Miss Violence: H «δεσποινίδα Βία» μας υποδέχεται στο σπιτικό της

Στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το σινεφίλ κοινό της πόλης είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την ταινία «Miss Violence» του Αλέξανδρου Αβρανά. Μία ελληνική ταινία που βραβεύεται σε διεθνείς διοργανώσεις σίγουρα τραβάει το ενδιαφέρον, οπότε ήταν λογικό να γίνει το ίδιο και με το «Miss Violence» που απέσπασε τον Αργυρό Λέοντα Καλύτερης Σκηνοθεσίας και το Κύπελλο Βόλπι  Ανδρικής Ερμηνείας για τον Θέμη Πάνου, στο φετινό Φεστιβάλ της Βενετίας.

Με λίγα λόγια, θα λέγαμε ότι η ταινία, με τον ελάχιστό της διάλογο, τις μεγάλες παύσεις και τις περίεργες στάσεις και συμπεριφορές,  (θυμίζοντας αρκετά ταινίες του «Weird Greek Cinema» –αν κι ο σκηνοθέτης της αρνείται να συμπεριληφθεί η ταινία σε αυτό) είναι δυνατή. Για κάποιους, ίσως άρρωστη και δύσκολο να παρακολουθηθεί, αλλά έντονη και ωμή στο σύνολό της. Γιατί όμως;

Η υπόθεση έχει ως εξής: Μία, φαινομενικά, φιλήσυχη οικογένεια γιορτάζει τα ενδέκατα γενέθλια της μικρής τους Αγγελικής. Όλα φαντάζουν ήρεμα, μέχρι που η Αγγελική, χωρίς καμία προειδοποίηση, πηδάει από το μπαλκόνι και αυτοκτονεί. Η οικογένεια ταράσσεται συθέμελα από το περιστατικό, που, όμως, θα έπρεπε να είναι αναμενόμενο, μετά από όλα αυτά που συμβαίνουν εκεί.

Ο θεατής, φυσικά, δεν τα γνωρίζει εξαρχής. Του αποκαλύπτονται όλα σιγά-σιγά, σε μια εξαιρετικά δομημένη αφήγηση που πολύ συχνά θα τον αφήσει έκπληκτο να αναρωτιέται αν πραγματικά συνέβη (ή ειπώθηκε) αυτό που μόλις είδε/άκουσε. Η παιδική αυτοκτονία, όσο βάρβαρη κι αν είναι, καταλήγει να αποτελεί ένα μικρό μέρος από τις φρικαλεότητες που λαμβάνουν χώρα στη «φιλήσυχη οικογένεια». Όσο η αφήγηση εκτυλίσσεται, ο θεατής αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερα για ένα περιβάλλον που η βία κυριαρχεί και εξουσιάζει τις ζωές των ανθρώπων. Οι εκδηλώσεις της φέρνουν στους χαρακτήρες απόγνωση, απελπισία, αλλά και επιπλέον βία.

Το απλό, το συνηθισμένο, το καθημερινό δίνουν τη θέση τους στο απεχθές, το αδιανόητο και το απάνθρωπο: τιμωρίες, ξυλοδαρμοί και βιασμοί αποδίδονται τόσο απλά (εξαιρετική η Σίσσυ Τουμάση), σα να είναι κομμάτι της καθημερινότητας της εν λόγω οικογένειας.

Η εξαμελής οικογένεια αποτελείται από τον παππού, τη γιαγιά, τη μαμά και τα τρία παιδία -πατέρας δεν υπάρχει (ή μήπως υπάρχει πα-τέρας;), και, ενώ σε άλλο πλαίσιο, θα θαυμάζαμε τον τρόπο που καταφέρνει να συντηρείται, χωρίς να λείψει τίποτα στα παιδιά -όπως προσπαθεί ο παππούς να πείσει τους εκπροσώπους της Πρόνοιας στην ταινία- αργότερα τα συναισθήματα της φρίκης, της απέχθειας, μα και της συμπόνιας, μας κατακλύζουν.

Η βία -λεκτική, σωματική, ακόμα και σεξουαλική- ενυπάρχει σε όλη την πλοκή της ταινίας· μιας ταινίας της οποίας το σενάριο λειτουργεί σε δύο επίπεδα: μπορεί να διαβαστεί ρεαλιστικά, αλλά, αναπόφευκτα, φέρνει στο νου κι άλλες ερμηνείες, και μπορεί να «αναγνωσθεί» και ως μία διαρκής μεταφορά του φαινόμενου της βίας, όπως κι αν εκφράζεται αυτό, θυμίζοντας έντονα «Κυνόδοντα». Οι χωροχρονικές αναφορές, αν και λίγες, πετυχαίνουν το όραμα του σκηνοθέτη, Αλέξανδρου Αβρανά, να δημιουργεί παγκόσμιες ταινίες (δηλαδή, που μπορούν να συμβαίνουν παντού και πάντοτε).

Αν έχετε την ευκαιρία να τη δείτε, κάντε το. Ίσως σας ενοχλήσει, ίσως πάλι σας συναρπάσει, όμως το δίχως άλλο θα σας βάλει σε σκέψεις.

No related posts.