Ελληνική Τηλεόραση: Πόσο καλά τη γνωρίζουμε ;

Η παγκόσμια ημέρα τηλεόρασης γιορτάζεται κάθε χρόνο την 21η Νοεμβρίου, όπως έχει καθιερωθεί από το 1996, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Στόχος της επετείου είναι η ενθάρρυνση των ανταλλαγών τηλεοπτικών προγραμμάτων μεταξύ των χωρών, ιδιαίτερα εκείνων που σχετίζονται με την ειρήνη, την ασφάλεια, τον πολιτισμό, την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη.

Στο κατώφλι της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, η τηλεόραση ως μέσο ψυχαγωγίας και ενημέρωσης έχει πλέον γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητας. Μέσο ελκυστικό και σχετικά εύκολο να αποκτηθεί, η τηλεόραση δίκαια θα μπορούσε να θεωρηθεί διάδοχος της τυπογραφίας, ως προς την προσβασιμότητα και την ευκαιρία που δίνει σε όλους να απολαύσουν ό,τι μπορεί να προσφέρει, δηλαδή κάθε προϊόν ενημέρωσης και ψυχαγωγίας.

Στην Ελλάδα, η τηλεόραση έκανε το ντεμπούτο της το 1966 και συνέβαλλε στη μεγάλη αλλαγή που συντελέστηκε στο χώρο του μαζικού θεάματος. Η επίσημη έναρξη της κρατικής τηλεόρασης έγινε στις 23 Φεβρουαρίου του 1966, με μια σειρά πειραματικών εκπομπών. Με συντονιστή το δημοσιογράφο, Γιώργο Κάρτερ, η πρώτη παρουσιάστρια, Ελένη Κυπραίου, έκανε την πρώτη εκφώνηση στην ελληνική τηλεόρασης, όπως αυτή εξέπεμπε σε περίπου 1.500 συσκευές μέσω του Εθνικού  Ιδρύματος Ραδιοφωνίας.

Η ταυτόχρονη ύπαρξη ενός δεύτερου καναλιού («Δίαυλος 10», όπως ονομάστηκε) λειτούργησε ανταγωνιστικά παρά το φτωχό πρόγραμμα και οι Αθηναίοι γοητευμένοι από το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα συγκεντρώνονταν στους δρόμους, έξω από τις βιτρίνες των καταστημάτων, για να παρακολουθήσουν εκείνες τις πρώτες εκπομπές. Το «μαγικό κουτί» ήταν ακόμα πανάκριβο και απρόσιτο για την μέση ελληνική οικογένεια.

Δύο μήνες μετά την πρώτη επέτειό της, η ελληνική τηλεόραση προσάρμοσε το πρόγραμμα της στο νέο δικτατορικό καθεστώς. Η τηλεόραση της δικτατορίας παρουσίαζε μεγάλα αθλητικά γεγονότα, όπως τους Πανευρωπαϊκούς του ’69 και το Παγκόσμιο Κύπελλο Ποδοσφαίρου που έκλεισαν για πρώτη φορά τους Έλληνες στα σπίτια τους. Η κυκλωτική κίνηση ολοκληρώθηκε με ελληνικές και ξένες σειρές, όπως «Πέιτον Πλέις», «Ο φυγάς», «Άγνωστος πόλεμος», «Ο παράξενος ταξιδιώτης» κ.ά. Από τον επόμενο χειμώνα (1968-69), η ποιότητα της εικόνας ήταν εξαιρετική ενώ δύο δημοσιογράφοι έγιναν οι πρώτοι σταρ της ελληνικής τηλεόρασης. Ο Φρέντυ Γερμανός με το «Αλάτι και πιπέρι» και ο Νίκος Μαστοράκης έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των πρώτων χρόνων. Από την τηλεόραση αναμεταδόθηκαν και τα πρώτα βήματα του Νιλ Άρμστρονγκ στο φεγγάρι, σημειώνοντας το πρώτο ανεπίσημο ρεκόρ τηλεθέασης. Στις αρχές του 1970 γεννήθηκε το πρώτο ελληνικό σίριαλ, το «Σπίτι με τον Φοίνικα», με συντελεστές την Κική Σεγδίτσα και τον Κώστα Σισμάνη, μέχρι το 1974 όμως κυρίαρχοι δημιουργοί ελληνικών σειρών είναι ο Κώστας Πρετεντέρης και ο Νίκος Φώσκολος. Με πρότυπο τις δικές τους επιτυχίες, στην τηλεόραση προβάλλονταν σειρές που σημείωναν μεγάλες θεαματικότητες, όπως «Ο κύριος συνήγορος», «Η γειτονιά» και ο «Άγνωστος πόλεμος».

