Καταλαβαίνοντας το τσιγάρο

Το παρακάτω άρθρο έχει απαγορευθεί σε τουλάχιστον μια ντουζίνα πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος. Το Διαγαλαξιακό Υπερπρωθυπουργείο Υγείας & Υγειονομίας συνιστά: “ΜΗΝ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ”.

Με τραγελαφικό σεβασμό στην εξουσία,
 ο Συντάκτης.

Διαβάζοντας τον τίτλο, ένας οποιοσδήποτε αναγνώστης αποφασίζει λίγο πολύ αν θα συμπαθήσει, πόσο θα συμπαθήσει και κατά συνέπεια, εάν θα αντέξει να διαβάσει ολόκληρο το άρθρο, γεγονός που δεν σας κρύβω σε κάθε καλή σχολή υψηλής “γραπτικής” μας τονίζουν ως το σημαντικότερο. Εσείς, λοιπόν, για παράδειγμα, έχοντας φτάσει στη δεύτερη παράγραφο του κειμένου, είστε υπό την επήρεια ενός τίτλου που σας έχει προδιαθέσει για το τι θα ακούσετε στην πορεία. Πρακτικά μιλώντας, εάν ο τίτλος ήταν κλισέ όπως “ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΒΛΑΠΤΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ” ή πιο φαντασμαγορικός όπως “ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΠΑΙΡΝΕΙ ΑΛΥΣΟΠΡΙΟΝΟ ΚΑΙ ΠΕΤΣΟΚΟΒΕΙ ΤΑ ΠΝΕΥΜΟΝΙΑ ΣΑΣ” ή ακόμα χειρότερα -και Θεός φυλάξοι- αγχογόνος προειδοποιώντας ότι “ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΕ ΕΠΙΣΗΜΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΛΑΝΗΤΗ ΓΗ”, εικάζω πως το αναγνωστικό κοινό και τα νεύρα “τσατάλια” του θα διαφοροποιούνταν κατά πολύ σε κάθε περίπτωση.

Στο άρθρο αυτό, για να συντομεύουμε μιας και φτάσαμε πλέον στην τρίτη παράγραφο, θεώρησα αναγκαίο να παρηγορήσω και να δικαιολογήσω έστω και λίγο την άλλη όψη του κατασκουριασμένου κέρματος καπνιστών και μη. Πρέπει να ομολογήσω εξ’ αρχής, φυσικά, ότι δεν ανήκω, με την αυστηρότερη έννοια, σε καμία από τις δύο παρατάξεις. Ανήκω σε μία πιο μετριοπαθή θέση. Δηλώνω “κοινωνικός καπνιστής”. Θα κάνω ένα ή δύο ανάλογα με την παρέα ή με την ανάλογη δόση αλκοόλ και καφεΐνης ή ακόμα και με την ανάλογη ψυχολογική ανακατωσούρα. Αλλά κάλλιστα θα με βρείτε ταυτοχρόνως να κάνω το κλασσικό και σπαστικό “γκουχου γκουχου”, όταν κάποιος φυσήξει τον καπνό του πάνω μου ή όταν το δωμάτιο βυθίζεται σε μία ζοφερή, ασημένια -που ως φοιτητής μπορώ να επονομάσω “μπαφιάρικη”- ατμόσφαιρα. Οπότε θα κάνω μία απόπειρα να φανώ όσο πιο αντικειμενικός μου είναι εφικτό και κοινωνικοπολιτικά επιτρεπτό.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Τί είναι το τσιγάρο; Ένα κυλινδροειδές επίτευγμα της ανθρωπότητας συσκευασμένο σε λεπτεπίλεπτες στρώσεις χαρτιού. Το πρωτογνωρίσαμε γύρω στο 5000-3000 π.Χ. και ξεκίνησε να γίνεται μόδα το 1612, οπότε και πρωτοεμπορευματοποιήθηκε, μέχρι που τη δεκαετία του 1920 Γερμανοί επιστήμονες ανακάλυψαν συσχετισμό του με τον καρκίνο στους πνεύμονες. Περιέχει καπνό, δηλαδή τρίμματα φύλλων και όχι την αέρια μορφή της λέξης, ο οποίος “καθαρίζεται” από το φίλτρο στην άκρη του τσιγάρου, το οποίο από ένα σημείο και μετά, αποκτά ένα κιτρινωπό χρώμα. Πρωταγωνιστούν νικοτίνη και πίσσα, η πρώτη για να σε εμψυχώσει να το ξαναγοράσεις και η δεύτερη λογοδοτεί για κάθε καρκίνο κάθε είδους σε κάθε μέρος του σώματος και της ανθρώπινης ζωής, απ’ ό,τι καταλαβαίνω. Από τα 2 δισεκατομμύρια καπνιστών στην υφήλιο, υπολογίζεται ότι κάθε χρόνο πεθαίνουν 5 εκατομμύρια λόγω του καπνίσματος. Θα μπορούσαμε, επίσης, να συζητήσουμε για καταναλωτισμό, περιβαλλοντική ρύπανση, εξαρτησιογόνες ουσίες και καπιταλιστικά τεχνάσματα μεγαλοβιομηχανιών, αλλά βαριέμαι. Άσε που δεν εντάσσεται στο νόημα του άρθρου η όλη συζήτηση.

