Πανεπιστημιακές Καταλήψεις

Τα γεγονότα του Πολυτεχνείου του Νοέμβρη του 1973 αποτέλεσαν – από κάθε άποψη  – πηγή έμπνευσης  αλλά και διαφωνιών. Ένα διαχρονικό, λοιπόν, ζήτημα που, από τότε,  κάνει συχνά-πυκνά την εμφάνισή του είναι αυτό της κατάληψης των πανεπιστημίων και, γενικότερα, των δημοσίων κτιρίων. Πολλά ακούγονται σχετικά με τη νομιμότητα ή την παρανομία της κατάληψης, τη βία ή την επανάσταση που αυτή εκφράζει και τα επιχειρήματα των μεν και των δε αξίζουν καταγραφής, με σκοπό τη σκιαγράφηση του φαινομένου.

Σύμφωνα με το άρθρο 334§3 του Ποινικού Κώδικα: «Όποιος εισέρχεται παράνομα σε κατάστημα ή χώρο δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή επιχείρησης κοινής ωφέλειας ή παραμένει στους χώρους αυτούς παρά τη θέληση της υπηρεσίας που τους χρησιμοποιεί, της οποίας τη θέλησή του δηλώνει ο νόμιμος εκπρόσωπος ή ο υπάλληλός της και προκαλεί έτσι διακοπή ή διατάραξη της ομαλής διεξαγωγής της υπηρεσίας τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών». Τα περισσότερα από τα στοιχεία νομοτυπικής μορφής του άρθρου γίνονται ευκόλως αντιληπτά από το μέσο άνθρωπο. Ωστόσο αξίζει να σημειωθεί διευκρινιστικά πως τα όργανα που κάθε φορά εκφράζουν την περίφημη «θέληση» ορίζονται κατά τρόπο σαφή, ακριβή και περιοριστικό σε κάποιο ειδικότερο νομοθέτημα. Ως προς το ζήτημα των πανεπιστημίων, λοιπόν, η Σύγκλητος αποτελεί το αρμόδιο όργανο, σύμφωνα με το άρθρο 2§2, στοιχείο β του Ν.2083/92. Ζωτικής σημασίας είναι η διευκρίνιση πως η Σύγκλητος, συγκαλούμενη από τον Πρύτανη και αποτελούμενη από αντιπροσωπευτικά τμήματα όλων των πανεπιστημιακών παραγόντων (φοιτητών, καθηγητών, κλπ), έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα (το λεγόμενο «τεκμήριο νομιμότητας») ως προς την απόφαση διακοπής του εκπαιδευτικού έργου, αλλά και της εν γένει λειτουργίας ενός Α.Ε.Ι., πράγμα που φυσικά επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.

Τι σημαίνουν, όμως, όλα αυτά με απλά λόγια ;  Η Γενική Συνέλευση φοιτητών δεν είναι αρμόδια να αποφασίσει κατά τρόπο νόμιμο την κατάληψη της αντίστοιχης σχολής (ακόμη και στην υποθετικά ακραία περίπτωση που συγκεντρώσει την απόλυτη ομοφωνία των φοιτητών για κάτι τέτοιο), καθώς η Σύγκλητος αποτελεί το μοναδικό αρμόδιο όργανο. Κάθε, λοιπόν, απόφαση Γενικής Συνέλευσης φοιτητών περί κατάληψης κρίνεται παράνομη ως αντιβαίνουσα στο άρθρο 334§3 ΠΚ. Αυτό, άλλωστε, είναι και το βασικότερο επιχείρημα όσων διαφωνούν με τις καταλήψεις, η παρανομία της όλης δράσης. Πιθανότατα, τα αιτήματα των καταληψιών να είναι δίκαια, ίσως  να «παλεύουν» ώστε να διεκδικήσουν τα αυτονόητα που η λαίλαπα της οικονομικής κρίσης τους στερεί. Ωστόσο, ο τρόπος διεκδίκησης αποτελεί σημείο διαφωνιών και το παράνομο της πράξης τάσσει τους περισσότερους εναντίον της.

Όπως είναι φυσικό οι υποστηρικτές της κατάληψης έχουν διαφορετική άποψη. Υπάρχουν ορισμένοι που αν και γνωρίζουν την παρανομία της πράξης τους, εμμένουν στη θέση τους. Την ίδια στιγμή, όσοι διαλαλούν τη νομιμότητα μιας κατάληψης – σε περίπτωση που αυτή αποτελεί προϊόν απόφασης  Γ.Σ. – κρίνονται ανάξιοι σχολιασμού, καθώς δεν έχουν εξετάσει καν τις συνέπειες της, κατά τα άλλα, «συνειδητής και επαναστατικής» πράξης τους. Οι καταληψίες, λοιπόν, δηλώνουν πως δεν τους αφορά η νομιμότητα της πράξης. Υποστηρίζουν πως απέναντι στη βία της κρίσης, της εξουσίας και των καιρών, οι ίδιοι έχουν επιλέξει το δρόμο της επανάστασης, ο οποίος εκ φύσεως δεν συμβαδίζει με το νόμο. Επανάσταση και νομιμότητα αλληλοαναιρούνται και όποιος ταχθεί στη μία πλευρά, εναντιώνεται αυτομάτως στην άλλη. Η θέση ως θέση δεν είναι στη βάση της λανθασμένη. Πράγματι, ο δρόμος της επανάστασης είναι σε κάθε περίπτωση  βίαιος, όπως πολλάκις έχει αποδειχθεί σε βάθος χρόνου. Ωστόσο, αξίζει να προβληματιστεί κανείς για το κατά πόσο μια πανεπιστημιακή κατάληψη αποτελεί όντως την περιβόητη επανάσταση που ζητά και επιδιώκει πάντοτε τμήμα της νεολαίας ή απλώς είναι μια πράξη επαναστατικού θεαθήναι που βολεύει τους μεν και τους δε.

