε… σιγά σιγά κι εγώ μπήκα στο σύστημα, αλλά αυτό έγινε μετά την Καλιφόρνια.

-Πώς σας φάνηκε η μετάβαση στην Ελλάδα από την Αμερική; Είχατε ζήσει 11 χρόνια εκεί. Σίγουρα είδατε μια χώρα καθυστερημένη σε σχέση με αυτά που είχατε δει εκεί πέρα.

Πουθενά δεν είναι τέλεια. Η Αμερική έχει τις ελλείψεις της, όπως κι εμείς έχουμε τις δικές μας, αλλά δεν το σκέφτομαι αυτό γιατί θα υποφέρω. Δηλαδή, αν είμαι στην Αμερική και λέω «αχ, μου λείπει η Ελλάδα, ήταν καλύτερα αυτό, εκείνο εκεί», τότε γιατί να το κάνω, γιατί να γκρινιάζω χωρίς λόγο; Όπως είμαι κι εδώ τώρα, που με ενοχλούνε πάρα πολλά στην καθημερινότητα, με ενοχλούν πάρα πολλά, αλλά απλώς δεν μπορώ να κάθομαι να τα σκέφτομαι και να τα μετράω, διότι χάνω τον καιρό μου, μαραζώνω από μέσα μου ψυχικά και δεν κερδίζω και τίποτα. Οπότε, είναι σαν να μην έφυγα. Εγώ νομίζω ότι πάντα έμενα στην Ελλάδα, απλώς έλειπα για ορισμένα διαστήματα. Αυτή είναι η μετάβαση. Δηλαδή, αν θες να περνάς καλά, αν προσπαθείς να περνάς καλά -δεν είναι πάντα εύκολο-, δεν μπορείς να λες εσύ «α, στην Αμερική ήταν έτσι, α το λεωφορείο ήταν στην ώρα του, α δεν με σπρώχνανε, α εκεί δεν καπνίζανε κ.τ.λ..», διότι δεν κερδίζεις τίποτα, απλώς κάνεις διαπιστώσεις, οι οποίες είναι της κοινής λογικής οι διαπιστώσεις και δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα.

-Με σπουδές στη νομική και τη συγκριτική λογοτεχνία, πώς βρεθήκατε αρχικά στα λογοτεχνικά περιοδικά;

Ξεκίνησα με πολιτικό περιοδικό, όχι από λογοτεχνικά περιοδικά. Το είδα ως είδος ανάγκης, να επικοινωνώ πράγματα,

Μερικά από τα περιοδικά που έχει δημιουργήσει (διακρίνεται το περιοδικό "Wire", το οποίο έβγαλε επί Χούντας ως φοιτητής στο Σαν Φρανσίσκο)

τα οποία με ενοχλούσαν, με εμποδίζανε και έτσι ξεκινήσαμε με τη φίλη μου τότε, τη συγκάτοικό μου και φίλη μου, το περιοδικό “Wire” που ήτανε πολιτικό περιοδικό, ήταν 90% πολιτικό και 10% λογοτεχνικό. Αυτό το περιοδικό διήρκεσε, όσο διαρκούσε και η Χούντα. Το ’74, το καλοκαίρι πέφτει η Χούντα, αλλά στο μεταξύ -εδώ θα πούμε τώρα μια ιστορία τώρα που έχει ενδιαφέρον- ένα χρόνο πριν, το ’73 με τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη και κάποιον άλλο Έλληνα έμπορα, μπακάλη, αλλά προοδευτικό και αριστερό, οι τρεις μας κάναμε ρεφενέ και αγοράσαμε μια πρέσα, μια τυπογραφική μηχανή, offset. Την αγοράσαμε, αγοράσαμε και την κάμερα και εγώ είχα μάθει ήδη να τυπώνω, ήδη τύπωνα το περιοδικό εκεί και βρήκαμε μια αποθηκούλα και το βάζαμε και τυπώναμε το περιοδικό και άλλες μπροσούρες από πολιτικές οργανώσεις της περιοχής. Πέφτει η χούντα, μας έμεινε η μηχανή και δεν είχαμε αντικείμενο πια. Λέμε «τι να κάνουμε», ποιητής εγώ, ποιητής κι ο Νάνος, λέμε να αρχίσουμε να βγάζουμε ένα λογοτεχνικό περιοδικό τώρα και βγάλαμε το “Coffee House”, μόλις έκλεισε το… όχι, συγγνώμη, ενδιάμεσα, μεταξύ του “Wire” και του “Coffee House”, υπήρξε το “The Journal of the Hellenic Diaspora”, που ήτανε κι αυτό πολιτικό-κοινωνικό περιοδικό, αλλά αριστερής κατεύθυνσης, με τον Νίκο Πετρόπουλο, καθηγητή…

