Πρελούδιο: Όταν ένα χρέος ξεπληρώνεται…

Νέα στήλη: Ένα μυθιστόρημα σε συνέχειες πλασμένο από ομάδα συντάκτων του εΜΜΕίς.

Κεφάλαιο 1

Όταν ο λήθαργος σβήνει με μιαν αόρατη απειλή…

Ένα μικρό ξύλινο γραφείο. Χαρτιά αλληλογραφίας και κόλλες Α4 παντού. Η λάμπα στο μικρό μαύρο πορτατίφ τρεμόπαιζε. Ακουμπισμένος στο αριστερό του χέρι, ο Δημήτρης κοιμόταν βαθιά, περιτριγυρισμένος από μια στοίβα με εφημερίδες. Το τελευταίο του κείμενο για το “καθήκον αλήθειας” τωνδημοσιογράφων είχε προκαλέσει αίσθηση. Το αριστερό του μάγουλο, ίσα που κάλυπτε τον τίτλο της εφημερίδας.

Αρκούσε το οξύ κουδούνισμα τουτηλεφώνου, για να τον τινάξει από το λήθαργο. Κοίταξε αγουροξυπνημένα τη συσκευή και με μια κίνηση πόνου από το μουδιασμένο χέρι του σήκωσε το ακουστικό. Η φωνή που ακούστηκε από την απέναντι άκρη της γραμμής του ήταν άγνωστη. Χροιά γυναικεία, διαπεραστική.

– Ο κ. Βενέτης;
– Ο ίδιος.
– Είστε ιδιαίτερα απρόσεκτοςμε αυτά πουγράφετε τώρα τελευταία. Ο λόγος σας, αν και αληθινός, ενοχλεί αρκετά αυτούς πουεκπροσωπώ.
– Ποια είστε και τι ακριβώς θέλετεκυρία μου;
– Το καλό σας, κ. Βενέτη. Φανείτε έξυπνος και σταματήστε να ανακατεύεστε σε υποθέσεις που δε σας αφορούν. Κινδυνεύετε…
– Από το μόνο πράγμα που κινδυνεύω είναι η ακατάσχετη φλυαρία σας. Ποια είστε;
– Δεν έχει σημασία ποια είμαι. Το ζήτημα είναι ότι ο λόγος σας είναι εξαιρετικά επικίνδυνος. Είστε νέος…

Ο Δημήτρης γέλασε δυνατά. Του φαινόταν γελοία η αντιπαραβολή μιας απειλής ως προς την ηλικία του.

– Η κλασική ατάκα… Πολλές γκανγκστερικές ταινίες βλέπετε και εσύ και αυτοί που εκπροσωπείς! Και τώρα κλείνω. Είναι τέσσεριςτο πρωί και η ανοχή μου στις μπούρδες σου έχει εξαντληθεί. Και ευτυχώς για αυτό έχει μεριμνήσει πριν από σένα ο αρχισυντάκτης μου…

Και χωρίς να την αφήσει να απαντήσει, έκλεισε το τηλέφωνο βλαστημώντας. Ένας ήχος συρσίματος ακούστηκε δίπλα του. Το βλέμμα του καρφώθηκεσε ένα σκούρο κόκκινο φάκελο, που ξεπρόβαλε στο πάτωμα μπροστά στην εξώπορτα. Σηκώθηκε και με μια γρήγορη κίνηση άνοιξε απότομα την πόρτα. Κανείς. Μάζεψε τον φάκελο και έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω του. Ήταν ερμητικά κλεισμένος και στη μέση έγραφε με μεγάλα μπλε γράμματα: “ΠΡΟΣ ΕΤΑΙΡ(Ε)ΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΩΝ – ΕΠΕΙΓΟΝ“…

Κρατώντας πάντοτε τον φάκελο, βγήκε στο μπαλκόνι και έριξε μια ματιά στο νοτισμένο από την υγρασία, μα πάντοτε ήσυχο σοκάκι. Ψυχή… Ξαναγύρισε μέσα στο διαμέρισμα, κλείνοντας πίσω του την μπαλκονόπορτα. Κοίταξε τον φάκελο. Κοντοστάθηκε. Δεν θα ρίσκαρε να τον ανοίξει αμέσως, θα ήταν επιπόλαιο. Άνοιξε ένα μικρό φοριαμό δίπλα από το γραφείο. Ακούστηκαν τρία διαφορετικά τονικά σήματα, καθώς πληκτρολογούσε πάνω σε ένα ηλεκτρονικό μαραφέτι. «8… 3… 2… Με ακολουθά παντού και πάντα αυτός ο αριθμός…», μουρμούρισε. Μπροστά του βρισκόταν ένας μεγάλος λευκός διαφανής κύβος, με ένα πράσινο καντράν. «Παρακαλώ, εισάγετε το αντικείμενο προς εξέταση», ακούστηκε μια ψηφιακή φωνή με γυναικεία χροιά. Τοποθέτησε τον φάκελο μέσα σε μια ειδική εσοχή και εκείνη «ρούφηξε» τον μυστηριώδη φάκελο κατευθείαν μέσα στην κοιλιά του κύβου. «Σάρωση… παρακαλώ περιμένετε», είπε πάλι η ψηφιακή δεσποινίς. Τριάντα δευτερόλεπτα αργότερα, η οθόνη παιχνίδισε: «Ολοκλήρωση ελέγχων. Αντικείμενο 100% ασφαλές». Και μεμιάς «έφτυσε» τον φάκελο πίσω στα χέρια του Δημήτρη. Ένας αναστεναγμός χαλάρωσης βγήκε από το στόμα του. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δεν κινδύνευε. Προς το παρόν…

