Ανθή Χρυσοπούλου: «Τα υφάσματα είναι πολύ ζωντανά υλικά, γεμάτα αναμνήσεις»

Το «eMMEis» συνάντησε την Ανθή Χρυσοπούλου, με αφορμή την έκθεση «Ανακύκλωση με Τέχνη. Μην το πετάς»! που φιλοξενήθηκε στο Τελλόγλειο και διήρκεσε μέχρι τις 27 Μαΐου. Η υπεύθυνη του εργαστήριου καλλιτεχνικών και χρηστικών εφαρμογών, με βασικό υλικό το ύφασμα, μοιράζεται μαζί μας την αγάπη της για τις χειροτεχνίες.

– Ποια είναι η σχέση σας με το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πώς προέκυψαν τα εργαστήρια που κάνατε στο Τελλόγλειο, το οποίο αποτελεί μέρος του Πανεπιστημίου;

– Έχω τελειώσει το ΦΠΨ του Αριστοτελείου και στο Τελλόγλειο δούλευα για πέντε χρόνια ως υπεύθυνη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων (2003- 2008). Όσον αφορά στο εργαστήριο, έτυχε να συνομιλήσω με την κ. Πλουμπή και της ανέφερα πως είχα κάνει ένα τέτοιο εργαστήριο στο Βαφοπούλειο, παλαιότερα. Άλλωστε, ήταν στα σκαριά η έκθεση «Ανακύκλωση και Τέχνη» και θεώρησα ότι ταιριάζει.
Το συγκεκριμένο εργαστήριο αποτελούνταν από τρεις συναντήσεις μόνο. Απ’ όσο ξέρω είχε γίνει ακόμη ένα με παρόμοια λογική αλλά με άλλα υλικά. Στην ουσία όλα αυτά είναι μια πρώτη γνωριμία και όχι ένας ολοκληρωμένος κύκλος μαθημάτων. Το εργαστήριο είχε ανταπόκριση, αφού μαζεύτηκε ο αριθμός που είχα βάλει κι εγώ ως όριο (15 άτομα δηλαδή), αν και ο κόσμος ενημερώθηκε πολύ λίγο πριν ξεκινήσουν τα μαθήματα,. Υπήρξαν, λοιπόν, 15 ενδιαφερόμενοι που απάντησαν άμεσα στην πρόσκληση του Ιδρύματος!
Μου άρεσε πολύ που υπήρξε ενδιαφέρον, μιας και κάτι τέτοιο δεν είναι πολύ συνηθισμένο, αφού το θέμα του το ύφασμα που δεν αποτελεί κάτι που με το που το ακούς καταλαβαίνεις αμέσως περί τίνος πρόκειται. Οπότε, χάρηκα πολύ που υπήρξαν γυναίκες – δεν έτυχε να δηλώσει συμμετοχή κάποιος άντρας – που θέλησαν να μάθουν να ανακυκλώνουν τα παλιά τους υφάσματα. Το ύφασμα είναι ένα υλικό που το αγαπώ πάρα πολύ και δεν είναι κάτι ευρέως διαδεδομένο.
Η λογική των μαθημάτων, λοιπόν, είναι να μάθει ο κόσμος ωραίους τρόπους να ανακυκλώνει τα παλιά του ρούχα, ρετάλια, κουμπιά, υφάσματα, νήματα. Διάλεξα ως θέματα τα κοσμήματα, τις κούκλες και τις τσάντες γιατί είναι πιο απλά στο να τα προσεγγίσει κάποιος που δεν έχει καμία σχέση με χειροτεχνίες αλλά και επειδή ήξερα – λίγο πολύ – ότι θα μαζευτούν μόνο γυναίκες. Το κόσμημα προσελκύει τις τσάντες , οι κούκλες είναι σχετικά εύκολες στην παραγωγή τους και η διακόσμηση της τσάντας είναι πολύ ενδιαφέρουσα.