-Αυτό ήταν εστιασμένο στους Έλληνες, έτσι, καθαρά…;

Όχι, ήταν σε Αμερικανούς που ήταν και φιλέλληνες, ήταν στα Αγγλικά, γι’ αυτό, έτσι; Αναφερόταν σε ακαδημαϊκούς και είχε σχέση με την πολιτική-κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα, αλλά και γενικότερα του Ελληνισμού, της ελληνικής κοινωνίας. Ήταν πολιτικό-κοινωνικό περιοδικό. Μετά αυτό έγινε “The Journal of the Hellenic – American Society”, μετεξελίχθηκε, άλλαξε τίτλο, και το ετοίμαζα εγώ και ο Πετρόπουλος. Τυπωνόταν στο τυπογραφείο αυτό που σου είπα. Τώρα, πέφτει η Χούντα και ξεκινάμε αυτό εδώ, που λεγόταν “Coffee House” με υπότιτλο “Contemporary Greek Arts and Letters” και αυτό δημοσίευε ελληνική λογοτεχνία στα αγγλικά και παράλληλα δημοσίευε και λογοτεχνία μη Ελλήνων, που είχαν σχέση με την Ελλάδα. Αυτό το περιοδικό έβγαλε 12 τεύχη μου φαίνεται. Να, να τι… έτσι τώρα μπλέκω με τα λογοτεχνικά. Νομίζω ότι ήταν ένα ατύχημα, όχι ένα ατύχημα, μια σύμπτωση το ότι έμπλεξα, γιατί αγοράσαμε εκείνη τη μηχανή. Αν δεν υπήρχε η μηχανή, ίσως να μην υπήρχαν και λογοτεχνικά περιοδικά. Μετά απ’ αυτό, ανέλαβα το γραφείο τύπου της πρεσβείας της Ελλάδας στον Καναδά, αλλά μου είχε ήδη μείνει το μικρόβιο του περιοδικού, είχα πάθει την ίωση, την «περιοδικοτίτιδα», όπως τη λέω εγώ και παρ’ όλο που είχα βγάλει τρία περιοδικά και ήτανε more or less , πάνω-κάτω ξέρω γω, ερασιτεχνικά περιοδικά, λίγο πρόχειρα, με αρκετά λαθάκια, αβλεψίες που είχανε μια… μια ζωντάνια όμως.

– Ε, ήτανε και χειροποίητα…

Δηλώνει ότι αυτό που τον ιντριγκάρει πιο πολύ είναι το στήσιμο του περιοδικού και όχι το τελικό αποτέλεσμα

Ήταν και χειροποίητα. Μετά, επειδή είχα και μια οικονομική άνεση, κάνω κάτι πιο επαγγελματικό, λεγόταν “Aegean Review”, η συνέχεια δηλαδή των λογοτεχνικών περιοδικών. Αυτό το περιοδικό έχει έδρα τη Νέα Υόρκη, παρ’ όλο που εγώ ζω στον Καναδά. Το έκανα αυτό, διότι στον Καναδά ήμουν διαπιστευμένος ως διπλωμάτης, ως γραφείο τύπου και δεν ήθελα να έχω δύο ιδιότητες και να μην εκθέσω το Υπουργείο, να μην εκθέσω την πατρίδα μου, οπότε… Στη Νέα Υόρκη είχα μια διεύθυνση με το περιοδικό, όπου και η Σοφία η Ιορδανίδου κάποτε είχε πάρει μια συνέντευξη από τον Γιάννη τον Τσαρούχη και τη δημοσιεύσαμε ένα φεγγάρι…

Έβγαλε κι αυτό 12 τεύχη, το “Aegean Review”. Μετά απ’ αυτό γυρνάω στην Ελλάδα και βγάζω τα «Ρεύματα». Όπως μπορείτε να δειτε, κι αυτά είναι πολύ επαγγελματικό περιοδικό. Δεν ήταν μόνο λογοτεχνία, είχε και ταξιδιογραφήματα, είχε θέατρο, είχε μουσική, είχε διάφορα θέματα. Είχε εικόνες… είχε εικονογράφηση, κάτι που δεν το κάνουνε άλλα λογοτεχνικά περιοδικά εδώ. Τουλάχιστον τότε δεν το κάνανε.

-Μερικά έχουν σκίτσο μόνο.