Άρπαξε έναν χαρτοκόπτη από το γραφείο του, και έσχισε με δύναμη το πάνω μέρος του φακέλου. Δύο κομμάτια χαρτί με εκατοντάδες αριθμητικούς συνδυασμούς και ένα μικρό τετράγωνο πλαίσιο σε μέγεθος μικρότερο της παλάμης του εμφανίστηκαν. Κοίταξε τα χαρτιά γεμάτος απορία και στη συνέχεια έπιασε στα χέρια του αυτήν την περίεργη συσκευή.

Ξαφνικά, εκεί που την επεξεργαζόταν, η μινιατούρα άνοιξε. Μια τρισδιάστατη ανδρική σιλουέτα έλαμψε πάνω από το γραφείο. «Δημήτρη, δεν έχεις χρόνο…», ακούστηκε μια δυνατή μα καλοσυνάτη φωνή. «Οι μηχανές σκοπεύουν να βρουν τον εκδότη που προσέλαβε τους πέντε δημοσιογράφους της Εταιρείας. Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα αντιδράσει. Η Μητέρα έχει προβλέψει όλες σας τις κινήσεις. Η αλήθεια τους είναι ψέμα και θέλουν να σας πνίξουν μέσα σ’ αυτό. Θα σας σκοτώσουν…».

Πόσες φορές, άραγε, μετά την οικονομική κατάρρευση των εκδοτικών ομίλων είχε ακούσει αυτή τη φράση; «Θα σας σκοτώσουν…». Γύρισε και κοίταξε στιγμαία τον κύβο. Άλλοι συνάδελφοί του δεν τον είχαν. Έτσι ξεκλήρισαν οι μηχανές τους εργαζόμενους στον «Δρομέα»: είχαν στείλει αλληλογραφία παγιδευμένη με σκόνη άνθρακα στα γραφεία της εφημερίδας. Όπου δεν υπήρχε ο κύβος, ένα και μόνο πράγμα σήμαινε: ακαριαίος θάνατος.

«Τα χαρτιά αυτά που κρατάς κρύβουν το κλειδί, για να σωπάσει η Μητέρα μια για πάντα. Πολύς κόσμος χάθηκε, προκειμένου να φτάσει αυτό στα χέρια σου. Μη διστάσεις ούτε λεπτό. Βρες τον συνδυασμό και κλείσε το στόμα των ψηφιακών τεράτων. Η πένα σου είναι η ζωή σου…». Το πλαίσιο σταμάτησε απότομα να προβάλλει το ολόγραμμα και έσπασε σε μικρά κρυσταλλάκια… Έμεινε για λίγο ακίνητος, κοιτάζοντας τα θραύσματα στο πάτωμα του γραφείου. Κάθισε σε έναν καναπέ, έχοντας στο χέρι τις κόλλες Α4 με τους μπερδεμένους αριθμούς. Κοίταξε τους τοίχους γύρω από το δωμάτιο. Φωτογραφίες παντού.

Το βλέμμα του καρφώθηκε στο ραφάκι της βιβλιοθήκης. Σηκώθηκε και έπιασε στα χέρια του μια κινούμενη φωτογραφία, μέσα σε ένα μικρό ξύλινο καδράκι-πορτραίτο.«Όπου κι αν βρίσκεσαι, σίγουρα θα είσαι πιο καλά», είπε, αφήνοντας ασυναίσθητα τις δύο κόλλες επάνω στους σωρούς των εφημερίδων. Έκατσε και πάλι στον καναπέ, κρατώντας την στην αγκαλιά του. Το βλέμμα του χάθηκε μέσα στο πρόσωπο που κρατούσε στα χέρια του. Τον κοιτούσε πάντοτε με τα ίδια εκφραστικά μάτια και απλώς του χαμογελούσε. Έκλεισε τα μάτια του, κρατώντας την εικόνα αυτή ζωντανή μέσα στο νου του…

Συνεχίζεται…

Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ.

No related posts.