«Τοξικά απόβλητα στο Θερμαϊκό από την Τάφρο της Σίνδου»

Οξύτατο πρόβλημα αντιμετωπίζει η Δυτική Είσοδος της Θεσσαλονίκης εξαιτίας της Τάφρου της Σίνδου, όπου εκβάλλουν λύματα ελλιπούς ή και μηδενικής επεξεργασίας, καταλήγοντας στο Θερμαϊκό με τεράστιες επιβαρύνσεις.

Η Τάφρος της Σίνδου είναι μια αποστραγγιστική τάφρος, στην οποία εκβάλλουν υγρά λύματα από ποικίλες πηγές. Εκτός από τα λύματα της Βιομηχανικής Περιοχής Θεσσαλονίκης (ΒΙ.ΠΕ.Θ.) και το Βιολογικό καθαρισμό των αστικών αποβλήτων της Θεσσαλονίκης, λύματα εκβάλλουν ακόμα και από την περιοχή της Αγχιάλου και του Αγίου Αθανασίου. Όλα αυτά ενώνονται σ’ ένα σημείο έξω από τη Σίνδο και καταλήγουν στο Θερμαϊκό. Ποια είναι όμως τα προβλήματα που προκύπτουν από αυτές τις διαδικασίες ;

Πριν καταλήξουν στην Τάφρο της Σίνδου, τα λύματα των εργοστασίων της ΒΙ.ΠΕ.Θ. περνούν μέσα από μεγάλους αγωγούς από τη ΜΚΑ (Μονάδα Κατεργασίας Αποβλήτων), αφού πρώτα υποτίθεται πως  έχουν προεπεξεργαστεί από τις Βιομηχανίες που τα παράγουν. Το πρόβλημα είναι, όπως αναφέρει  ο κ. Στέργιος Σαββίδης, φυσικός, με μεταπτυχιακό επιμόρφωσης στην Περιβαλλοντολογία,  πρώην μέλος περιβαλλοντικής επιτροπής του Υ.Μ.Θ. για τη λειτουργία των βιομηχανιών ότι: «Η ΜΚΑ εδώ και χρόνια έχει χαλάσει, και μέσα από την Τάφρο, τα λύματα καταλήγουν στο Θερμαϊκό ακατέργαστα, προκαλώντας μεγάλη ζημιά στις οστρεοκαλλιέργειές του, αλλά και σε όλη εν γένει την υδρόβια ζωή του».

Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί πως, ενώ τις καθημερινές τα λύματα των εργοστασίων που διοχετεύονται στους αγωγούς όμβριων είναι λευκά, τα σαββατοκύριακα έχουν διάφορα χρώματα. Γεγονός ενδεικτικό του ότι  οι βιολογικοί καθαρισμοί τους δεν λειτουργούν, αφού όταν τα λύματα έχουν διάφορους χρωματισμούς, φέρουν τεράστιες επιβαρύνσεις, σύμφωνα με τον κ. Σαββίδη. Τα λύματα αυτά, λοιπόν, φτάνουν και περνούν από την Τάφρο του Γρίβα (Χημική Βιομηχανία που επεξεργάζεται λύματα) και καταλήγουν στην Τάφρο της Σίνδου.

Τα υγρά αυτά απόβλητα με το πέρασμά τους, αφήνουν στα κανάλια από τα οποία μεταφέρονται, υπολείμματα λάσπης. Η λεγόμενη «λυματολάσπη», λοιπόν, που φέρει πολύ δυσάρεστες οσμές, απλώνεται έπειτα σε τεράστια γήπεδα, και όταν το καλοκαίρι φυσάει ο θαλασσινός αέρας, όλες οι μυρωδιές φτάνουν στη Σίνδο και πνίγουν στην κυριολεξία τους κατοίκους. Αυτό, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες οσμές που προέρχονται από το εργοστάσιο της ΤΟΣΟΗ στην περιοχή, αλλά και από το Βιολογικό Καθαρισμό των αστικών λυμάτων της Θεσσαλονίκης κάνουν την κατάσταση για τους κατοίκους αλλά και τους επισκέπτες πραγματικά ανυπόφορη.

Ακόμη, στην Τάφρο της Σίνδου ρίχνει τα λύματα του και το Α.Τ.Ε.Ι.Θ., το οποίο ενώ διέθετε βιολογικό καθαρισμό που προ-επεξεργαζόταν τα λύματα, αυτός χάλασε. Το Ίδρυμα όμως δεν προχώρησε στην άμεση επιδιόρθωση αυτού. Το αποτέλεσμα είναι να ρίχνονται τα υγρά του απόβλητα εκεί ανεπεξέργαστα, γεγονός που με τη σειρά του οξύνει το ήδη εκτεταμένο πρόβλημα.

Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, προκύπτει ακόμη ένα θέμα. «Μια βιομηχανία επεξεργασίας επικίνδυνων χημικών αποβλήτων, ζήτησε την απαραίτητη άδεια για να επεκταθεί», σημειώνει ο κ. Θεμιστοκλής Κουιμτζής, πρόεδρος του Φορέα Διαχείρισης Δέλτα Αξιού, και ομότιμος Καθηγητής στο τμήμα Χημείας του Α.Π.Θ. Οι πληροφορίες αναφέρουν πως πρόκειται για την εταιρεία ΠΟΛΥΕΚΟ, η οποία έχει ήδη λάβει τις άδειες που ζήτησε, δεν έχει όμως προχωρήσει ακόμη σε καμία επέκταση.

Η εν λόγω Βιομηχανία, δέχεται υγρά βιομηχανικά απόβλητα όχι μόνο από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και από την Αττική. Οι εγκαταστάσεις της όμως είναι μικρές και δεν μπορεί να επεξεργαστεί όλο τον όγκο αποβλήτων που δέχεται, γι’ αυτό και ζήτησε άδεια για επέκταση. Αν αυτή η επέκταση πραγματοποιηθεί, θα έχει ως αποτέλεσμα να ρίχνονται όλα τα λύματα στην Τάφρο της Σίνδου, η οποία χαρακτηρίστηκε από τον Π. Ψωμιάδη, την περίοδο που ήταν νομάρχης, κατάλληλη να δέχεται υγρά βιομηχανικά απόβλητα. Το νομικό καθεστώς όμως σύμφωνα με το οποίο πραγματοποιήθηκε αυτή η ρύθμιση παραμένει άγνωστο. «Με την ισχύουσα νομοθεσία, ούτε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να χαρακτηρίσει μια Τάφρο που έχει νερά, κατάλληλη να δέχεται βιομηχανικά απόβλητα»,υπογραμμίζει ο κ. Σαββίδης.

Για το θέμα αυτό, υποβλήθηκε αίτηση-ένσταση και ερευνάται, η οποία αναμένεται να φτάσει  και στο Υπουργείο Περιβάλλοντος. Αν η επέκταση πραγματοποιηθεί, η Τάφρος της Σίνδου θα επιβαρυνθεί με βαρέα μέταλλα, μεταξύ των οποίων είναι και το ιδιαίτερα τοξικό εξασθενές χρώμιο. Όλα αυτά θα καταλήξουν στο Θερμαϊκό κόλπο, ο οποίος πρέπει κανονικά να είναι πεντακάθαρος… και η μάχη με Βιολογικούς και ΜΚΑ δίνεται για την προστασία του.

Ο Δήμος μέχρι στιγμής, φαίνεται να μη διαθέτει το δυναμισμό να απαιτήσει τις αναγκαίες ρυθμίσεις. Η Τάφρος της Σίνδου είναι σχεδιασμένη για να δέχεται μόνο όμβρια ύδατα, διότι η περιοχή καλλιεργεί ρύζια, τα οποία χρειάζονται ελεγχόμενη υγρασία. Γι’ αυτό δημιουργήθηκαν όλα αυτά τα κανάλια που υπάρχουν στην περιοχή, μέσα στα οποία είναι και η Τάφρος της Σίνδου, για να στραγγίζονται, δηλαδή, τα νερά της βροχής. Σήμερα όμως ρίχνονται εκεί όλα τα απόβλητα που υπάρχουν, με αποτέλεσμα να δημιουργείται τόσο μεγάλο πρόβλημα σε όλη την περιοχή της Δυτικής Θεσσαλονίκης.

«Η Πολιτεία θεωρεί τη Θεσσαλονίκη μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα, όπου στα ανατολικά βγάζει τα προϊόντα και στα δυτικά βγάζει τα απορρίμματα», αποφαίνεται πολύ εύστοχα ο κ. Κουιμτζής, καθώς η ισχύουσα κατάσταση επιβεβαιώνει πλήρως τα λεγόμενα του. Στην ανατολική πλευρά υπάρχουν τα γήπεδα, τα νοσοκομεία και οι ξενοδοχειακές μονάδες, ενώ στη δυτική οι βιομηχανίες και τα απόβλητα τους.

Οι τελευταίες εξελίξεις βέβαια προσφέρουν κάποιες ελπίδες για βελτίωση. Στις 16 Μαΐου υπογράφηκε συμφωνία για την αναβάθμιση της Μ.Κ.Α.  παρουσία του Υπουργού Μακεδονίας Θράκης. Με βάση αυτή τη συμφωνία, η διαχείριση της ΜΚΑ περνά στην ΕΥΑΘ Παγίων από την ΕΤΒΑ ΒΙΠΕ, που ανήκει στον όμιλο της Τράπεζας «Πειραιώς». Η ΕΤΒΑ αναμένεται να διαθέσει 3,5 εκ. € από τα 10 που εκτιμάται ότι θα έδιναν λύση στο πρόβλημα, με σκοπό να προχωρήσει το πρόγραμμα το αργότερο σε 36 μήνες, ενώ στόχος είναι να ολοκληρωθεί νωρίτερα, ενδεχομένως σε 1,5 χρόνο. Τώρα το ποιες θα είναι πραγματικά και πρακτικά οι εξελίξεις, θα αποδειχθεί με την πάροδο του χρόνου…

No related posts.