Θεματικη

ΠΟΤΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ;

Σχετικα αρθρα

Μοιρασου το!

Το Κλουβί

«Χαίρε σύντροφε και συνοδοιπόρε, θα λαλήσεις τη γλυκιά σου μελωδία;»

Δίχως σταματημό, δίχως διακοπή η βροχή συνέχιζε την αιώνια πορεία της από τα μολυβένια νέφη προς τα διψασμένα, σκασμένα χώματα. Ασημένιες ανταύγειες, προάγγελοι της καταιγίδας έτρεχαν από τις σκεπές, δάκρυα αγγελικών ομοιωμάτων ανθρώπινης δεξιοτεχνίας. Μπροστά από τη μουντή συστάδα σπιτιών, γκρίζων και γκροτέσκων, έστεκε ένα αρχοντικό με τη χάρη συνταγματάρχη μπροστά σε άνανδρο στρατό. Ο ιδιοκτήτης της έπαυλης, του ερειπίου αυτού μιας λαμπρότερης τάχα εποχής ήταν ένας άντρας ευσεβής και δίκαιος, ο ατάραχος καπετάνιος μιας φουρτουνιασμένης θάλασσας. Ήταν άνθρωπος της λεπτομέρειας και της ακρίβειας, δεν αργούσε ποτέ μήτε σχολίαζε τα ήθη και παθήματα των άλλων. Το επάγγελμα του ήταν το μοναδικό του μέλημα.

Όπως όμως και όλοι οι άνθρωποι, ο αξιόλογος αυτός κύριος διέθετε μια αδυναμία, μια δυσανάλογη αγάπη πατερναλιστικής φύσεως: μέσα σ’ ένα μεταλλικό, τερατώδες κλουβί κούρνιαζε ένα γεράκι αλμπίνος, ένα ασθενικό όρνεο μεγαλωμένο στην αιχμαλωσία. Πόσο αρεσκόταν να καυχιέται για το θηρίο αυτό σε συναντήσεις και δεξιώσεις, να μελετά ασταμάτητα τα ατροφικά του φτερά και να σπεύδει σε κάθε του ανάγκη. Όταν έμενε μόνος με το πλάσμα μαλάκωνε τον τόνο της φωνής του και ρωτούσε: «Χαίρε σύντροφε και συνοδοιπόρε, θα λαλήσεις τη γλυκιά σου μελωδία;». Τότε το γεράκι κούρνιαζε στο κλουβί και έκρωζε το φάλτσο ρυθμό του. Αλήθεια, ήταν τόσο αφοσιωμένος και ολοκληρωτικά δοσμένος στον σύντροφο αυτό που λίγος -αν έστω και καθόλου- χρόνος απέμενε για αυτόν να ασχοληθεί με άλλες έξω-επαγγελματικές υποχρεώσεις. Μια εξ αυτών θα μπορούσε να θεωρηθεί η ανατροφή και καλλιέργεια της μοναχοκόρης του, καθήκον μεταβιβασμένο εξ ολοκλήρου στους υπηρέτες του αρχοντικού. Ήταν ένα πλάσμα εύθραυστο και καχεκτικό, με αυλακωμένα μάγουλα και στιλπνά κορακίσια μαλλιά. Δίχως ποτέ να αντιμιλά ή να λογαριάζει τον εαυτό της, υπηρετούσε με τυφλή πίστη τον πατέρα της, τον προστάτη και θεό της. Ω, πόσο λάτρευε εκείνες τις σύντομες στιγμές, όταν αυτός της απηύθυνε τον λόγο ή την λοξοκοίταζε, αναμένοντας τη συγκατάθεση της για κάποια παρατήρηση ή ρήση του -συγκατάθεση που πάντα εισέπραττε.

