Παναγία Σουμελά: Μνήμες και σύγχρονα δεδομένα

Στο όρος Μελά, 40 χλμ. νότια της Τραπεζούντας, είναι χτισμένο το ξακουστό χριστιανικό ορθόδοξο μοναστήρι Παναγίας Σουμελά, σύμβολο επί 16 αιώνες του Ποντιακού Ελληνισμού. Στη μονή αυτή φιλοξενήθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας,την οποία φιλοτέχνησε ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Λουκάς. Ύστερα από πολλούς αγώνες δημιουργήθηκε η μονή της Παναγίας Σουμελά στη Καστανιά Βέροιας.Το όνομα Σουμελά ετυμολογείται από το όρος Μελά και του Ποντιακού ιδιώματος «σού», που σημαίνει «εις το» ή «εις του» και έγινε Σουμελά «εις του Μελά». «Βλέποντας την Εικόνα της Παναγίας Σουμελά και ζώντας στο χώρο Της, το πρώτο το οποίο έρχεται στο νου είναι η μεγάλη ευλογία να διακονεί κανείς εδώ, στα υψώματα του Βερμίου και μάλιστα να διακονεί στο χώρο στον οποίο φυλάσσεται μία από τις ιστορικότερες εικόνες της ορθοδόξου εκκλησίας», σχολιάζει ο ηγούμενος της μονής Παναγία Σουμελά αρχιμανδρίτης, Σεραφείμ Ατματζίδης.

Ιστορία

Σύμφωνα με την παράδοση, το μοναστήρι χτίστηκε από τους Αθηναίους μοναχούς Βαρνάβα και Σοφρώνιο, οι οποίοι οδηγήθηκαν στις απάτητες βουνοκορφές του Πόντου μετά από φανέρωση της Παναγίας, με σκοπό να δημιουργήσουν το νέο της κατάλυμα. Εκεί, σε μια σπηλιά είχε μεταφερθεί από αγγέλους η ιερή εικόνα της Παναγίας της Αθηνιώτισσας. Οι μοναχοί έχτισαν με τη βοήθεια της γειτονικής μονής Βαζελώνα  κελί και στη συνέχεια εκκλησία. Αξιοθαύμαστο είναι το γεγονός ότι αναβλύζει αγιασματικό νερό μέσα από ένα γρανιτώδη βράχο. Χριστιανοί αλλά και μουσουλμάνοι επισκέπτονται το μοναστήρι για να δοκιμάσουν τις θεραπευτικές του ιδιότητες.

Κατά καιρούς, η μονή υπέστη βαρβαρικές επιδρομές που οδήγησαν ακόμα και σε ερημώσεις της. Μία από αυτές ήταν στα τέλη του 6ου αιώνα, όταν λεηλατήθηκε από επιδρομές ληστών αλλά το 644 επανιδρύθηκε από τον Τραπεζούντιο Όσιο Χριστόφορο.

 

Η διάσωση των κειμηλίων

Την περίοδο της αυτοκρατορίας των Μεγάλων Κομνηνών το μοναστήρι γνώρισε μεγάλη αίγλη και του χορηγήθηκαν σημαντικά προνόμια. Ανάμεσα σε αυτούς, που προσέφεραν στη μονή ξεχωρίζουν ο Μανουήλ Γ΄ Κομνηνός(1390-1417) και ο Αλέξιος Γ΄(1349-1390). Ο πρώτος αφιέρωσε στη μονή το 1390 ένα κομμάτι από το Τίμιο Ξύλο του Σταυρού του Χριστού, το οποίο σήμερα μετά από πολλές περιπέτειες βρίσκεται μαζί με τα άλλα κειμήλια της μονής στο νέο της θρόνο, την Καστανιά Βέροιας. Οι αυτοκράτορες παραχώρησαν στη μονή τα εισοδήματα από τα γύρω χωριά και όρισαν σαράντα φρουρούς, τους πάροικους, για την προστασία της. Ο Αλέξιος Γ’ μάλιστα την οχύρωσε καλά, έχτισε πύργους, νέα κελιά και ανακαίνισε τα παλαιά της κτίσματα. Τα μοναστήρια του Πόντου υπέφεραν από τη βάρβαρη και ασεβή συμπεριφορά των Νεότουρκων και των Κεμαλικών. Το 1922 οι Τούρκοι κατέστρεψαν ολοσχερώς το μοναστήρι. Οι μοναχοί πριν την αναγκαστική έξοδο το 1923 έκρυψαν μέσα στο παρεκκλήσι της Αγίας Βαρβάρας την εικόνα της Παναγίας, το ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου και το σταυρό του αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού.

