Νέα αρχή για ΤΣΑΡΟΥΧΑ

Το γνωστό πατσατζίδικο των αδελφών Τσαρούχα γιόρτασε στις 29 Σεπτεμβρίου τα 61α χρόνια λειτουργίας και τη ριζική ανακαίνισή του με μια φαντασμαγορική εκδήλωση με ρεμπέτικα ακούσματα.

«Τι να πρωτοθυμηθώ σ’ αυτά τα 61 χρόνια λειτουργίας του καταστήματος, απ’ όπου πέρασαν σχεδόν όλοι οι καλλιτέχνες και οι πολιτικοί της Ελλάδας αλλά και πολλοί του εξωτερικού», αναρωτιέται ο Νίκος Τσαρούχας, ενώ με εμφανή συγκίνηση προσπαθεί να ξετυλίξει την ιστορία του μαγαζιού.

Ο «ΤΣΑΡΟΥΧΑΣ», το παλαιότερο μαγαζί της πόλης που ειδικεύεται στον πατσά, λειτουργεί από το 1952. Εδώ και παραπάνω από μισό αιώνα προσφέρει τόσο στους Θεσσαλονικείς όσο και στους επισκέπτες της συμπρωτεύουσας μοναδικές γευστικές εμπειρίες. Πέρα από το γνωστό φαγητό των ξενύχτηδων που συνεχίζεται να προσφέρεται 24 ώρες-ακόμα και για πρωινό-θα βρείτε και μια ποικιλία από μαγειρευτά. Ένα χαρακτηριστικό πιάτο του εστιατορίου είναι τα σουτζουκάκια σμυρναίικα που είχαν την ευκαιρία να τα δοκιμάσουν όσοι βρέθηκαν την Κυριακή στην εκδήλωση.

Στις 20:30 τα τραπέζια είχαν ήδη γεμίσει από τον κόσμο. Ο νέος, ριζικά ανακαινισμένος χώρος, συνδύαζε την παράδοση με τη νεανικότητα. Στη σκηνή που είχε στηθεί εμφανίστηκε ο Αγάθωνας Ιακωβίδης και το μπουζούκι του. Με τη συνοδεία της μουσικής του, παίχτηκε αρχικά στο θέατρο σκιών το έργο «Ο Καραγκιόζης μάστορας πατσά», από τον μαθητή του αείμνηστου Σπαθάρη, Χρήστο Στανίση. Έπειτα, ακολούθησε ρεμπέτικη μουσική από τον Αγάθωνα και τους συνεργάτες-φίλους του. Στη σκηνή μάλιστα εμφανίστηκε και ο Ηλίας Κόζας, οποίος είπε μερικά ρεμπέτικα τραγούδια συνάμα και το πολύ γνωστό τραγούδι της μπάντας του, Koza Mostra, «Alcohol is free». Εδώ, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συγκεκριμένη εκδήλωση εντάσσεται στο πλαίσιο του φετινού «Thessaloniki Food Festival».

«Ο Νίκος Ξανθόπουλος ερχόταν κάθε βράδυ για φαγητό, μετά τις παραστάσεις του και η μάνα μου, που ‘χε καημό να τον δει από κοντά, με ρώτησε τι ώρα έρχεται για να είναι στο μαγαζί και να τον δει! Και ήταν εκεί, μαζί με άλλες γυναίκες, οι οποίες παραφυλούσαν στον δρόμο, περιμένοντας τον μεγάλο πρωταγωνιστή της εποχής. Ο Βοσκόπουλος, πάλι, έμπαινε στο μαγαζί κι έλεγε: «μάστορα, κάνε αυτό που ξέρεις». Ενώ ο Έβερτ δεν σηκωνόταν από το τραπέζι αν δεν έτρωγε 3 πιάτα πατσά», αναφέρει ο Νίκος Τσαρούχας.

Κατά τη διάρκεια της βραδιάς το μαγαζί σέρβιρε λευκό κρασί με διάφορα εδέσματα, ενώ οι πελάτες μπορούσαν να παραγγείλουν πολλά μαγειρευτά πιάτα, αλλά και πατσά. Ο κ. Νίκος έσπευσε μάλιστα να φανερώσει λίγα από τα μυστικά του παράξενου αυτού πιάτου. Αρχικά, διευκρίνισε ότι στο κατάστημα σερβίρεται αποκλειστικά μοσχαρίσιος πατσάς και πρόκειται για το ποδαράκι, το στομάχι (σαρδένι), το παχύ έντερο (σαρδένι), την κοιλιά , και το πάγκρεας (τόπι) του ζώου. Ο ίδιος μάλιστα θυμήθηκε τον άνθρωπο που του δίδαξε τη συγκεκριμένη τέχνη, τον Βασίλειο Λένον, τον άνθρωπο που έφερε την τέχνη του μαγειρέματος του πατσά από την Πόλη.

