Τράπεζα Αττικής: Η μόνη ελληνική ιδιωτική τράπεζα Oct16

Θεματικη

ΠΟΤΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ;

Σχετικα αρθρα

Μοιρασου το!

Τράπεζα Αττικής: Η μόνη ελληνική ιδιωτική τράπεζα

Με απόλυτη επιτυχία ολοκληρώθηκε η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου και η έκδοση Μετατρέψιμου Ομολογιακού Δανείου της Τράπεζας Αττικής και έτσι η τελευταία μετατρέπεται στην πρώτη αμιγώς ιδιωτική τράπεζα της Ελλάδας. Μέσω της ιδιωτικής τοποθέτησης για αδιάθετες μετοχές και ομολογίες η Τράπεζα Αττικής συγκέντρωσε 398,8 εκατ. ευρώ και ανακεφαλαιοποιείται πλήρως από ιδιώτες.

Με την οικονομική κρίση και την έλλειψη ρευστότητας στην αγορά οι τράπεζες κλονίστηκαν. Αυξήθηκε το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων και επισφαλών δανείων και αυτό είχε αντίκτυπο στα κεφάλαια της τράπεζας και κατά συνέπεια στα κεφάλαια που είχε η τράπεζα να διαθέσει πρώτον για να έχει καθαρή θέση και δεύτερον για να μπορεί να δώσει νέες χρηματοδοτήσεις και να μπορεί να μπει στην αγορά.

Όσο αυτό φαινόταν ανέφικτο οι τράπεζες έπρεπε με κάποιο τρόπο να αντλήσουν κεφάλαια. Ο δρόμος ήταν ένας, να γίνουν αυξήσεις στα μετοχικά τους κεφάλαια. Όλες οι τράπεζες που δεν είχαν επαρκή κεφαλαιοποίηση έπρεπε είτε να κεφαλαιοποιηθούν εκ νέου είτε να εισέλθουν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικού Κινδύνου, για να τους δώσει χρήματα έτσι ώστε να μεγαλώσουν τα κεφάλαιά τους. Οπότε αποφασίστηκε να μείνουν τέσσερις τράπεζες στην αγορά, η Πειραιώς, η Εθνική, η Alpha Bank και η Eurobank, οι οποίες απορρόφησαν τις υπόλοιπες. Οι τέσσερις τράπεζες από τη στιγμή που έγιναν πυλώνες και εντάχθηκαν στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικού Κινδύνου έπρεπε να προχωρήσουν σε αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου μόνο για το 10% του κεφαλαίου, διότι το 90% καλύφθηκε από το ταμείο.

H Τράπεζα Αττικής, θέλοντας να μείνει αυτόνομη, έπρεπε (για να μην μπει στο Ταμείο Χρηματοπιστωτικού Κινδύνου) να προχωρήσει σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου 100%. Έτσι, ενώ οι υπόλοιπες τράπεζες έπρεπε να αντλήσουν κεφάλαια μόνο για το 10%, η Τράπεζα Αττικής είχε τη δυσκολία να αντλήσει το 100%. Βέβαια, από την άλλη υπήρχε και το επιχείρημα ότι δεν είναι όλες οι τράπεζες ίδιου μεγέθους και κατά συνέπεια το 10% της Εθνικής θα ήταν πολύ μεγαλύτερο σε σχέση με το 100% της Αττικής. Αλλά, αν πάρουμε τα μερίδια των αγορών, “αδικημένη” θεωρείται ότι είναι η Αττική. Όταν η Eurobank είχε να αντλήσει 800 εκατομμύρια, που ήταν το 10%, και είχε ένα μερίδιο πολύ μεγαλύτερο στην αγορά, η Αττικής είχε να αντλήσει 400 εκατομμύρια, οπότε αναλογικά κρίνει ο καθένας ποια τράπεζα είναι “αδικημένη”.

Στέλεχος της Τράπεζας Αττικής δηλώνει: «Η Αττικής προχώρησε σε αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με το ποσό των 400 εκατομμυρίων ευρώ αλλά αυτό που είχε ουσιαστικά τη μεγαλύτερη συμβολή για μένα είναι η απόφαση του κύριου ως τότε μετόχου της Αττικής, του ταμείου των μηχανικών ΤΣΜΕΔΕ, να στηρίξει την αύξηση με 200 εκατομμύρια ευρώ. Οπότε αυτόματα η τράπεζα είχε να αναζητήσει 200 εκατομμύρια και όχι 400, γιατί τα 200 τα έβαλε το ΤΣΜΕΔΕ, ενισχύοντας το ποσοστό μετοχικής σύνθεσης. Έτσι, ενώ είχε ένα ποσοστό 47% πήγε στο 52% και γίνεται ο κύριος μέτοχος της Αττικής.» Η αύξηση ήταν 398,8 εκατ., διακόσια εκατομμύρια για την έκδοση μετατρέψιμου ομολογιακού δανείου και τα υπόλοιπα για την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου. Αυτό που τέθηκε σαν όρος ήταν τα 400 εκατ. ευρώ. Όταν έφτασε η αύξηση στα 398,8 εκατ. θεωρήθηκε πετυχημένη από τις εποπτικές αρχές, αν και με μία μικρή απόκλιση.

Υπήρχαν πολλά σενάρια για το αν θα μετέχουν στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου ιδιωτικά fund. «Η διεύθυνση που είχε αναλάβει ουσιαστικά αυτές τις συζητήσεις απευθύνθηκε σε ιδιωτικά fund. Έγιναν συζητήσεις και ταξίδια στη Ν. Υόρκη. Δεν πήραν μέρος τελικά τα ιδιωτικά fund και δεν είναι ακριβές αν αυτά έθεταν όρους που διαφωνούσαν με τις εποπτικές αρχές της τράπεζας ή αν η τράπεζα είδε ότι μπορούσε να στηριχτεί σε καθαρά ιδιωτική συμμετοχή μέσα στην Ελλάδα. Πέτυχε γιατί οι ιδιώτες στην Ελλάδα στήριξαν την αύξηση μετοχικού», αναφέρει το στέλεχος της Attica Βank.