Σκίτσα ή εικόνες. Ήταν το πρώτο περιοδικό που έβαλε συγγραφέα σε εξώφυλλο. Αυτό ήταν μια πανελλήνια πρωτιά. Δηλαδή, δεν υπήρξε μέχρι τότε περιοδικό λογοτεχνικό που είχε εξώφυλλο συγγραφέα. Εμείς το κάναμε πρώτη φορά με τον Κώστα Μουρσελά, μετά βάλαμε το Νίκο το Χουλιαρά, τον Κώστα τον Παπαγιώργη… τέλος πάντων. Αυτό έβγαλε 36 τεύχη, ήταν διμηνιαίο, τα «Ρεύματα» και μετά έφυγα για τη Βοστώνη, είχα κουραστεί.

-Γιατί βγάζετε τόσα πολλά περιοδικά; Ένα κάθε χρόνο ουσιαστικά…

Βαριέμαι… Όχι κάθε χρόνο.

-Όχι, 12 τεύχη το ένα, μ’ αυτήν την έννοια, 12 τεύχη το άλλο εκτός από…

12 τεύχη είναι εξαμηνιαία περιοδικά όμως, ε!

-Ααα., μάλιστα.

Πρόσεξε. Κανένα δηλαδή δεν κράτησε ένα χρόνο.

-Κανένα δηλαδή δεν είναι μηνιαίο, με την έννοια ότι έβγαλε 12 τεύχη μέσα σε ένα χρόνο.

Κανένα. Αυτό ήταν διμηνιαίο και έβγαλε 36, δηλαδή εξίμιση χρόνια.

-Άρα εντάξει, κρατούσε κάθε προσπάθεια σεβαστό χρονικό διάστημα.

Όχι είχανε… μέχρι που το βαριόμουνα πια. Δηλαδή, να πούμε την αλήθεια, τα ‘βγαζα για να ‘χω κάτι να διαβάζω, να το πω έτσι, κάπως σαρκαστικά.

-Μήπως σας ιντριγκάρει πιο πολύ το στήσιμο του περιοδικού και όχι τόσο το να βγει;

Πιο πολύ αυτό είναι, ναι. Αυτό που ευχαριστιέσαι πιο πολύ είναι το να ετοιμάζεις το περιοδικό. Όταν το βγάλεις και κυκλοφορεί πια, λες «φτου, γαμώτο!» Και πάμε για το επόμενο…

-Και από εκεί βγήκε κι αυτό το ενδιαφέρον που λέει στο βιογραφικό σας για τις γραφικές τέχνες;

Ναι, ναι, είμαι και γραφίστας, ναι. Εγώ τα σχεδιάζω τα περιοδικά αυτά, δεν τα σχεδιάζει κάποιος άλλος, μόνο τα εξώφυλλα. Τα εξώφυλλα είναι δικά μου βέβαια, αλλά κάποιος άλλος κάνει τις εφαρμογές. Τώρα όμως με τα (δε)κατα, τα πάντα τα κάνουμε εμείς, εγώ και μια κοπέλα.

-(Σοφία Ιορδανίδου): Και έγραφε και στο «Βήμα» βέβαια, έτσι, κριτική βιβλίου χρόνια τώρα.

Έτσι μπλέξαμε τα περιοδικά. Έχω βγάλει δύο περιοδικά στα ελληνικά και οκτώ στα αγγλικά, διότι πιο πολλά χρόνια έζησα στην Αμερική τα τελευταία 30 χρόνια

-Η άλλη βασική αγάπη και ενασχόλησή σας με την ποίηση;

Αυτή είναι. Βασικά αυτή είναι η ενασχόλησή μου. Τα περιοδικά είναι το πάρεργο.

Τα περιοδικά είναι η μία μεγάλη του αγάπη. Η άλλη είναι η ποίηση. Το 2007 κέρδισε το Κρατικό Βραβείο Ποίησης

-Τι σας γοητεύει τόσο στην ποίηση και έχετε φτάσει να ασχολείστε τόσο;

Το ότι διαβάζω και αντιγράφω! Πολύ απλό! Ως ποιητής ξεκίνησα. Το ’69, που έβγαλα το πρώτο μου βιβλίο, ήμουνα πόσο… 23-24 χρονών περίπου και μετά έφυγα για την Αμερική, έβγαλα άλλο βιβλίο μετά εκεί, μετά… έχω βγάλει κάπου 18-20 βιβλία, έχω γράψει και μυθιστορήματα… και νουβέλες…

-Πάντως αυτό που είπατε είναι αρκετά τολμηρό να το πει κάποιος, ότι διαβάζω και αντιγράφω. Συνήθως όλοι νομίζουν για τον εαυτό τους ότι είναι πολύ σπουδαία μυαλά, ας πούμε, και ότι είναι πρωτότυπα αυτά που παρουσιάζουν, ενώ τελικά τίποτα δεν είναι πρωτότυπο.

