Θάνος Τσαβλής: Ο low budget κινηματογράφος καλά κρατεί

Ένας από τους σκηνοθέτες που ήθελα οπωσδήποτε να συναντήσω στο φετινό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ήταν ο Θάνος Τσαβλής. Ο νεαρός σκηνοθέτης έγινε γνωστός από την προηγούμενη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ, με την ταινία F.L.S., δύο χρόνια πριν, η οποία ήταν και η πρώτη του μεγάλου μήκους: ένα έργο κόστους μόλις 100 ευρώ, που όμως δεν άρεσε στους κριτικούς.

Βγαίνοντας από την προβολή της νέας του ταινίας «Goldfish», και έχοντας δει και την πρώτη του ταινία, παρατήρησα ότι η ποιότητα δουλειάς του έχει αυξηθεί πολύ περισσότερο από το «δοκιμαστικό» F.L.S.

To «Goldfish» έχει ως θέμα μια μελλοντική Ελλάδα, όπου κυνηγοί επικηρυγμένων, θανατική ποινή και επιστροφή στη δραχμή έχουν καθιερωθεί. Ένας άνδρας που προσπαθεί να ξεφύγει από το παρελθόν του, μία κοπέλα που αναζητά τον έρωτα, και δύο αδέρφια που προσπαθούν να ξαναστήσουν την επιχείρηση του πατέρα τους, διασταυρώνουν μονοπάτια και οι εξελίξεις είναι απρόσμενες.

Συναντηθήκαμε στην Αποθήκη Γ, το βασικό σημείο συνάντησης κατά τις ημέρες του Φεστιβάλ. «Πώς πήγε η προβολή προχθές;» τον ρώτησα. «Πολύ καλά, ήταν sold out», μου απάντησε, καθώς παίρναμε θέση σε ένα από τα τραπεζάκια, για να αρχίσουμε τη συνέντευξη.

Από το F.L.S. μέχρι το «Goldfish» έχουν μεσολαβήσει δύο χρόνια. Τι άλλαξε από τότε;

Το F.L.S. ήταν μια πτυχιακή ταινία. Έγινε στο τελευταίο έτος μου στη σχολή. Το «Goldfish» ήθελα να το κάνω πρώτα. Βασίστηκα σε μία ταινία μικρού μήκους που είχα παρουσιάσει στη σχολή, και σε μια άλλη που δεν κατάφερα να γυρίσω, και ενώνοντας τις ιδέες για αυτές τις ταινίες, προέκυψε το σενάριο του «Goldfish». Ήταν το απωθημένο μου να τις ολοκληρώσω. Από την άλλη, το F.L.S. βοήθησε να προσεγγίσω περισσότερο κόσμο, ώστε να έρθει να ασχοληθεί με το «Goldfish». Είχε ακουστεί πολύ, και όλοι μπήκαν σε ένα διαφορετικό «τριπάκι».

Ήταν υψηλότερος ο προϋπολογισμός της ταινίας ή κινηθήκατε πάλι κοντά στα 100 ευρώ;

Ακριβώς δεν ξέρω να σου πω, ήταν, όμως, πολύ ανεξάρτητη παραγωγή. Κάποια πράγματα τα πληρώσαμε, όπως ένα σπίτι που το βάψαμε, ενώ κάποιους χώρους τους ξαναχρησιμοποιήσαμε. Αρκετοί συντελεστές δουλέψανε αφιλοκερδώς. Τρομάζω να σκεφτώ πόσο θα πήγαινε αν έπρεπε να πληρώσουμε για όλα. Βέβαια, ήταν εύκολο, καθώς δεν είχαμε περίεργα ρούχα και όπλα, όπως στο F.L.S. Ήμασταν πολύ «no-budget» φάση.

Τι χρειάζεται για να φτιάξει κανείς μια ταινία χαμηλού προϋπολογισμού σαν το «Goldfish»; Σε συζήτησή μου με το Γιώργο Παπαϊωάννου της OtiΝaΝai Productions, μου είπε ότι χρειάζονται «υπομονή, όρεξη και καλοί φίλοι». Είναι αυτά ή και κάτι άλλο;

Όσον αφορά την πρώτη μας ταινία, συμφωνώ. Ήμασταν μια παρέα, και υπήρχε ένα κλίμα χαράς και διασκέδασης. Από εκεί και πέρα χρειάζεται και κάτι ακόμα: πρέπει να πείσεις τους άλλους να ασχοληθούν. Όταν πλησιάζαμε κόσμο για το «Goldfish», τους εξηγούσαμε ποιοι είμαστε και τους δίναμε και μια σύνοψη του σεναρίου. Χρειάζεται οργάνωση, ειδικά όταν πας να κάνεις μία ταινία πολεμικών τεχνών σε στυλ ταινιών του Χονγκ Κονγκ. Πρέπει να σε εμπιστευτούνε, καθώς τέτοιες ταινίες στην Ελλάδα τις βλέπουνε σαν παρωδίες. Αυτό είναι το βασικό: να πιστέψουνε ότι η ταινία θα γίνει.