Τώρα ας μιλήσουμε λίγο και για του “στραβού το δίκιο”. Τί είναι πρακτικά το τσιγάρο; Στις πρώτες μου επαφές με το άθλημα, πάντοτε αφ’ υψηλού έλεγα “φυσάς και ξεφυσάς αέρα κοπανιστό”. Εν μέρει, αυτό ακόμα ισχύει. Στην ουσία, ρουφάς ένα γκρίζο αερίδιο και μετά το φυσάς, αφήνοντας μία άσχημη οσμή στο χώρο που βρίσκεσαι, στο στόμα και στα δάχτυλά σου. Ακόμα και η γλώσσα φαντάζει σαν καπνιστό σαλαμάκι μετά από μία καλή “τζούρα”.  Ωστόσο, ιατρικά μιλώντας, το τσιγάρο θεωρείται να έχει αγχολυτική δράση. Καταπραΰνει τα νεύρα, χαλαρώνει την καρδιά και αυξάνει τη συγκέντρωση και την εστίαση του εγκεφάλου (να και κάτι που δε θα περιμένατε να ακούσετε).

Εδώ μπαίνει στο παιχνίδι η δικιά μου μαρτυρία. Το τσιγάρο όντως σε χαλαρώνει και όντως αποτελεί εξαιρετικό συνοδευτικό “αξεσουάρ” δίπλα σε ένα -ας το συνειδητοποιήσουμε επιτέλους- αδίκως ακριβοπληρωμένο ποτό, ή μαζί με έναν καφέ (άλλη ιστορία κι αυτή). Είτε στο πλαίσιο της παρέας είτε μετά από μία δύσκολη μέρα στη σχολή και στη δουλειά, το τσιγάρο είναι πράγματι “φιλαράκι” και καίγεται για χάρη σου. Κάνει ομολογουμένως πολλά πισώπλατα, βέβαια, στον οργανισμό σου, αλλά όταν το χρειαστείς θα είναι εκεί να σε παρηγορήσει, να σε χαλαρώσει και, όλως παραδόξως, παρά την ομίχλη και τη ζάλη, θα δεις τα πράγματα πιο καθαρά.

Και τώρα ας συζητήσουμε πιο φιλοσοφικά και πιο ψυχοσυναισθηματικά, που είναι συνήθως και τα αγαπημένα μου. Η δεύτερη πιο δημοφιλής αφορμή για να πλησιάσει κάποιος το κυλινδροειδές στα χείλη του, μετά τον σκληροπυρηνικό εθισμό στο αντικείμενο, είναι τα “αχ” και τα “βαχ” των ανθρωπίνων σχέσεων. Η “καψούρα”, η νοσταλγία, οι αναμνήσεις, οι απογοητεύσεις και σίγουρα ένας χωρισμός, επαρκούν να δικαιολογήσουν λίγη καπνίλα στο φενγκ σούι. Όταν κρατάς το τσιγάρο, δεν ξέρω γιατί, αλλά, κατά έναν παράξενο τρόπο, κρατιέσαι κιόλας. Σε μία κοινωνία που προγραμματίζεσαι να αισθάνεσαι μισός και ακρωτηριασμένος, είτε για να κυνηγήσεις το επικολυρικό “έτερον ήμισυ” είτε για να βρεις υποκατάστασα σε μερέντες, παγωτά, βραζιλιάνικα, σαπουνόπερες και υδατάνθρακες, όταν γραπώνεις τη γόπα, όλα απλοποιούνται. Ούτε θα πληγωθείς ούτε θα βασανιστείς στις σκέψεις που ποτέ δεν σε ωφέλησε και άλλωστε, ούτε καν θα τολμήσεις να αισθανθείς μισός. Είσαι εσύ, είσαι εκεί, χαλαρώνεις και περνάς καλά. Και αν τελειώσει αυτή η ψευδαίσθηση της προσωρινής ευφορίας, ξανανάβεις το “μαγικό” τσιγαράκι μέχρι να νιώσεις ξανά γεμάτος. Ανεξάρτητος. Αήττητος. Ανυπότακτος. Αδέσμευτος. Ατρόμητος. Και γενικότερα, πολλά άλλα επίθετα με το στερητικό -α από μπροστά.