– Ποιος νομίζετε ότι είναι ο κύριο λόγος που ενδιαφέρονται οι άνθρωποι να ανακυκλώσουν τα υφάσματά τους;

– Κατ’ αρχάς, το να μην πετάμε ρούχα είναι σίγουρα πολύ σημαντικό τόσο από άποψη οικολογική όσο και οικονομική. Αγαπώ πολύ το υλικό αυτό, δεν μπορώ να το πετάξω γιατί είναι «ζωντανό» και δύσκολα γίνεται σκουπίδι, κατά τη γνώμη μου. Επίσης, είναι σύνηθες το να μην θέλουμε να αποχωριστούμε αγαπημένα υφάσματα, γεμάτα αναμνήσεις. Αυτή, νομίζω, ότι είναι μια πολύ όμορφη λογική. Κάτι που μπορεί να το έχουμε συνδέσει με αγαπημένους ανθρώπους και στιγμές, και εκ των πραγμάτων δεν μπορούμε να το χρησιμοποιούμε πια στην αρχική του μορφή, μπορούμε να του δώσουμε μια νέα ζωή.
Κάπως έτσι, άλλωστε δημιουργήθηκαν τα Patchwork. Αυτά είναι χειροποίητα παπλώματα και αποτελούσαν ένα πολύ κοινό γαμήλιο δώρο για τα νεαρά ζευγάρια ενώ συχνά περιλαμβάνονταν στις διαθήκες λόγω της συναισθηματικής τους αξία τους. Έκαναν, λοιπόν, δώρο στη νύφη οι γυναίκες της κοινότητας ένα γαμήλιο πάπλωμα με πολλά κομμάτια υφασμάτων που συσσώρευε τις αναμνήσεις, μνήμες πάρα πολλών ανθρώπων. Η λογική αυτή ότι δηλαδή μια ανάμνηση μπορείς να την αναπαράγεις για να εξακολουθεί να σε συντροφεύει είναι πάντοτε πολύ γλυκιά.

– Η συγκεκριμένη τεχνική και η σχετική προσωπική ενασχόληση μπορεί να προχωρήσει και παραπέρα;

– Συνήθως οι άνθρωποι κάνουν κάτι τέτοιο για να περάσουν δημιουργικά το χρόνο τους. Ωστόσο, η σύντομη εμπειρία μου μού έδειξε ότι ο κόσμος μπορεί να ενεργοποιηθεί και προς την επαγγελματική κατεύθυνση… Νομίζω, όμως, ότι είναι εξίσου σημαντικά και τα δυο. Μπορείς να το κάνεις απλά ως οικιακή ενασχόληση, ως κάτι που κάνεις για τον εαυτό σου ή για τους δικούς σου ανθρώπους. Δεν είναι λίγοι αυτοί που συμμετείχαν στα εργαστήρια και έκαναν τις χειροτεχνίες δώρο σε φίλους τους ενώ υπάρχουν μεμονωμένες περιπτώσεις που μπήκαν στη διαδικασία να το συνεχίσουν σε επαγγελματικό επίπεδο. Εξάλλου, τα τελευταία χρόνια είναι πολύ έντονο το ρεύμα χειροτεχνών, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τα μπαζάρ χειροτεχνών που ανθίζουν τον τελευταίο καιρό. Άνθρωποι που δεν έχουν κάνει έναρξη επαγγέλματος διοχετεύουν τη δουλειά τους μέσα σε αυτά τα μπαζάρ.
Έτσι, μπαίνουμε στη γενικότερη λογική του να δημιουργούμε, πλέον, με τα δικά μας χέρια. Στην Ελλάδα αυτή η τεχνική ήταν πολύ παραγκωνισμένη και μάλιστα, αυτό συνέβη ιδιαίτερα την τελευταία πενταετία. Παλαιότερα οι γυναίκες κεντούσαν και έπλεκαν, πράγμα που όλο και μειώθηκε στις νέες γενιές. Θεωρώ ότι οι Έλληνες έχουμε μια ιδιαίτερη αισθητική – φορτισμένη, σίγουρα, από την παράδοσή μας – που θα άρεσε και στο εξωτερικό. Σαν λαός έχουμε πολλές προσλαμβάνουσες. Η αισθητική μας είναι εμπλουτισμένη από τη λαϊκή παράδοση, τις τοπικές ενδυμασίες, τα αρχαία κοσμήματα, τα κεραμικά, τα βυζαντινά και ένα σωρό ακόμη ήθη και έθιμα που δημιουργούν ένα αρκετά ασυνήθιστο κράμα.