Ο χρόνος κυλούσε μ’ αυτόν τον τρόπο, μια μονότονη ρουτίνα που φωτιζόταν από σπίθες απροκάλυπτης, αληθινής αγάπης, όταν ο πατέρας θυμόταν τη μίζερη ύπαρξη της κόρης του. Παρατηρώντας τη συμπεριφορά αυτή του αφέντη τους και λαμβάνοντας υπόψη τον υπάκουο σιωπηλό χαρακτήρα του κοριτσιού, οι υπηρέτες έσπευσαν να ελαφρύνουν το ήδη φορτωμένο τους πρόγραμμα, αναθέτοντας μέρος των καθηκόντων τους σ’ αυτήν. Κανένα παράπονο δε βγήκε από τα σκασμένα της χείλη.

Όταν κάποτε ο λατρεμένος σύντροφος του αφέντη αρρώστησε βαριά, η μπόρα θυμού και βίας που ξέσπασε συντάραξε συθέμελα κάθε προηγούμενη κατάσταση αρμονικής νηνεμίας. Απαξιώντας να παραστεί στη δουλειά του, πόσο μάλλον να ρυθμίσει άλλες υποχρεώσεις, ο αφέντης του σπιτικού κάλεσε τους καλύτερους και γνωστότερους ιατρούς της πόλης για να εξετάσουν τον ισάξιο με άνθρωπο συνοδοιπόρο στη ζωή του. Κατόπιν εξετάσεων και μηχανικά αποστηθισμένων θεωριών περί της εύθραυστης υγείας των ζώων που πάσχουν από αλμπινισμό, οι συνδιαλεγόμενοι κατέληξαν στο εξής πόρισμα: το θηρίο κατάπιε κάποιο δυσανάλογα υπερμέγεθες κομμάτι κρέατος, γεγονός που οδήγησε σε οξύ πόνο της κοιλιακής χώρας. Οι τυποποιημένοι αυτοί ιατρικοί όροι αντήχησαν με διαφορετική χροιά στον λογισμό του πατέρα, υπόκωφα θροΐσματα που σημάνουν τον ερχομό της καταιγίδας. Μη μπορώντας να ελέγξει τον σπαραγμό της ιδέας του χαμού, το αγεφύρωτο κενό που θα έσκιζε τη συνείδηση του άπαξ και χανόταν ο λευκός του άγγελος, ο άντρας απέλυσε τους υπηρέτες που ήταν υπεύθυνοι για τούτη την απερίσκεπτη πράξη. Κάποιοι μάλιστα υποστηρίζουν πως το μένος του δεν κατευνάστηκε ούτε καν τότε, αφού πλήρωσε και διέταξε τον βίαιο ξυλοδαρμό και εν τέλει θάνατο τους. Ήταν πλέον αποφασισμένος να πάρει τη κατάσταση στα χέρια του, συντάσσοντας το πρόγραμμα διατροφής του πουλιού και ορίζοντας τις αυστηρές δοσολογίες τροφής του. Τέτοιοι ήταν οι τρόποι και οι σκέψεις που οδηγούσαν τις πράξεις του.

Η πάχνη αναπαυόταν στα οφιοειδή σοκάκια της γκρίζας πόλης, η λαμπρή φωτονεφέλη που σημάνει τη χαραυγή. Με τα μάτια καρφωμένα κάτω, η κόρη του αφέντη τσαλαβουτούσε άχαρα στα λασπόνερα της βροχής. Ω, πόσο λάτρευε τα άλικα και χρυσά φύλλα του φθινοπώρου, τη μεταλλική μυρωδιά των νερολακούβων και την κάπνα από τις καμινάδες. Κοντοστάθηκε και ρούφηξε άπληστα τον πρωινό αέρα. Συνέχισε. Στα χέρια της κρατούσε δύο σάκους με μαγειρεμένο χοιρινό κρέας, φαγητό που απαξίωσε να γευτεί το λευκό γεράκι. Έπρεπε, λοιπόν, να το πετάξει. Οτιδήποτε προοριζόταν για τον σύντροφο του πατέρα της δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει άλλους σκοπούς, ακόμη και αν αυτό σήμαινε πως τελικά θα παρέμενε αχρησιμοποίητο. Αυτό το γνώριζε καλά. Έστριψε και συνέχισε να διασχίζει τους καταθλιπτικούς δρόμους της πόλης, βυθιζόμενη ολοένα και περισσότερο στη μουντή ατμόσφαιρα του αέναου και άκαρπου αγώνα κάθε ανθρώπινης μορφής να κατακτήσει την καθημερινότητα. Οι δυσβάσταχτες σκέψεις και θνησιγενείς ελπίδες τους καθρεφτίζονταν στα μάτια τους, τη κορμοστασιά τους, το βήμα τους. Ω, πόσο τους μισούσε όλους, σκέφτηκε η κοπέλα επιταχύνοντας. Δεν άντεχε τη μιζέρια και αδυναμία τους, στα μάτια της αποτελούσαν το άκρων αντίθετο του πατέρα της, μια ζαρωμένη σκιά του αλαβάστρινου αγάλματος του. Ο ήλιος άρχισε να ξεπροβάλλει, μια πρησμένη σφαίρα καρφιτσωμένη σε έναν αρρωστιάρικο καμβά, στοχάστηκε. Τότε όμως κάτι τράβηξε τη προσοχή της. Μια ομάδα ζητιάνων, θαρρείς αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο κειτόταν στο σκονισμένο κράσπεδο.