Το Δεκέμβριο του 1970, το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφώνου μετονομάστηκε σε Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοτηλεόρασης και τον Ιανουάριο 1974, έγιναν τα εγκαίνια των εγκαταστάσεών του στην Αγία Παρασκευή. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, μεταδόθηκε σε ζωντανή ασπρόμαυρη μετάδοση η επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή και η τηλεόραση εξέπεμψε το δικό της σήμα για την επιστροφή της δημοκρατίας. Ο Δημήτρης Χορν διορίστηκε στο ΕΙΡΤ και το 1975, ξεκίνησε η προβολή σειρών βασισμένων σε λογοτεχνικά σενάρια. Τη θρυλική σειρά «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», την πρώτη της μεταπολίτευσης, διαδέχθηκαν πολλές μεταφορές έργων του Ν. Καζαντζάκη και του Γ. Ξενόπουλου. Μέσα στην επόμενη τριετία, η κρατική τηλεόραση μετέδωσε τις καλύτερες ίσως σειρές της, με εξέχουσες την «Αστροφεγγιά», τη «Λωξάντρα» , το «Μεθοριακό Σταθμό» και το αξέχαστο «Λούνα Παρκ». Ανάμεσα στους πρωταγωνιστές που αγαπήθηκαν από το κοινό ήταν η Νόρα Βαλσάμη, η Κάτια Δανδουλάκη και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος.

Η ηγεσία στην τηλεόραση όμως άλλαζε διαρκώς και πολύ γρήγορα. Το 1975, τέθηκαν οι προϋποθέσεις για την ανεξαρτητοποίηση της τηλεόρασης, τη δυνατότητα επιλογής συνεργατών και την ελεύθερη δράση από το διοργανωτή του προγράμματος του ΕΙΡΤ, Ρ. Μανθούλη. Το επόμενο καλοκαίρι, ψηφίστηκε στη Βουλή ο νόμος «Περί ιδρύσεως Ανωνύμου Εταιρείας υπό την επωνυμία «Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόρασις»».

Οι διοικητικές αλλαγές, μετά την εκλογή του ΠΑΣΟΚ το 1981, συνοδεύτηκαν από την εμφάνιση της έγχρωμης τηλεόρασης. Στις αρχές αυτής της δεκαετίας, συνεχίστηκαν οι αμερικανικές σαπουνόπερες «Dallas» στην ΕΡΤ και «Δυναστεία» στο δεύτερο κρατικό κανάλι, ΥΕΝΕΔ (Υπηρεσία Ενημερώσεως Ενόπλων Δυνάμεων). Το Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, άνοιξε στην ΥΕΝΕΔ την αυλαία του ένα πρωτοποριακό δημοσιογραφικό μαγκαζίνο, οι «Ρεπόρτερς», με ρεπόρτερ της εκπομπής το Γιώργο Λιάνη, τον Κώστα Χαρδαβέλλα και το Γιάννη Δημαρά. Στον τομέα της ψυχαγωγίας, όμως τα βήματα ήταν πιο αργά και άτολμα. Οι μεν θεατρικές παραγωγές ατόνησαν και υποχώρησαν σε ποιότητα, ενώ τα μουσικά σόου δεν ξεχώρισαν. Στην τηλεόραση εισέβαλλαν πλέον και τα διαφημιστικά μηνύματα, που παρότι επιτυχημένα, εκνεύριζαν τους τηλεθεατές με τους καταιγιστικούς ρυθμούς τους. Η ΥΕΝΕΔ μετονομάστηκε σε ΕΡΤ-2 και κάλυψε το πρόγραμμά της με ντοκιμαντέρ και ενημερωτικές εκπομπές.

Στο ανανεωμένο, λοιπόν, κρατικό κανάλι παρουσιάστηκαν και άλλες σειρές, μερικές από τις οποίες ήταν δημιουργήματα του Παντελή Βούλγαρη, του Κώστα Κουτσομύτη, του Γιάννη Σμαραγδή κ.ά.