Αν το καλοσκεφτείς, έχει και έναν ιδιαίτερο αποσυμβολισμό η εικόνα του τσιγάρου. Σιγοκαίγεται και αργοσβήνει. Η μικρή φλόγα που κάποτε βρισκόταν υπό τον έλεγχό σου, πλέον μπήκε βαθιά μέσα του και με κάθε σου ανάσα, φεύγει και ένα κομμάτι του. Κάθε δευτερόλεπτο παίρνει και από κάτι. Αργά ή γρήγορα όλο το τσιγάρο γίνεται ένας γκρίζος, ετοιμόρροπος σωρός από στάχτες. Στάχτες που ποτέ δεν ήθελες. Στάχτες. Στάχτη και μπούλμπερη και φωτιά και πολλά δεινά. Έχουν κάτι μυστικιστικό στον τρόπο που συνδέονται με το τσιγάρο για μένα. Κάθε τσιγάρο παίρνει κάτι για να διώξει κάτι. Παίρνει φλόγα και γίνεται στάχτη. Παίρνεις μια ρουφηξιά και λυτρώνεσαι. Όπως όταν πίνεις αλκοόλ και λες “ας πάνε κάτω τα φαρμάκια” ή όταν σου κάθεται κάτι στο λαιμό και πίνεις έστω μία γουλιά νερό για να κατέβει. Κάπως έτσι και το τσιγάρο. Είναι κάθαρση. Είναι φωτιά και η φωτιά αλλάζει τα δεδομένα. Τα καταστρέφει και τους δίνει την ευκαιρία να ανανεωθούν από τις στάχτες τους.  Τα πράγματα πέρα από πιο απλά, γίνονται και πιο αντιμετωπίσιμα. Η στάχτη είναι δώρο. Είναι φυσικός νόμος στη ζωή ότι κάτι ενίοτε καταστρέφεται για να πλαστεί κάτι καινούριο. Έτσι το σύμπαν παραμένει ακέραιο. Με  την αλλαγή. Η στάχτη είναι αλλαγή. Εάν μπορεί κάποιος να δει γαλήνη και ανανέωση στη στάχτη του τσιγάρου, νίπτω τας χείρας μου. Δεν τους κατηγορώ τους καπνιστές. Τους νιώθω.

Και δεν είναι ψέμα. Κάτι όντως αλλάζει. Χονδρικά μιλώντας τουλάχιστον, αυτή η ευφορία, εθιστική ναι μεν, είναι σίγουρα αξιοπρόσεκτη. Πάντα μετά από ένα τσιγάρο αισθάνομαι πιο ολόκληρος. Πιο συγκροτημένος. Δεν μου αρέσει που βρίσκω πλέον στο τσιγάρο ένα τέτοιο συναίσθημα και εύχομαι όσο πιο δυνατά μπορώ να αντικατασταθεί από κάτι άλλο. Λιγότερο επικίνδυνο. Βέβαια, όπως είπε η Adele “Λένε ότι το κάπνισμα σκοτώνει, αλλά έχουν δοκιμάσει ποτέ να αγαπήσουν;”. Εύχομαι όλοι μας κάποτε να μη χρειάζεται να θυσιάζουμε κομμάτια του εαυτού μας για τα γλυκόπικρα του εφήμερου. Μέχρι τότε θα ελπίζω. Ομοιοκαταληξία θα έκανε και να έλεγα ότι μέχρι τότε θα καπνίζω. Αλλά ούτε και αυτό το θέλω. Για την ώρα, απλά σας γράφω αυτό το άρθρο. Πλέον καταλαβαίνοντας το τσιγάρο…

No related posts.