Θεματικη

ΠΟΤΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ;

Σχετικα αρθρα

Μοιρασου το!

Ο χρόνος κυλάει διαφορετικά για όσους μετανιώνουν…

Η Ε. κοιτάχτηκε κλεφτά στον καθρέφτη του μπάνιου πριν φύγει από το σπίτι. Δεν ήταν και στα καλύτερά της αλλά απέπνεε μια γοητεία, παρά τους μωβ κύκλους που πλαισίωναν τα μάτια της. Το ξενύχτι έφταιγε… Άτιμο πράγμα οι βραδινές σκέψεις, τελικά. Ήρθαν ύπουλα εκεί που δεν τις περίμενε. Όσο και να έκλεινε τα μάτια ή τα αυτιά της, εκείνες δεν έφευγαν. Της έκαναν παρέα μέχρι να παρασυρθεί σε μία δίνη ύπνου.

Έκανε μια γκριμάτσα, κοροϊδεύοντας το νεανικό πρόσωπο του καθρέφτη, και γρήγορα βγήκε από το σπίτι. Κλείδωσε την πόρτα και έτρεξε, με τα πράσινα all-star της, στο δρόμο. Ήθελε τόσο πολύ να απολαύσει αυτή την κρύα, μελαγχολική μέρα. Περίμενε πώς και πώς την άφιξη του Νοεμβρίου. Και, να, που επιτέλους ήρθε. Συννεφιασμένος ουρανός με μια υποψία βροχής και αέρα και πουθενά να φαίνεται το μπλε του ουρανού – ναι, σίγουρα ο χειμώνας ήταν η αγαπημένη της εποχή. Άλλωστε ένιωθε ότι έμοιαζαν τόσο πολύ: ήταν και η ίδια κρύα, μελαγχολική και σκοτεινή. Δεν έφταιγε. Ήταν έτσι από τότε που θυμόταν τον εαυτό της.

Καθώς περπατούσε στο δρόμο, μια μυρωδιά νοσταλγίας άρχισε να την περικυκλώνει. Ανύπαρκτες φιγούρες έκαναν την εμφάνισή τους. Μια αντρική σκιά την πλησίασε και έκανε να της πιάσει το χέρι. Εκείνη της έριξε ένα στραβό χαμόγελο που έκρυβε κάτι παραπάνω από λύπη, και συνέχισε να περπατάει. Ασυναίσθητα της ήρθαν στο μυαλό ξεχασμένες υποσχέσεις, εικόνες ουτοπικής ευτυχίας και ψευδαισθήσεις ενός μυαλού εθισμένου στην αυτοκαταστροφή. Της έσπαγαν τα νεύρα, κυρίως, γιατί ποτέ δεν θεωρούσε τον εαυτό της ρομαντικό αλλά κάποτε παρασύρθηκε και έγινε. Δεν έφταιγε. Οι συγκυρίες.

Αν κάποιος την παρατηρούσε, εκείνη τη στιγμή, θα έβλεπε ότι το πρόσωπό της άρχισε να γεμίζει σιγά-σιγά από μικρές και διακριτικές ρυτίδες. Σαν να μεγάλωσε ξαφνικά και απρόοπτα. Απρογραμμάτιστα.

Λίγο πιο κάτω, στη γωνία του δρόμου, εκεί στο κόκκινο παγκάκι, ήταν στρογγυλοκαθισμένη μια άλλη σκιά, γυναικεία αυτή τη φορά. Η Ε. κοντοστάθηκε να την παρατηρήσει. Αυτή η σκιά δεν έκανε καμία κίνηση να έρθει προς το μέρος της. Ασυναίσθητα της ήρθαν στο μυαλό συζητήσεις, ανάλαφρες και βαριές, βλέμματα αστεία και σοβαρά, φωνές ήρεμες και έντονες. Ένιωσε μέσα της ένα «κρακ». Βέβαια, αυτό ήταν αδύνατο, αφού κάτι που έχει σπάσει ήδη μια φορά δεν μπορεί να ξανασπάσει. Της φάνηκε ότι άκουσε πνιχτά γέλια αλλά σίγουρα ήταν της φαντασίας της. Οι σκιές δεν γελάνε, σωστά;

Αν κάποιος την παρατηρούσε, εκείνη τη στιγμή, θα έβλεπε ότι τα μαλλιά της άρχισαν να βάφονται γκρι. Το καστανόξανθο χρώμα άρχισε να ξεθωριάζει και να δίνει τη θέση του σ’ ένα γκρι που σταδιακά μεταμορφωνόταν σε λευκό. Σαν να μεγάλωσε ξαφνικά και απρόοπτα. Απρογραμμάτιστα. Ήταν λες και ένα λεπτό έκρυβε μέσα του χρόνια, όχι δευτερόλεπτα.