To ΤΣΜΕΔΕ στήριξε την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου με 200 εκατ. ευρώ. Οι μηχανικοί είχαν το 42,87% πριν την αύξηση, τώρα έχουν πάει στο 51,8% και είναι ο κύριος βασικός μέτοχος της τράπεζας. «Ήταν μια απόφαση δύσκολη και για εμάς τους υπαλλήλους της Αττικής, μια απόφαση που ήθελε “κότσια”. Όταν όλο το κλίμα είναι τέτοιο και έρχεται ένα  ταμείο και λέει, “ναι μπαίνω σε μία μικρή τράπεζα, βάζω 200 εκατ. από το ψωμί μου και τη στηρίζω, για να παραμείνει ιδιωτική” είναι μια απόφαση που θέλει θάρρος και θέλει ανθρώπους που βλέπουν μπροστά και στοχεύουν στην ανάπτυξη και στην ουσία όχι στη βραχυπρόθεσμη αλλά στην μακροπρόθεσμη ανάπτυξη της τράπεζας».

Παράλληλα, όλα αυτά είχαν να κάνουν με τη σταθερή πορεία της τράπεζας όλα αυτά τα χρόνια και τη συμπεριφορά της απέναντι στους επενδυτές, τους καταθέτες και τους επιχειρηματικούς πελάτες. «Θεωρώ ότι όλο αυτό τον καιρό η Τράπεζα Αττικής δεν άφησε κανέναν πελάτη να έχει αμφιβολίες, όχι με λόγια, αλλά με πράξεις. Στην κρίση δεν υπήρχε κάποιος πελάτης που να πει, θέλω να πάρω πίσω τα λεφτά μου και να του πούμε όχι δεν θα πάρεις τα λεφτά σου.  Κάναμε αυτό που ήθελε ο πελάτης για να νιώσει σιγουριά και εμπιστοσύνη, αλλά ταυτόχρονα τον ενημερώναμε για το αν θα πρέπει, αν δεν θα πρέπει, τι θα ήταν καλύτερο να κάνει, ενημερώνοντας όχι κατευθύνοντας.» Για αυτούς τους λόγους κατάφερε η τράπεζα να είναι η μόνη ελληνική τράπεζα ιδιωτικής φύσης ενώ όλες οι άλλες τράπεζες είναι ελεγχόμενες και έχουν ως κύριο μέτοχο το Ταμείο Χρηματοπιστωτικού Κινδύνου.

Το Ταμείο εκτός του ότι ελέγχει αυτή τη στιγμή τις κινήσεις αυτών των τραπεζών, την πολιτική, την επιχειρηματική πολιτική, την πολιτική στα επιτόκια, κάποια στιγμή θα ζητήσει και το 90% που τους έχει δώσει. Αυτό είναι που θα έχουν να αντιμετωπίσουν οι συστημικές τράπεζες και αυτή είναι η διαφορά μιας συστημικής και μιας μη συστημικής τράπεζας. Μια τράπεζα ιδιωτικής φύσης ακολουθεί την πολιτική της κάτω από τις υποδείξεις της Black Rock, κάτω από τις υποδείξεις της τρόικας αλλά άλλο να έχεις ως κύριο μέτοχό σου την τρόικα και άλλο να είσαι αυτόνομη και να είναι δικές σου οι αποφάσεις, έχοντας πάντοτε υπόψη τις αποφάσεις των εποπτικών αρχών.

Δεν έχει εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα της τράπεζας μακροπρόθεσμα. Όλα θα εξαρτηθούν από το τι έχει να αντιμετωπίσει η τράπεζα από τους τόκους που θα βάλει, τι θα γίνει με τα επιχειρηματικά δάνεια, τι θα γίνει με τις ασφαλίσεις, τι καταθετική πολιτική θα ακολουθήσει και από πού θα βρει να δανειστεί. Όλα θα εξαρτηθούν από το πώς θα χειριστεί η τράπεζα την ευκαιρία που της δόθηκε με την πετυχημένη αύξηση μετοχικού. «Έχει αποδείξει η τράπεζα ότι μπορεί να ακολουθήσει μια πολιτική που είναι άξια εμπιστοσύνης. Θα φανεί η βιωσιμότητα από το πώς θα κινηθεί η τράπεζα, αλλά δεν μπορεί κανείς να πει ούτε θετικά ούτε αρνητικά πως θα πάει σε βάθος χρόνου. Πολύ πιθανόν σε τρία χρόνια να ξαναχρειαστεί αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Όλα θα εξαρτηθούν και από το πώς θα αναπτυχθεί η οικονομία», αναφέρει το στέλεχος της τράπεζας.

Το μόνο σίγουρο είναι ότι πρέπει οι τράπεζες να αποτελούν τη βάση της παραγωγικής διαδικασίας και αυτό έχει να κάνει  με τα επιτόκια, αν οι χρηματοδοτήσεις των τραπεζών προς τις επιχειρήσεις έχουν να κάνουν με επιτόκια απαγορευτικά για τις επιχειρήσεις. Όσα χρήματα και να θέλει να δώσει η τράπεζα αν τα επιτόκια είναι απαγορευτικά για τον πελάτη δεν θα μπορεί να ανταπεξέλθει. Βέβαια, η παραγωγική ανασυγκρότηση “περνάει” μέσα από τις τράπεζες αλλά έχει να κάνει και με το γενικότερο οικονομικό πλαίσιο…

No related posts.