«Τα πέντε αυτά είδη μπαίνουν στο καζάνι και βράζουν και, στη συνέχεια, ο κάθε πελάτης επιλέγει πώς τον θέλει: χοντροκομμένο, ψιλοκομμένο, ανάμεικτο, με ξύδι, με σκόρδο, με μπούκοβο. Είναι απαιτητικοί όσοι τρώνε πατσά. Ο καλός πατσάς διακρίνεται από τη γεύση του και φυσικά την καλή ποιότητα της πρώτης ύλης. Δρα θεραπευτικά για το στομάχι, όπως ομολογούν ακόμα και άνθρωποι που έχουν έλκος και σε κρατάει χορτάτο για πολλές ώρες, γι’ αυτό άλλωστε τον κατανάλωναν – παλαιότερα κυρίως – εργάτες που είχαν πολύ πρωινή βάρδια», συνεχίζει να αφηγείται ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου.

Κατά τις 23:00 η ώρα η εκδήλωση έριξε αυλαία. Ο περισσότερος κόσμος έφυγε και μου δόθηκε η ευκαιρία να ελέγξω αν οι υπεύθυνοι έλαβαν υπόψη τους το μεγαλύτερο μειονέκτημα του μαγαζιού, τις τιμές του. Έτσι, παρήγγειλα ένα σπανακόρυζο κι έμεινα έκπληκτός από το ποσό που κλίθηκα να πληρώσω. Με ψωμί ήταν 5,30€, ενώ χωρίς ψωμί 4,80€. Να σημειωθεί ότι το σπανακόρυζο, το οποίο πήρα πακέτο και απήλαυσα σπίτι μου, ήταν καλομαγειρεμένο και η μερίδα ήταν μεγάλη.

Η οικογένειά μου είναι πελάτες του ΤΣΑΡΟΥΧΑ εδώ και χρόνια.  Ειδικότερα, ο πατέρας μου ο οποίος είναι γνωστός θαμώνας του μαγαζιού, παρότι δεν ζει μόνιμα πια στην πόλη, κάθε φορά που ανεβαίνει στη Θεσσαλονίκη πηγαίνει στο κατάστημα για να γευτεί το γνωστό πιάτο του εστιατορίου. Ακόμα και ο ίδιος, που το επισκέπτεται εδώ και τριάντα χρόνια, πιστεύει ότι οι τιμές του είναι υψηλές (η μερίδα πατσά κοστίζει με ψωμί 7€ ) και έτσι το μαγαζί ίσως χάνει τον λαϊκό χαρακτήρα του. Συχνά θυμάται  μια φράση που του έλεγε ένας φίλος του από τα φοιτητικά του χρόνια: «Όποιος δεν τρώει πατσά να τον φοβάσαι».

Ας ευχηθούμε, λοιπόν, στο μαγαζί που είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την ιστορία της συμπρωτεύουσας, να συνεχίσει να προσφέρει τα εξαιρετικά του εδέσματα, αλλά να έχει υπόψη του ότι δεν φτάνει μονάχα ένα πανέμορφο ανακαινισμένο μαγαζί και η ιστορία του για να προσελκύσει κόσμο. Υπάρχει βέβαια και μία έκπτωση 20% για όλους τους ανέργους και του φοιτητές, αλλά νομίζω πως δεν αρεκί. Ο πατσάς μπορεί να μην είναι τόσο ακριβός, αλλά τα υπόλοιπα πιάτα του είναι κάπως τσιμπημένα, λαμβάνοντας υπόψη  και τον εξαιρετικά υψηλό ανταγωνισμό που υπάρχει στη γύρω περιοχή όσον αφορά τουλάχιστον τα μαγειρευτά πιάτα. Τέλος, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι οι εποχές έχουν πια αλλάξει και οι τιμές του εκάστοτε εστιατορίου έχουν γίνει το σημαντικότερο στοιχείο για την προσέλκυση μιας σημαντικής μερίδας πελατών.

No related posts.