Αποστεωμένοι, άρρωστοι, απέπνεαν μια διαφορετική επιθυμία από τον υπόλοιπο όχλο: την επιθυμία της επιβίωσης, την πρωταρχική ανάγκη για ζωή. Συναισθήματα οίκτου πλημμύρισαν το κορμί του κοριτσιού, σκέψεις λύπησης και ιδέες αγαθοεργίας. Γρήγορα όμως αντικαταστάθηκαν. Ακεραιότητα, αίσθηση καθήκοντος και υποταγή. Δε θα μπορούσε ποτέ να προδώσει την εμπιστοσύνη του, μήτε τολμούσε να αψηφήσει τις διαταγές του. Όχι λόγω φόβου βίας, μα τρόμου. Τρόμου για τη σκληρή εκείνη έκφραση του, το πρόσωπο της ανικανοποίητης θέλησης του, τα μάτια που καταδικάζουν κάθε αποτυχία. Ο άνθρωπος αυτός είχε απόλυτη κυριαρχία πάνω της. Κάθε λέξη του δόγμα στα αυτιά της, μια φυσική σταθερά που δε νοείται να μην υφίσταται. Ένα νεύμα του και θα πέθαινε. Και τι γλυκός θάνατος! Αυτές οι μπερδεμένες φωνές αντηχούσαν στο νου της καθώς έσφιξε τους σάκους με το κρέας και συνέχισε βουρκωμένη.

Οι μουντές μέρες περνούσαν, κυλούσαν αβίαστα όπως τα βρώμικα νερά της βροχής στις σκονισμένες αλέες, τίποτα το ουσιώδες δε φαινόταν να τις χρωματίζει. Η άνευ ορίων λατρεία του άρχοντα του σπιτιού για το μονάκριβο γεράκι του έσπασε το φράγμα λογικής, οι σκέψεις του κλονισμένες και η πηγή τους, ο νους του, ταλαντευόμενος μεταξύ εύθραυστης αυτοκυριαρχίας και αβυσσαλέου χάους. Δεν είναι ωστόσο απλό το ζήτημα της ψυχικής διαταραχής ενός ανθρώπου, μήτε μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με ετικέτες. Διότι στα μάτια αυτού που διαβαίνει το μονοπάτι της παράνοιας, οι πράξεις και εν τέλει ενέργειες του είναι λογικές και απόλυτα δικαιολογημένες, μια φυσική συνέχεια των πραγμάτων. Οι απαιτήσεις σύντομα έγιναν αυθόρμητα καπρίτσια ειπωμένα με τόνο σοβαρό και προστακτικό, διαταγές απαραβίαστες. Το γεράκι αντιμετωπιζόταν πλέον από κάθε άποψη ως ανθρώπινο ον, αν όχι καλύτερα. Υπηρέτες σύντομα άρχιζαν να εγκαταλείπουν την οικία, δίχως μάλιστα να ειδοποιούν εκ των προτέρων τον εργοδότη τους -τους ήταν αδύνατο να κατανοήσουν και να συμμορφωθούν με τις παράλογες επιταγές του. Αντιλαμβανόμενος τις απουσίες, ο άντρας ανέθεσε δίχως δεύτερη σκέψη τα πρώην καθήκοντα τους στην πρόθυμη κόρη του, η οποία τα αποδέχτηκε με συγκρατημένο ενθουσιασμό.