Αργότερα, η ΕΡΤ αναδιοργανώθηκε και τα δύο κρατικά κανάλια συγχωνεύτηκαν σε έναν ενιαίο φορέα που πήρε τη μορφή ανώνυμης εταιρείας. Ταυτόχρονα, ιδρύθηκε η ΕΤ3, και τα κανάλια εξέπεμπαν πλέον στις 10 μεγαλύτερες πόλεις της Ελλάδας.

Ιδιωτική τηλεόραση

Έχοντας χάσει την αξιοπιστία της, η δημόσια τηλεόραση έπεσε στην αφάνεια, μετά και από την αδειοδότηση των δύο πρώτων ιδιωτικών σταθμών, του MEGA και της Νέας Τηλεόρασης. Το ΜEGA ξεκίνησε τη λειτουργία του το Νοέμβριο του 1989, επί Τζανετάκη. Το πρώτο αξιόλογο σίριαλ που παρουσιάστηκε στο Mega ήταν ο πολύ ατμοσφαιρικός «Επισκέπτης της ομίχλης» του Αντώνη Τέμπου, ενώ πρώτη κωμική σειρά ήταν «Οι αυθαίρετοι» του Βασίλη Νεμέα (1989) σε σκηνοθεσία του Νίκου Κουτελιδάκη. Ακολούθησαν σειρές-μύθοι για το «μεγάλο κανάλι», όπως «Οι 3 χάριτες», οι «Απαράδεκτοι», το «Ντόλτσε Βίτα», οι «Δύο Ξένοι» και η ξεχωριστή δημιουργία του Λάκη Λαζόπουλου, «10 Μικροί Μήτσοι».

Παραμονές του 1990, έκανε την εμφάνισή του στην ιδιωτική τηλεόραση το δεύτερο μεγάλο κανάλι, ο ΑΝΤ1. Την παρουσίαση του κεντρικού δελτίου ειδήσεων ανέλαβε ο γνωστός δημοσιογρά-φος Τέρενς Κουίκ, ο οποίος παραιτήθηκε για το σκοπό αυτό από την ΕΤ1. Από το 1993, ο ΑΝΤ1 εξέπεμπε σε Αυστραλία και Αμερική μέσω των δύο συνδρομητικών σταθμών ΑΝΤ1 Satellite (1993) και ΑΝΤ1 Pacific (1997), ενώ το 1997 έδωσε «σήμα» και ο ΑΝΤ1 Κύπρου. Επιτυχίες για το κανάλι σημειώθηκαν από την πρωινή του ζώνη και συγκεκριμένα από τις εκπομπές «Καλημέρα Ελλάδα» και «Πρωινός καφές»  (1991).

Το 1993 βγήκε στον αέρα ο ΣΚΑΪ, ο οποίος έχοντας καθαρά ενημερωτικό προφίλ, μετέδιδε ενημερωτικές εκπομπές και δελτία της επικαιρότητας. Η ιδιοκτησία του σταθμού, ο οποίος το 1997 μετονομάστηκε σε ALPHA και ακολούθησε την πεπατημένη οδό των ποικίλλων προγραμμάτων, άλλαξε τότε και ξεκίνησε μια νέα πορεία.

Στις 4 Δεκεμβρίου 1993 έστειλε το σήμα του στον τηλεοπτικό αέρα της Ελλάδας άλλο ένα ιδιωτικό κανάλι, το Star Channel που πέρασε στη συνείδηση των τηλεθεατών ως το κανάλι με τις καλύτερες ξένες ταινίες και σειρές αλλά και το lifestyle ύφος.

Στις 29 Οκτωβρίου 2000 βγήκε στον αέρα το Alter Channel με παρουσιαστή στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων τον Νίκο Αλιάγα – το οποίο λόγω χρεών έριξε την αυλαία του το 2011 –  ενώ το τοπίο συμπλήρωναν και άλλα μικρότερα κανάλια, όπως το Tempo.