Και στις δυο ταινίες σου είχες πολλές αρμοδιότητες, όπως σκηνοθέτης, μοντέρ και υπεύθυνος φωτογραφίας. Μίλησέ μας για το συνδυασμό καθηκόντων.

Με το που αλλάζει το «καπέλο», πρέπει να είσαι πολύ σκληρός στην ταινία. Δηλαδή, ως σκηνοθέτης είναι λογικό να θες όλο το υλικό που γύρισες. Όταν, όμως, είσαι μοντέρ, οφείλεις να κόψεις υλικό. Λες «τώρα θα κόψω, και δε με νοιάζει τι λέει ο σκηνοθέτης, ούτε ο φωτογράφος».
Όλος αυτός ο συνδυασμός είχε ως αποτέλεσμα πολλή απομόνωση. Εδώ είναι που χρειάζεται φίλους που να καταλαβαίνουν για ποιο λόγο είσαι κλεισμένος σπίτι σου τόσο καιρό και δουλεύεις πάνω στην ταινία. Ειδικά όταν εργάζεσαι με επαγγελματίες ηθοποιούς, όπως είχαμε εμείς τον Χρήστο Καρτέρη και τον Δημήτρη Μακαλιά, πρέπει να είσαι πολύ σίγουρος και συγκεκριμένος.

Υπάρχει πολύ έντονο το στοιχείο των πολεμικών τεχνών στην ταινία σου, κάτι που δε βλέπεις σε ελληνικές παραγωγές. Πώς πέτυχες το συντονισμό στις σκηνές μάχης;

Έκανα πολεμικές τέχνες όταν ήμουν παιδί. Πλέον, πιο πολύ έχω επαφή με αυτές μέσω κινηματογράφου-μ’ αρέσει πάρα πολύ αυτό το σινεμά. Η ταινία έχει μια σκηνή μάχης, που συμμετέχω εγώ κι ο Βασίλης ο Καλαμάκης που κάνει τον «Μουγκό». Είχαμε ξαναδουλέψει πάνω στη σκηνή, για μία ταινία μικρού μήκους, οπότε ήξερα πώς μπορώ να το λειτουργήσω. Τώρα, για τα άλλα παιδιά, κάναμε κάστινγκ και θέσαμε ως όρο την προηγούμενη ενασχόληση με πολεμικές τέχνες. Πάντως, για τις σκηνές αυτές είμαι πολύ περήφανος.

Στις ταινίες σου βλέπει κανείς αναφορές από ταινίες ασιατικού κινηματογράφου, όπως «Battle Royale» και «Game Of Death». Γενικά, από πού αντλείς έμπνευση;

Βλέπω πάρα πολύ σινεμά. Το F.L.S. ήταν ταινία με θέμα τουρνουά (tournament movie), όπως το «Ο Τελευταίος Επιζών (The Condemned)». Το «Goldfish» είχε αναφορές από το σινεμά του Χονγκ Κονγκ σε όλα τα πλαίσια. Κινηθήκαμε πιο πολύ προς τις ταινίες του Sammo Hung. Αυτός σκηνοθετούσε κάποιες ταινίες που άλλαζε το είδος τους συνέχεια: νόμιζες ότι βλέπεις κωμωδία, μετά γινόταν δράμα και μετά είχε πολεμικές τέχνες. Αυτός ήταν κι ο βασικός στόχος στο «Goldfish», καθώς βάλαμε μυστήριο, χιούμορ, ρομάντζο και σκηνές μάχης. Θέλαμε το απρόοπτο.

Πώς βλέπεις το μέλλον σου στο κινηματογράφο; Θα συνεχίσεις να κάνεις ταινίες-αναφορές σε λιγότερο γνωστά είδη;

Η αλήθεια είναι ότι σκοπεύω να ελαττώσω αυτές τις αναφορές. Το έκανα δύο φορές, τώρα θέλω κάτι διαφορετικό. Από εκεί και πέρα, θέλω να δω πώς θα πάει το «Goldfish» όσον αφορά διανομή και τα σχετικά.

Εδώ μπορείτε να δείτε το trailer.

No related posts.