Δέσμες φωτός ξετρύπωναν μέσα από τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα, χάλκινες ανταύγειες που λικνίζονται στα νέφη σκόνης ενός φθινοπωρινού πρωινού. Έχοντας τελειώσει τις λοιπές της αρμοδιότητες, η ωχρή κοπέλα σκούπισε το ιδρωμένο άλλα χαρούμενο πρόσωπο της με την ανάποδη του χεριού. Το επόμενο δωμάτιο ήταν αυτό του γερακιού, στοχάστηκε και δάγκωσε τα χείλη της από ανυπομονησία. Αδημονούσε να αντικρίσει ξανά το πλάσμα που είχε δεθεί με απαραβίαστα δεσμά με τον πατέρα της, μια πανέμορφη σύμπραξη αμόλυντης ευδαιμονίας. Ένα ακόμη βλέμμα στα υπέροχα χάντρινα μάτια του, μια κρυφή ματιά στα ασθενικά του φτερά. Με αυτές τις σκέψεις παραμέρισε τη δρύινη πόρτα και πάτησε μέσα στη καμάρα. Το αναγνωστηρίο του πατέρα της είχε τρεις βιβλιοθήκες (μια σε κάθε τοίχο εκτός της πόρτας), ένα εβένινο τραπέζι φορτωμένο με γραφική ύλη και πένες τοποθετημένο στα δεξιά και ένα σβησμένο τζάκι στα αριστερά. Αυτό που γέμιζε ωστόσο τον χώρο, αυτό που αφομοίωνε όλα τα στοιχεία που το περιέβαλλαν ήταν το κλουβί. Μόνο η μεταλλική του βάση διακρινόταν κάτω από το λευκό βελούδινο ριχτάρι που αναπαυόταν πάνω του.

Το κορίτσι κοντοστάθηκε, μαγεμένη ξανά και για πάντα από την ατμόσφαιρα που απέπνεε ο χώρος. Δε μπορούσε να κρατηθεί άλλο, ήθελε να το ατενίσει, σκέφτηκε. Με τέσσερις θαρραλέες δρασκελιές βρέθηκε μπροστά από τον μεταλλικό γίγαντα. Είχε συνδέσει τη μορφή του πατέρα της με αυτή του γερακιού, γνώριζε πως οι δυο τους ήταν τα αναπόσπαστα κομμάτια μιας και μόνο ύπαρξης, δυο περιπλανώμενοι συνοδοιπόροι που συνεχίζουν το δρόμο τους μόνο και μόνο επειδή βρίσκονταν μαζί. Ω ,πόσο λάτρευε τα στοργικά του μάτια, ξαναέφερε στο νου της ψηλαφώντας το ριχτάρι. Δεν υπήρχε πιο μαλακή επιφάνεια και πιο λευκό χρώμα από αυτό του ρούχου, ούτε ίσως και πιο ωραίο άρωμα από αυτό που αναδυόταν τώρα από το κλουβί. Καθετί της φαινόταν θεϊκά πλασμένο, όλα συνυπήρχαν μεταξύ τους υπό τις πιο άρτιες συνθήκες και εξυπηρετούσαν τον απόλυτο σκοπό τους. Γρατσούνισε τις δίπλες του ρούχου, χαϊδεύοντας το απαλά, αργά. Ετοιμάστηκε να το τραβήξει, σταμάτησε όμως ξανά προσπαθώντας να βρει κάτι άλλο που έπρεπε να κάνει για να εντείνει την αίσθηση της ευχάριστης προσμονής. Μη βρίσκοντας οτιδήποτε άλλο, τοποθέτησε τον εαυτό της μπροστά από το κλουβί ξανά και τράβηξε το ρούχο. Το περήφανο κορμί του τη χαιρέτησε, τα άσπρα φτερά του κλειστά. Τα μάτια του ήταν εκεί και την κοιτούσαν περίεργα, βλοσυρά, νεκρά. Ανήκαν πλέον σ’ ένα κουφάρι.