Η απεριόριστη αγάπη των ξεριζωμένων στη Σουμελιώτισσα, η αθεράπευτη νοσταλγία τους για τις αξέχαστες πατρίδες ενισχύει την ελπίδα της απελευθέρωσής της. Έτσι, το 1931, με τη μεσολάβηση του Ελευθέριου Βενιζέλου στον τότε Τούρκο πρωθυπουργό Ισμέτ Ινονού, στάλθηκε στον Πόντο και μετέφερε στην Ελλάδα τα κειμήλια αυτά ο αρχιμανδρίτης Αμβρόσιος Σουμελιώτης. Η εικόνα, ο πολύτιμος σταυρός και το ευαγγέλιο του Όσιου Χριστόφορου μεταφέρθηκαν προσωρινά στο Βυζαντινό μουσείο Αθηνών. Ο ηγούμενος της μονής Παναγία Σουμελά σχολιάζει: «Ειδικά σήμερα που ζούμε σε μία εποχή κρίσης αξιών, ηθικών εκτροπών και απουσίας ηρωικού φρονήματος, οι άνθρωποι γνωστοί και άγνωστοι, οι οποίοι αγωνίστηκαν να προφυλάξουν την εικόνα και μάχονταν για την αναβίωση του Ποντιακού Ελληνισμού, μας δίνουν το μήνυμα της αγωνιστικότητας και κυρίως τη βεβαιότητα πως κάθε αγώνας και κάθε προσπάθεια η οποία θα λάβει χώρο στη ζωή μας με στόχους και σκοπούς ιερούς θα μας δώσει τη δυνατότητα να αισθανθούμε ικανοί και να καταλάβουμε πως εάν θέλουμε να πετύχουμε τα στοιχειώδη σε αυτή τη ζωή, σε αυτό τον προσωπικό μας χωροχρόνο, θα πρέπει να δώσουμε τον καλύτερό μας εαυτό και να θέσουμε όρους, στόχους και οράματα».

Στα χρόνια που ακολούθησαν μια άλλη ιστορία γράφεται στον ελλαδικό χώρο…

Σύγχρονα δεδομένα

Το 1951 το σωματείο «Παναγία Σουμελά», με πρωτοβουλία του Φίλωνα Κτενίδη, ανιστόρησε στο όρος Βέρμιο στη Βέροια τη μονή της Παναγίας Σουμελά του Πόντου. Ο θεμέλιος λίθος της νέας μονής τοποθετήθηκε στις 15 Αυγούστου, ενώ τα εγκαίνια πραγματοποιήθηκαν στις 8-6-1952. Τη διαδικασία επανίδρυσης της μονής Σουμελά στην Ελλάδα αγκάλιασαν όλοι οι Πόντιοι, οι οποίοι βοήθησαν υλικά και ηθικά στην αποπεράτωση του έργου. Οι κάτοικοι της κοινότητας της Καστανιάς, που κατάγονται από τη Σάντα του Πόντου, παραχώρησαν δωρεάν το Σεπτέμβριο του 1952 στη διοίκηση του σωματείου 500 στρέμματα για τους σκοπούς της ανιστόρησης.