Πολλοί θεωρούν την πανεπιστημιακή κατάληψη ως τον βολικό τρόπο μιας υποτιθέμενης αντίδρασης. Με άλλα λόγια, φοιτητές και καθηγητές  ευνοούνται από τη μη λειτουργία της σχολής για κάποιες μέρες (έχοντας φυσικά το πρόσχημα ενός οποιουδήποτε κοινωνικά αποδεκτού φοιτητικού αιτήματος), δεν αντιδρά κανείς (τουλάχιστον σοβαρά) και ο καθένας κοιτά τη μύτη του : οι φοιτητές πίνουν τον καφέ τους – είτε στην κατειλημμένη σχολή είτε σε κάποιο κοντινό στέκι – διαλαλώντας ως «ιδεολόγοι» (καθήμενοι!) την άκρως επαναστατική τους δράση που θα οδηγήσει στην λύση του προβλήματος, ενώ οι καθηγητές έχουν «ρεπό» από τις πανεπιστημιακές υποχρεώσεις. Μια κατάσταση που αναμφισβήτητα βολεύει τους πάντες, αλλά ηθικά και νομικά πάσχει. Ας αναλογιστούμε πόσες φορές οδήγησε σε λύση του προβλήματος μια πανεπιστημιακή κατάληψη: το ποσοστό είναι σίγουρα απελπιστικά μικρό. Εξάλλου, με ποιον ακριβώς τρόπο μπορεί η διακοπή της λειτουργίας ενός ιδρύματος να βοηθήσει στην υλοποίηση των στόχων ; Προφανώς, με τον εκβιασμό και την απειλή κατά των αρμοδίων οργάνων. Εξαιρουμένων όμως των ακραίων περιπτώσεων που η κατάληψη είναι διαρκής και πολυήμερη (η περίπτωση αξίζει να  εξεταστεί υπό διαφορετικό πρίσμα),  η κατάληψη μιας σχολής για δυο ή τρεις μέρες κάθε φορά που κατεβαίνει  κάποιο νομοσχέδιο μη ευνοϊκό για τη φοιτητική κοινότητα ή για θέματα ήσσονος σημασίας δεν λαμβάνεται από κανέναν σοβαρά υπόψη. Αποτελεί τον μοναδικό τρόπο αντίδρασης των φοιτητών (μαζί με τις καθιερωμένες πορείες), οι οποίοι όμως αρνούνται να παλέψουν ουσιαστικά και παραγωγικά  για το μέλλον τους.

Ταυτόχρονα, υπάρχει η κατηγορία των λεγόμενων «συμβολικών» καταλήψεων ενόψει π.χ. της επετείου της 17ης Νοέμβρη (η σχολή κλείνει για 2-3 μέρες) ή της δολοφονίας Γρηγορόπουλου. Αντικειμενικά, για τους περισσότερους φοιτητές οι μέρες αποτελούν ιδανική περίσταση για να επισκεφθούν το πατρικό τους, να διασκεδάσουν επί πολλά συναπτά βράδια, να ξεκουραστούν  από τα «βάρη» της σχολής, δεδομένου, άλλωστε, πως οι συμβολικές καταλήψεις δε συνοδεύονται ποτέ από παράλληλες δράσεις, εκδηλώσεις μνήμης οργανωμένες από τους καταληψίες και τα σχετικά. Προφανώς, ούτε σε αυτές τις περιπτώσεις αίρεται η παρανομία ή η αντίθεση της κατάληψης στα χρηστά ήθη, παρόλο που θα μπορούσαν να γίνουν δεκτά από κοινωνικής πλευράς κάποια ελαφρυντικά προς τους πρωτεργάτες των καταλήψεων.

Οι φοιτητές και οι νέοι κάθε κοινωνίας είναι δεκτό, αναμενόμενο και απολύτως υγιές να ζητούν διαφορετικά δεδομένα για τη ζωή τους, να νιώθουν αδικημένοι, να είναι αντισυμβατικοί. Ωστόσο, η προσπάθεια για κάτι τέτοιο θα φέρει αποτελέσματα μόνο αν γίνει σοβαρά, μόνο αν επιλεχθεί ο δύσκολος δρόμος. Με ανοιχτές τις σχολές, ας παλέψουν όλοι δημιουργικά για ένα καλύτερο αύριο. Επιτρέποντας την είσοδο στους πανεπιστημιακούς παράγοντες, ας επιδιώξουν συνθήκες για μια ουσιαστική και παραγωγική συζήτηση μαζί τους. Έχοντας δει τις δυνατότητες της σχολής τους και έχοντας εξαντλήσει τα περιθώρια βελτίωσης που αυτή τους δίνει, ας διεκδικήσουν ένα καλύτερο πανεπιστήμιο.

 

* H Μαριάνα Γαλεγαλίδου είναι δευτεροετής φοιτήτρια στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

No related posts.