Πανδαιμόνιο. Παράνοια. Εντροπία. Ο κόσμος όπως τον γνώριζε είχε καταστραφεί και σμιλευτεί εκ νέου. Συνονθύλευμα ιδεών, συναισθημάτων, παρορμήσεων και προσευχών αντιπαρέχονταν το ένα το άλλο. Η πρωταρχική κυρίαρχη σκέψη της, αυτή που υπερνίκησε ήρεμα τις ενστικτώδεις αντιδράσεις της ήταν αυτή του απροκάλυπτου θριάμβου. Θριάμβου έναντι στο ον που της είχε στερήσει τη προσοχή του πατέρα της. Θέλησε να ουρλιάξει από ανείπωτη χαρά, να ουρλιάξει ωσότου κλείσει η φωνή της ή να σπάσουν τα θεμέλια του κόσμου. Το πρόσωπο της συσπάστηκε από οργή, μανία και μίσος. Καταράστηκε τον εαυτό της για τις ενδόμυχες αυτές σκέψεις, την εξωτερίκευση των οποίων θεωρούσε μίασμα. Δεν ήταν δυνατόν να είχε νιώσει χαρά και ευτυχία, ήταν ένα ψέμα. Έπεσε στα γόνατα. Τα μάγουλα της υγρά από τα ρυάκια δακρύων. Δεν είχε αισθανθεί ποτέ χαρά, αυτό ήταν σίγουρο καθησύχασε τον εαυτό της. Το μόνο που νιώθω είναι συμπόνοια για το θηρίο τούτο, συμπόνοια και θλίψη.

Σηκώθηκε, ανασκουμπώθηκε και κοίταξε ξανά το πτώμα: έστεκε όρθιο, ακουμπώντας το ασημένιο του ράμφος στα παγωμένα κάγκελα. Το αποχαιρετιστήριο δώρο των τελευταίων από του υπηρέτες. Δίχως ακόμη να μπορεί να επεξεργαστεί πλήρως τα δεδομένα, μια νέα σπίθα άναψε μέσα της: η ανησυχία για τη ζωή του πατέρα της. Η σκέψη αυτή οικοδομήθηκε δειλά και ανήλθε κατόπιν πολλών αμφιβολιών. Ο πατέρας της δε μπορούσε να ζήσει δίχως το συνοδοιπόρο του, δίχως το κομμάτι της σάρκας και συνείδησης του. Πώς θα συνέχιζε να υφίσταται η ίδια σ’ έναν κόσμο δίχως αυτόν; Ποιοί νέοι κοσμικοί κανόνες θα θέτονταν σε εφαρμογή και θα πλαισίωναν την καινούργια της ύπαρξη;  Ήταν άραγε εφικτό να επιζήσει το μισό ενός ατόμου, ένα αδειανό κέλυφος; Όχι. Σαν το ψυχρό χειμωνιάτικο ρεύμα που εισβάλλει ανυποψίαστα στην ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα, μια ιδέα γλίστρησε από το άυλο φάσμα του υποσυνείδητου της και πήρε σάρκα και οστά. Έπρεπε να αντικαταστήσει τον συνοδοιπόρο.