– Αφήνετε κάποιο «παράθυρο» επόμενης επικοινωνίας με όσους συμμετέχουν στα εργαστήριά σας;

– Οι περισσότερες γυναίκες που παρακολούθησαν τα εργαστήρια ασχολούνται με πολλά διαφορετικά πράγματα, όπως αγιογραφία, ζωγραφική, κεραμική και ράψιμο. Οπότε, μιας και είδαν κάτι διαφορετικό που τους έκανε εντύπωση, μπήκαν στη λογική να ενεργοποιηθούν για να το μάθουν καλά. Επειδή τα μαθήματα ήταν μόνο τρία, μου ζήτησαν να τις ενημερώσω, σε περίπτωση που γίνει ξανά κάτι τέτοιο… και, φυσικά, θα το κάνω!

– Πώς σας ήρθε η ιδέα για την επαναχρησιμοποίηση του υφάσματος;

– Ένα διάστημα δούλευα με σκηνικά, θεατρικά κοστούμια και έτσι, βρέθηκα να έχω πολλά περισσεύματα από μοδίστρες που έραβαν για το θέατρο. Αφού, λοιπόν, όλα αυτά τα υφάσματα ήταν πολύ ωραία, σκέφτηκα να τα αξιοποιήσω και άρχισα να φτιάχνω κοσμήματα. Στη συνέχεια, τα χρησιμοποίησα και με άλλους τρόπους. Παρατήρησα, επίσης, πως στο εξωτερικό ευρέως διαδεδομένη αυτή η δημιουργική τάση με πολλά υλικά. Μέσα από βιβλία χειροτεχνιών αλλά και μέσω του διαδικτύου, διερεύνησα αρκετά το θέμα και πήρα ιδέες. Έτσι, αποφάσισα να προγραμματίσω έναν αριθμό μαθημάτων με άξονα το ύφασμα.

– Με τι ακριβώς έχετε ασχοληθεί μέχρι τώρα; Ποιά ήταν τα ερεθίσματα;

– Έχω κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα. Σπούδασα στην Παιδαγωγική-Ψυχολογία και τη Διακόσμηση ενώ έκανα μεταπτυχιακό στη Μουσειολογία. Έχω δουλέψει στο θέατρο ως βοηθός σκηνογράφος – ενδυματολόγος, απ’ όπου και προέκυψε η αγάπη μου για το ύφασμα. Χάρη στη διακόσμηση απέκτησα πολλές καλλιτεχνικές γνώσεις, σχετικές με την επεξεργασία υλικών.
Θα πω κι εγώ το κλασικό! Μου άρεσε πάντοτε να ασχολούμαι με τα εικαστικά. Ένα ακόμη στοιχείο που είμαι σίγουρη πως με επηρέασε είναι ότι η μητέρα μου, η οποία ανήκε στην εποχή των γυναικών που έραβαν. Η λογική της, λοιπόν, ήταν η μεταποίηση. Παλιά ρούχα που τα αλλάζαμε για να τα φορέσω – ας πούμε – εγώ. Έτσι, ξεκίνησε η αγάπη για το ύφασμα. Έκανα τις θεωρητικές μου σπουδές αλλά είχα παράλληλα και το απωθημένο για την τέχνη. Ξεκίνησα στη διακόσμηση αλλά αυτή η αγάπη φούντωσε και, συνεχίζοντας με το θέατρο, εξοικειώθηκα ακόμη περισσότερο με το ύφασμα. Συνδυάστηκαν μέσα μου πάρα πολλά πράγματα.
Έπειτα, ασχολήθηκα με την σχεδίαση και οργάνωση προγραμμάτων για παιδιά, με αποτέλεσμα να δέσει όλο αυτό που είχα μέσα μου. Γενικά, δεν πιστεύω ότι οι άνθρωποι πρέπει να κάνουμε ένα μόνο πράγμα στη ζωή μας. Απλά, σε μένα υπήρχε πάντοτε παράλληλα μια σταθερά, δηλαδή η αγάπη για τα καλλιτεχνικά. Απλά, όταν εγώ σπούδαζα δεν υπήρχαν πολλές τέτοιες διέξοδοι. Υπήρχε, φυσικά, η σχολή Καλών Τεχνών που φάνταζε δύσκολη και δεν είχα, ούτως ή άλλως, τον κατάλληλο προσανατολισμό ή την τόλμη να θεωρήσω ότι κάτι καλλιτεχνικό θα μου έφερνε επαγγελματική αποκατάσταση.