Η Ε. συνέχισε την βόλτα της στην ερειπωμένη πόλη. Ερειπωμένη γιατί ούτε ψυχή δεν κυκλοφορούσε στο δρόμο. Εκτός από την ίδια. Κανένας ήχος δεν ακουγόταν από πουθενά. Εκτός από το γρήγορο βηματισμό της. Λες και η πόλη είχε εκκενωθεί και μόνο εκείνη δεν ειδοποιήθηκε. Αυτή και οι σκιές της, δηλαδή.

Έβγαλε από την τσέπη της πακέτο και αναπτήρα και ετοιμάστηκε να ανάψει ένα τσιγάρο. Αναπάντεχα έπιασε τσουχτερό κρύο και ένιωσε ότι το έχει ανάγκη. Τη στιγμή που ακουμπούσε το τσιγάρο στα χείλη της, δυο σκιές, πιασμένες αγκαζέ, βρέθηκαν μπροστά της, κουνώντας το δείκτη του χεριού τους αποδοκιμαστικά. Αυτό το ζευγάρι σκιών φαινόταν πιο ηλικιωμένο από τις προηγούμενες φιγούρες. Κούνησαν το κεφάλι τους σαν να τη μάλωναν και απομακρύνθηκαν.

Η Ε. άφησε μια μικρή κραυγή. Παρόλα αυτά, άναψε στα γρήγορα το τσιγάρο. Ασυναίσθητα της ήρθαν στο μυαλό, αυτή τη φορά, μυρωδιές γνώριμες, όπως κανέλα και δυνατός καφές φίλτρου, πρωινές φωνές για καλημέρα αλλά και έντονοι καυγάδες που οδήγησαν σε σπασμένα φλιτζάνια και ραγισμένους δεσμούς.

Αν κάποιος την παρατηρούσε, εκείνη τη στιγμή, θα έβλεπε ότι η άλλοτε λυγερή κορμοστασιά της σιγά-σιγά συρρικνωνόταν και η ίσια πλάτη της άρχισε να κυρτώνει και να καμπουριάζει. Σαν να μεγάλωσε ξαφνικά και απρόοπτα. Απρογραμμάτιστα. Ήταν λες και ένα λεπτό έκρυβε μέσα του χρόνια, όχι δευτερόλεπτα. Λες και η έννοια του χρόνου παραμορφώθηκε και τα λεπτά κυλούσαν με απελπιστικά γρήγορους ρυθμούς.

Έριξε μια ματιά στο ρολόι που κρεμόταν από το λεπτοκαμωμένο καρπό της. Η ώρα είχε ήδη πάει δώδεκα παρά πέντε. Ένιωσε μια γλυκιά κούραση να την καταλαμβάνει. Λες και το βάρος πολλών χρόνων βάραιναν τους ώμους της και τα πόδια της δεν την κρατούσαν πλέον. Ευτυχώς δεν βρισκόταν μακριά από το σπίτι.

Μόλις έφτασε στο διαμέρισμά της, κατευθύνθηκε προς το υπνοδωμάτιο. Έβαλε πυτζάμες και πήγε στο μπάνιο. Κοιτώντας το πρόσωπό της στον καθρέφτη, είδε μια μάσκα φρίκης να αντικατοπτρίζεται στο τζάμι. Τα γκρίζα μαλλιά, το ρυτιδιασμένο δέρμα γεμάτο σημάδια και τα θαμπά μάτια δεν θύμιζαν σε τίποτα τον συνηθισμένο της εαυτό. Ήταν λες και τουλάχιστον σαράντα χρόνια είχαν περάσει από πάνω της.

Μέσα σε ένα απόγευμα. Ή μήπως δεν ήταν ένα;

Μέσα σε μία ώρα. Ή μήπως δεν ήταν μία;

Τα λεπτά έγιναν ώρες, οι ώρες μέρες, οι μέρες χρόνια.

Όλα αυτά είναι, βέβαια, υποκειμενικά.

Άλλωστε ο χρόνος κυλάει διαφορετικά για όσους μετανιώνουν.

video

No related posts.