Το πρόσωπο της πήρε μια ασθενική λάμψη, ένα σύννεφο βροχής που κρύβει τον ήλιο. Ήταν τόσο απλό, τελικά. Να γίνει αυτή ο σύντροφος στη ζωή του και να τον σώσει, ναι, αυτό ήταν τώρα ένα δεδομένο και αδιαμφισβήτητο πόρισμα, μια αλήθεια που ίσχυε από πάντα. Τα τρεμάμενα χέρια της έκαναν να αγγίξουν το θεόρατο πουλί. Σταμάτησε. Οι τελευταίες αμφιβολίες και ενδοιασμοί για την επικείμενη πράξη της την κρατούσαν, αιχμάλωτη σ’ ένα κλουβί όπου οι σκέψεις και ενέργειες ορίζονται με συγκεκριμένα κριτήρια, θεωρούνται σωστές ή λανθασμένες, αποδεκτές ή ανάρμοστες, λογικές ή παράλογες από όντα που τρέμουν να ομολογήσουν την ίδια τη φυσική τους σύσταση. Όχι, δεν θα έμπαινε σ’ εκείνο το κλουβί.

Αργά άλλα σταθερά σήκωσε το γαντοφορεμένο της χέρι και το έφερε μπροστά στα μάτια του θηρίου. Γνώριζε τι έπρεπε να κάνει. Ανοίγοντας προσεκτικά την πόρτα αγκάλιασε το λευκό πτώμα και το σήκωσε αγκομαχώντας, πριν το ακουμπήσει στο πάτωμα. Σκούπισε το αναψοκοκκινισμένο της μέτωπο. Της φαινόταν πως όλα τα γεγονότα της ζωής της την είχαν οδηγήσει εδώ, στα χνάρια του μονοπατιού που θα περιδίαβαινε προσεχώς. Με πυρετώδη έξαψη τράβηξε ένα πούπουλο από το πεσμένο κορμί. Το έφερε στα μάτια της. Χαμογέλασε. Την επόμενη στιγμή το έμπηξε με δύναμη στο δεξί της μπράτσο, αφήνοντας δάκρυα να βρέξουν εκ νέου τα υγρά της μάγουλα. Δε σταμάτησε ούτε λεπτό, δε στάθηκε να περιεργαστεί τον εαυτό της ή να λογαριάσει το πόνο. Έβγαζε και έμπηγε στο κορμί της πούπουλα με αχαλίνωτη μανία και ηδονική ευχαρίστηση, μουσκεύοντας με αίμα τα ρούχα και το σώμα της. Η μακάβρια διαδικασία συνεχίστηκε έως ότου ο άνθρωπος χάθηκε και το θεριό ξαναγεννήθηκε. Βουτηγμένη στο αίμα έστεκε πάνω από το γυμνό, άψυχο, σπασμένο κορμί του λευκού γερακιού. Σάλεψε. Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και το γνωστό βήμα του πατέρα της διέσχιζε ήδη τον διάδρομο. Δίχως να έχει χρόνο να ξεφορτωθεί το σώμα του πουλιού σύρθηκε μέχρι το κλουβί. Σηκώθηκε. Έπιασε τα παγωμένα κάγκελα και μπήκε μέσα.

Η πόρτα του αναγνωστηρίου άνοιξε και η σκυθρωπή φιγούρα του άντρα εισχώρησε. Αφού έβγαλε το παλτό και καπέλο του σάστισε. Κοίταξε έντρομος τη νεκρή γυμνή μάζα στο πάτωμα. Αμέσως, γύρισε το κεφάλι του προς το κλουβί και απίθωσε το βλέμμα του στο εσωτερικό του. Τα μάτια του γεμάτα αμφιβολία εξέταζαν εξονυχιστικά το πλάσμα, τον σύντροφο του. Τότε έγινε. Το βλέμμα του μαλάκωσε και ηρέμησε, ένα θερμό μειδίαμα ανέβηκε στα χείλη του. Το αίσθημα ευφορίας και υπαρξιακής τελείωσης που αφόπλισε το πλάσμα στο κλουβί θαρρείς επαναπροσδιόρισε την έννοια της ευτυχίας, ορίζοντας εκ νέου τα ανθρώπινα κριτήρια απόκτησης της. «Χαίρε σύντροφε και συνοδοιπόρε, θα λαλήσεις τη γλυκιά σου μελωδία;» χαμογέλασε ο πατέρας μιας χαμένης κόρης πλησιάζοντας το φίλο του. Το γεράκι κούρνιασε στο κλουβί του και έκρωξε το φάλτσο ρυθμό του.

No related posts.