– Υπάρχει κάποιο όνειρο που δεν έχετε πραγματοποιήσει και θα θέλατε να το προσπαθήσετε;

– Θα μου άρεσε πάρα πολύ να διαθέτω ένα δικό μου χώρο, ένα εργαστήριο και να έχω το χρόνο και την άνεση να δημιουργώ αλλά και να μεταδίδω αυτή την τέχνη σε άλλους. Μου αρέσει να κάνω μαθήματα, στα οποία να δίνω απλά την κατεύθυνση και το ερέθισμα. Υπάρχουν, δηλαδή, μαθήτριές μου που κάνουν πολύ καλύτερα πράγματα από εμένα και αυτό με ενθουσιάζει ! Σίγουρα, σε έναν ήδη διαμορφωμένο χώρο, όπως το Τελλόγλειο και το Βαφοπούλειο. Τα πράγματα είναι πιο εύκολα.
Χωρίς αμφιβολία, θα μπορούσε να προκύψει κάτι πολύ πιο καλλιτεχνικό από όλη μου την ενασχόληση με αυτό το είδος τέχνης αλλά ακόμη και η καθαρά χρηστική πλευρά μου αρκεί. Είναι πάρα πολύ όμορφο και καθόλου αμελητέο. Δεν χρειάζεται πάντα να υπάρχει ένα επιστέγασμα καλλιτεχνικό.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως αν και οι εποχές είναι πολύ δύσκολες, το δημιουργικό κομμάτι, δεν πρέπει να το εγκαταλείπουμε. Υπάρχει σε όλους μας και συμβάλλει στην εσωτερική μας ισορροπία. Συχνά, μάλιστα, μπορεί να μας βγάλει από τη δύσκολη θέση μας, είτε σε προσωπικό, είτε σε επαγγελματικό επίπεδο. Είναι αυτό που λέγανε πάρα πολύ σοφά οι παλιοί… «Μάθε τέχνη κι ας’ την». Είναι ανεκτίμητο οτιδήποτε χειροποίητο φτιάχνουμε με αγάπη.

 

Συνοπτικά:
Η Ανθή Χρυσοπούλου γεννήθηκε και ζει στη Θεσσαλονίκη. Έχοντας κάνει σπουδές στην Παιδαγωγική-Ψυχολογία, τη Διακόσμηση και μεταπτυχιακό στη Μουσειολογία, έχει εργαστεί εκτενώς στον τομέα της εκπαίδευσης και του πολιτισμού, ως υπεύθυνη σχεδιασμού και οργάνωσης εκπαιδευτικών προγραμμάτων και δράσεων, σε συνεργασία με πολλούς πολιτιστικούς και εκπαιδευτικούς φορείς (μουσεία, βιβλιοθήκες, εκπαιδευτικά ιδρύματα, δήμους κ.ά.).
Έχει, επίσης, δουλέψει στο θέατρο ως βοηθός σκηνογράφος – ενδυματολόγος, απ’ όπου προέκυψε και η αγάπη της για το ύφασμα και η «μανία» της να συλλέγει υφάσματα, τα οποία σύντομα άρχισε να αξιοποιεί δημιουργικά. Έχει διδάξει εικαστικά σε παιδιά και διακόσμηση σε ενήλικες ενώ είναι ιδρυτικό μέλος της καλλιτεχνικής-παιδαγωγικής ομάδας «Αχτένιστα Πινέλα» που ιδρύθηκε το 2008. Τον τελευταίο χρόνο οργανώνει, μεταξύ άλλων, δημιουργικά εργαστήρια για όλες τις ηλικίες, με βασικό υλικό το ύφασμα.

No related posts.