Από το 1952 που χτίστηκε ο μικρός ναός, η εικόνα τοποθετήθηκε στο νέο της θρόνο. Σκοπός της ανέγερσης της μονής δεν ήταν η ίδρυση στον ελλαδικό χώρο ακόμη ενός μοναστηριού αλλά η ανέγερση ενός προσκυνήματος που θα αποτελούσε σύμβολο και φάρο.

Η διοίκηση της Παναγίας Σουμελά φρόντισε για τη δημιουργία μουσειακής συλλογής από ιερά σκεύη, εικόνες και άμφια καθώς και για τη δημιουργία αξιόλογης βιβλιοθήκης. Χάρη στη βοήθεια των Ποντίων και των φιλοποντίων δημιουργήθηκαν διάφορα κτίρια. Σήμερα το κτιριακό συγκρότημα περιλαμβάνει δύο εκκλησίες, δέκα ξενώνες με 620 κρεβάτια, ένα εστιατόριο, δύο τουριστικά περίπτερα, βρύσες, τηλέφωνα, ηλεκτρικό φως, χώρους στάθμευσης, πλατεία και εκατοντάδες τουριστικά και καρποφόρα δέντρα. Ο ηγούμενος της μονής αναφέρει χαρακτηριστικά: «Εκτός από τους δύο ναούς υπάρχει το ηγουμενείο στο οποίο στεγάζονται η γραμματεία του Προσκυνήματος «ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΟΥΜΕΛΑ», η κατοικία του Ηγούμενου και χώροι φιλοξενίας των εργαζομένων. Παράλληλα, υπάρχουν ξενώνες φιλοξενίας, χώροι εστίασης και υγιεινής». Οι υπηρεσίες οι οποίες προσφέρονται είναι η ενημέρωση σχετικά με το ιστορικό της Παναγίας, η φιλοξενία στους ξενώνες και κυρίως η προσέγγιση σε πνευματικές αναζητήσεις των προσκυνητών οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να μιλήσουν με τον ηγούμενο, να εξομολογηθούν ή να τελέσουν μαζί του κάποια αγιαστική πράξη την οποία θα ζητήσουν.

Από τα πρώτα χρόνια της εγκατάστασης της Παναγίας Σουμελά στο Βέρμιο, άρχισαν να συσσωρεύουν χιλιάδες προσκυνητές με τη συμπαράσταση των οποίων ολοκληρώνεται ένα έργο αξιόλογο, θρησκευτικό, εθνικό, κοινωνικό και πολιτιστικό. «Οι άνθρωποι στα πλαίσια της προσπάθειάς τους να στηριχθούν από κάπου πέραν των ανθρωπίνων, να μπορέσουν να βγάλουν εις πέρας τα μύρια θέματα και προβλήματα της καθημερινότητας απευθύνονται σε κάποιο πρόσωπο, δηλαδή την Παναγία, η οποία ξέρουν και αντιλαμβάνονται πως τους ακούει αληθινά και ουσιαστικά. Έρχονται, λοιπόν, να τα καταθέσουν προσευχητικά στη Χάρης Της και να μιλήσουν ο καθένας με το δικό του τρόπο μαζί Της», τονίζει ο ηγούμενος της μονής Παναγία Σουμελά αρχιμανδρίτης, Σεραφείμ Ατματζίδης.

Η Παναγία Σουμελά αποτελεί το κατ’ εξοχήν προσκύνημα των απανταχού της γης Ποντίων Ελλήνων. Τόπο λατρείας και κοινωνικής προέλευσης. Σημείο αναφοράς για την αλησμόνητη πατρίδα του Πόντου και χώρο καταφυγής και ανακούφισης από το διαρκές τραύμα του ξεριζωμού και της γενοκτονίας. Φρουρός των Βορείων συνόρων της Ελλάδας, ιερό κέντρο του ποντιακού ελληνισμού εκφράζει την κοινή συνείδηση των Ελλήνων για τη διατήρηση της κοινής μνήμης και τη θέληση για έναν κόσμο συμφιλιωμένο που όμως διδάσκεται από την ιστορία…

Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/Παναγία_Σουμελά

No related posts.