Σαχλαμάρες. Μην τα πιστεύεις.

-Άλλο τι πιστεύει αυτός που τα ακούει ; Αυτός που τα λέει είναι τα θέμα;

Εξαρτάται για τι γράφεις. Γράφεις για να έχεις κάτι να διαβάζεις ή για να διαβάζει κάποιος άλλος; Να εξωτερικεύεσαι ή για να βγάζεις τα απωθημένα σου; Για να σου φεύγει ο πόνος και η μοναξιά και η απελπισία ή για να κάνεις την πλάκα σου; Εμένα μ’ αρέσει να γράφω κάθε βράδυ, πριν κοιμηθώ, για να εκτονώνομαι, δηλαδή να ξεκουράζομαι, να φεύγει όλο το βάρος από πάνω μου, όλη η πίεση, όλο το άγχος της μέρας φεύγει, όταν κάθομαι στον υπολογιστή και γράφω. Και δεν ξέρεις τι θα βγει. Εμένα μ’ αρέσει να γράφω συνέχεια, όλη την ώρα. Είναι σαν το ψάρεμα. Δεν ξέρεις, αν θα πιάσεις ψάρια, αλλά πας για ψάρεμα κάθε μέρα.

-Άρα, απ’ ότι φαίνεται, εσείς δεν έχετε επάγγελμα, έτσι; Ό,τι κάνετε, το κάνετε γιατί σας αρέσει και σας ξεκουράζει. Κάνετε το χόμπι επάγγελμα, κατά κάποιον τρόπο.

Ο μόνος λόγος, ναι. Σε ξεκουράζει. Δεν περιμένεις καμιά αναγνώριση, καμιά ικανοποίηση, δεν περιμένω τίποτα. Γι’ αυτό και ξαφνιάστηκα, όταν πήρα το βραβείο ποίησης πριν από δυο-τρεις μήνες, το είχα ξεχάσει ότι υπήρχε. Δηλαδή είναι και η ποίησή μου τέτοια που δεν πάει για να βραβευτεί και γι’ αυτό ξαφνιάστηκα κι εγώ. Δεν είναι έτσι, ξέρω γω, ποίηση που σηκώνει βραβεία και τέτοια και πολλοί φίλοι μου που ειλικρινά χαρήκανε και με πήραν τηλέφωνο, αυτό μου τονίσανε, ότι ήταν μια έκπληξη, διότι κι εμείς δεν περιμέναμε ποτέ ότι θα βραβευτείς εσύ και ειλικρινά το χάρηκα.

-Δώσατε την εικόνα ότι είστε ένας άνθρωπος που ουσιαστικά όλη μέρα κάνει πράγματα που του αρέσουν ή που δεν είναι κουραστικά. Μια τυπική μέρα δικιά σας πώς είναι;

Δεν υπάρχει τυπική μέρα, ποτέ δεν είναι ίδια η μέρα

-Θέλω να μου πείτε την άποψή σας για το επίπεδο της λογοτεχνίας στην Ελλάδα σήμερα, της λογοτεχνικής παραγωγής. Γιατί υπάρχει ποσότητα, αλλά υπάρχει και ποιότητα…;

Υπάρχει ποσότητα, υπάρχει και ποιότητα.

-Γιατί είχαμε παρουσιάσει πέρσι μια έρευνα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. που έλεγε ότι εκδίδονται περισσότερα βιβλία από ποτέ και υπάρχουν πάρα πολλοί εκδοτικοί οίκοι…

Έχουμε πιο πολλούς εκδοτικούς απ’ όσους χρειάζεται και παράγουμε πιο πολλά βιβλία απ’ όσα μπορούμε να καταναλώσουμε.

-Τι μπορεί να εξυπηρετούν τόσοι εκδοτικοί οίκοι, από τη στιγμή που είναι κοινός τόπος ότι οι Έλληνες δεν διαβάζουν;

Εξυπηρετούν τους εμπόρους χάρτου βασικά, τους εκδότες που πουλάνε βιβλία, τους βιβλιοπώλες. Το 90% των βιβλίων είναι για πέταμα, 90%, τόσο ψηλά θα έλεγα. Το ίδιο ισχύει και για την ποίηση, όχι μόνο για το μυθιστόρημα και τη λογοτεχνία, αλλά ο σύγχρονος άνθρωπος έχει ανάγκη να καταναλώνει.

