Όλα καλά στο μαχαλά?

Ποιος δεν έχει κάτσει να μετρήσει όλα αυτά που μας «βρήκαν» το 2012, και κατ’ επέκταση και το 2013… Ποιος δεν έχει δυσανασχετήσει με τα μέτρα, τη λιτότητα, τις εξοντωτικές περικοπές και την απαράδεκτη συμπεριφορά του κράτους σε όλες τις ευπαθείς ομάδες? Αν όχι όλοι, η συντριπτική πλειοψηφία!

Μαζί με την οικονομική δυσχέρεια, βέβαια, έρχονται και οι εκπτώσεις στον πολιτισμό και τα πολιτιστικά δρώμενα, στον αθλητισμό, στο επίπεδο διαβίωσης, αλλά και στην ποιότητα ψυχαγωγίας. Το 2012, λοιπόν, ενώ είχαμε καταφέρει να αποβάλουμε έστω και σε μικρό βαθμό τα λατινόφερτα σήριαλ, ξαφνικά μας χτύπησαν την πόρτα οι ανατολικοί μας γείτονες, και τα τηλεοπτικά κανάλια, δεν έχασαν ευκαιρία για λίγο εύκολο χρήμα και τηλεθέαση. Απάντησαν: «Μπούγιουρουμ!».

Από τη μία μέρα στην άλλη οι τηλεοπτικοί σταθμοί ξεκίνησαν να συναγωνίζονται, σε βαθμό αηδίας, για το ποιος θα φέρει την πιο επιτυχημένη τουρκική παραγωγή στο πρόγραμμά του, και ποιος θα κάνει τα μηχανάκια της AGB να χτυπήσουν «κόκκινο». Ξεκίνησε έτσι μια φρενίτιδα, που συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Τα μεγαλύτερα κανάλια, φιλοξενούν τουλάχιστον 2 τουρκικές τηλεοπτικές σειρές, σε ζώνες υψηλής τηλεθέασης. Βέβαια, κάποια παρέμειναν πιστά στις αρχές τους, αποφεύγοντας την εύκολη λύση, κι άλλα πιστά στη «δυτική» λύση, τα αμερικανικά αστυνομικά σήριαλ. Όπως και να έχει, η τηλεόραση έχει κατακλυστεί από ξενόφερτες σειρές, που μπορεί να γεμίζουν το πρόγραμμα, όμως δίνουν μια απογοητευτική εικόνα για τον τρόπο λειτουργίας και τη δεοντολογία των τηλεοπτικών μέσων στην Ελλάδα.

Ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών, τα αγκάλιασε από την πρώτη στιγμή, χωρίς ενδοιασμούς. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και με τις υπόλοιπες ξένες παραγωγές, εδώ και χρόνια, οπότε φυσιολογικά δεν θα έπρεπε να έχουν δημιουργηθεί στρατόπεδα με αντιπάλους, τους επικριτές και τους υποστηρικτές τους.

Ουσιαστικά, είναι παράλογη όλη αυτή η αντιπαλότητα και η διαμάχη που έχει δημιουργηθεί αναφορικά με τις τουρκικές παραγωγές. Και οι αμερικανικές και οι βραζιλιάνικες και οι πορτογαλικές σειρές, έχουν τον ίδιο αντίκτυπο στην ελληνική τηλεόραση και δεν θα έπρεπε να στοχοποιούνται αψήφιστα οι συγκεκριμένες σειρές. Σωστά?

Η γραμμή ανάμεσα στο σωστό ή το λάθος είναι αρκετά ρευστή εν προκειμένω. Ο λόγος που κατακρίνονται σε τέτοιο βαθμό οι σειρές αυτές, είναι πασιφανής αλλά και παρωχημένος κατά πολλούς. Υπάρχει μια μεγάλη ιστορική πορεία κατά τη διάρκεια της οποίας οι δύο λαοί ήταν κάτι περισσότερο από εχθρικοί ο ένας προς τον άλλο. Και σαφώς αυτή η «προϊστορία», δεν είναι άσχετη με τα σημερινά δεδομένα. Οι σειρές αυτές, το άκουσμα της γλώσσας, προκαλούν τις μνήμες της Τουρκοκρατίας, ακόμη κι αν αυτές είναι τόσο μακρινές που κανείς ζωντανός Έλληνας δεν έχει βιώματά της. Αυτός ο λόγος, θα παραμένει πάντοτε αγκάθι σε οτιδήποτε προέρχεται από την «άλλη πλευρά», (είτε αυτό είναι σωστό είτε λάθος) και οι συνεχείς προκλήσεις της εθνικής ακεραιότητας του ελληνικού κράτους το τελευταίο διάστημα, απο τον τουρκικό στόλο, δεν βοηθούν καθόλου.

Από μια διαφορετική οπτική γωνία, δεν είναι άδικος ο λόγος που πολλοί εξανίστανται. Σε μια ήδη δύσκολη περίοδο, ο «βομβαρδισμός» της τηλεόρασης, του πιο λαοφιλούς μέσου, με τουρκικές σειρές, δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί πρόκληση. Το μεσογειακό ταμπεραμέντο μας κατάφερε μόνο να φουντώσει την όλη υπόθεση. Θα χαρακτήριζε κανείς αυτή την προσπάθεια των καναλιών, «λάδι» στη φωτιά. Πλέον όμως, φαίνεται πως άρχισαν να αλλάζουν στάση. Ήδη, η μεγάλη αντίδραση έφερε ένα αρκετά μεγάλο κανάλι της τηλεόρασης σε δύσκολη θέση, ώστε να αναγγείλει μια νέα, ελληνική, αυτή τη φορά, παραγωγή, με σκοπό να ξανακερδίσει τους χαμένους τηλεθεατές.

Η κοινωνία των ημερών μας έχει έρθει σε αρκετά δύσκολη θέση. Από την περίοδο της ανέχειας, φαίνεται πως σιγά-σιγά, περνά στη φάση της αντίδρασης, κι αυτό έγινε αντιληπτό αρχικά σ’ αυτό το επίπεδο. Ο παλμός δυναμώνει, και είναι βέβαιο πως αν δεν αλλάξουν τα δεδομένα, η κατάσταση ίσως εκτροχιασθεί. Η δυτική καταγωγή και συμπεριφορά που έχει καλλιεργηθεί στην Ελλάδα ή τουλάχιστον η πεποίθηση πως αυτή μας χαρακτηρίζει και μας αρμόζει, επέτρεψε σε δυτικές ξένες σειρές να ευδοκιμήσουν. Ακόμη και μέσα στην κρίση έμοιαζαν σαν μια έντιμη προσπάθεια να μειωθεί το κόστος, αλλά χωρίς να δημιουργηθούν εντάσεις, όσο ψευδεπίγραφο βέβαια κι αν φαντάζει αυτό το επιχείρημα, εξετάζοντάς το σε λογικά πλαίσια. Το τί μέλει γενέσθαι δεν το γνωρίζει κανείς… θα φάνει στην πορεία. Μπορούμε να ελπίζουμε όμως σε κάτι καλύτερο από κακές παραγωγές και υπερβολικές αντιδράσεις…

No related posts.