Στην ιδιωτική τηλεόραση διέπρεψαν δημοσιογράφοι, όπως η Λιάνα Κανέλλη, ο Παύλος Τσίμας, ο Στέλιος Κούλογλου, ο Νίκος Χατζηνικολάου, ο Τέρενς Κουίκ, ο Παντελής Καψής, ο Νίκος Ευαγγελάτος κ.α. Την ίδια στιγμή, ο τομέας της ψυχαγωγίας  έφερε στη νέα τηλεοπτική πραγματικότητα φαντασμαγορικά σόου και λαμπερούς πρωταγωνιστές. Έτσι, τη δεκαετία του ’90 αναδείχτηκαν σταρ, όπως η Ρούλα Κορομηλά και η Ελένη Μενεγάκη.

Περίπου 10 χρόνια μετά την ίδρυση τους, τα ιδιωτικά κανάλια εισήγαγαν το επαναστατικό – και προκλητικό για πολλούς τότε – είδος των reality εκπομπών, ανάμεσά τους το «Big Brother», το πρώτο reality που προβλήθηκε από τον ΑΝΤ1, η «Φάρμα», το «Survivor» (MEGA) κ.ά. Ακολούθησαν τα talent shows, τα οποία επίσης κέρδισαν εύκολα το κοινό, όπως το «Fame Story» και το «So you think you can dance».

Την ίδια περίοδο, η διοίκηση των κρατικών καναλιών άλλαζε συνεχώς χέρια, προσπαθώντας να βελτιώσει τη φυσιογνωμία τους και να ανταγωνιστεί επαρκώς την ιδιωτική τηλεόραση, από την οποία έχαναν έδαφος.  Η ΕΤ1 έγινε πλέον το πρώτο πολυσυλλεκτικό ψυχαγωγικό κανάλι της δημόσιας τηλεόρασης ενώ η ΕΤ2 μετονομάστηκε σε ΝΕΤ (Νέα Ελληνική Τηλεόραση) και καθιερώθηκε ως ενημερωτικό και δημοσιογραφικό κανάλι. Ανταποκρινόμενη στη διάδοση των νέων τεχνολογιών, η ΕΡΤ ,το 2006, μετά από επίπονη και έντονη προετοιμασία, πραγματοποίησε την πρώτη επίγεια ψηφιακή μετάδοση εικόνας στη χώρα.

Φυσικά, κάποια χρόνια πριν, το 1997, εξασφαλίστηκε και η διοικητική αυτοτέλεια της ΕΤ3, η οποία εγκαθίδρυσε στούντιο και στην περιφέρεια, με πρώτα αυτά της Φλώρινας και της Μυτιλήνης. Η σταθερή προσήλωση της ΕΤ3 στην έγκυρη ενημέρωση και την ποιοτική ψυχαγωγία επιβραβεύτηκε με σημαντικά βραβεία και διακρίσεις, όπως αυτό που απονεμήθηκε στην εκπομπή «Κυριακή στο χωριό», το 2006.

Στην αυγή του 21ου αιώνα, η ελληνική τηλεόραση, σε τεχνολογικό τουλάχιστον επίπεδο έχει καλύψει την τεράστια απόσταση που τη χώριζε από την υπόλοιπη Ευρώπη. Εξακολουθεί, ωστόσο, να αντιμετωπίζει σοβαρά θεσμικά προβλήματα. Η δεοντολογία και η προστασία του πολίτη από την αδιακρισία του τηλεοπτικού φακού εξακολουθεί να είναι ζητούμενο. Η τηλεόραση έχει πολλές φορές κατηγορηθεί ότι προβάλλει ανθρώπινες ιστορίες αδιακρίτως και εισβάλλει στην ιδιωτική ζωή, χάριν της ακροαματικότητας αλλά και της προσωπικής προβολής των ανθρώπων που καταπιάνονται με «πικάντικα» θέματα. Χωρίς αμφιβολία, θα συνεχίσει να ευημερεί – στις μέρες μας όσο τουλάχιστον είναι αυτό δυνατόν – εξαιτίας των εμπορικών κινήτρων της, του εντυπωσιασμού και των μεγαλοστομιών των εκπομπών της. Φτάνει όμως να κατανοήσουμε όλοι ως τηλεθεατές ότι νοσηρή γίνεται η παρακολούθηση της τηλεόρασης μόνο αν η ποιότητα της ζωής μας εξαρτάται από ένα ηλεκτρονικό μέσο…

Related posts:

  1. Το τηλεκοντρόλ έχει και “off”