-Καταναλωτική κοινωνία ακόμα κι εκεί.

Και το βιβλίο εκεί υπάγεται. Είναι μέσα στο παιχνίδι της κατανάλωσης.

-Δηλαδή γίνεται χρηστικό προϊόν το βιβλίο πιο πολύ…

Είναι πολιτιστικό προϊόν, αλλά είναι πιο πολύ καταναλωτικό προϊόν. Δηλαδή, άμα δεν έχει ποιότητα, δεν ξέρω αν ωριμάζει κάποιος που διαβάζει ένα βιβλίο, το οποίο πιθανόν να είναι best seller , αλλά δεν πάει να πει ότι έχει ποιότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν καλά βιβλία που γίνονται best seller και πρέπει να γίνονται, αλλά υπάρχει και εδώ ο κανόνας του μάρκετινγκ, της αγοράς και των απαιτήσεων της αγοράς. Όπως αγοράζεις συνέχεια νερό γιατί διψάς υποτίθεται, έτσι από έλλειψη ξέρω γω να κάνεις κάτι άλλο, θες να έχεις ένα βιβλίο στα χέρια σου. Αυτό το βιβλίο όμως δεν πάει να πει ότι είναι καλό βιβλίο. Είναι μεν ένα μυθιστόρημα γραμμένο, το έχει βγάλει ένας εκδότης, υπάρχει ένας επιμελητής, υπάρχει τυπογράφος, υπάρχει μια αγορά, υπάρχει μια αλυσίδα από εργασία, τα οποία εξυπηρετούν διάφορα συμφέροντα, αλλά δεν νομίζω ότι είναι λογοτεχνία, είναι βιβλία, είναι δηλαδή τυπωμένο χαρτί, τίποτα άλλο.

-Άρα δεν φταίει μόνο το γεγονός, ότι το κοινό δε δείχνει ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία.

Δείχνει το ενδιαφέρον που… μην νομίζεις ότι είναι καλύτερα στη Γερμανία ή στη Γαλλία ή στην Αμερική, παντού τα ίδια είναι.

-Ναι, γιατί υπάρχει η τάση του ανθρώπου να μην διαβάζει και να απασχολείται σε άλλες δραστηριότητες…

Παντού υπάρχει κρίση, και τα περιοδικά που έχουν χαμηλές πωλήσεις, δεν πουλάνε πολύ περισσότερο στην Αμερική, άκου με που σου λέω. Να φανταστείς ότι το “ Paris Review ” το περιοδικό που υποτίθεται ότι είναι το καλύτερο, πουλάει 7.500. Μα 7.500 σε 300 εκατομμύρια πληθυσμού είναι τίποτα. Εδώ κάποτε η «Λέξη» και το «Δέντρο» πουλάγανε 4 και 5 χιλιάδες, μια εποχή μετά τη Χούντα που είμαστε 10 εκατομμύρια. Είναι άθλος. Δηλαδή, το επίπεδο του μέσου Έλληνα είναι πολύ πιο ψηλά από του μέσου Αμερικανού, χωρίς να είναι αντι-αμερικανισμός αυτό. Αυτό είναι μια διεθνής τάση αυτή την εποχή.

-Όχι, είναι γνωστό αυτό.

Ο Έλληνας είναι πολύ πιο γεωγραφημένος από τον Αμερικανό αγεωγράφητο, έχουμε πιο πολύ καλή μόρφωση, έχουμε πιο καλή παιδεία, παρ’ όλο που πάνε να την γκρεμίσουν κι αυτή σιγά σιγά…

-Παράδοση καλύτερη έχουμε.

Παράδοση. Έχουμε ιστορία. Στην Αμερική δεν υπάρχει ιστορία, η ιστορία είναι… το Άλαμο είναι η ιστορία τους, 300 χρόνια πριν το Άλαμο, το κάστρο εκεί, είναι η ιστορία τους… Λοιπόν, αυτά.

-Νομίζω ότι αυτά είναι, δεν έχουμε κάτι άλλο παρά να σας ευχαριστήσουμε πολύ.

Στη συνέντευξη παρευρέθηκε και η κ. Σοφία Ιορδανίδου, στενή φίλη του Ντίνου Σιώτη και καθηγήτρια στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και ΜΜΕ.

 

Μιχάλης Γουδής

mgoudis@gmail.com

Ηλίας Παπαδόπουλος

eliasdark@gmail.com

No related posts.