Θεματικη

ΠΟΤΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ;

Σχετικα αρθρα

Μοιρασου το!

Οι μνήμες ξανάρχονται …

Ένας ΕΠΟΝίτης και ένα Αετόπουλο της ΕΠΟΝ θυμούνται γεγονότα της Κατοχής, του Εμφυλίου και της Χούντας

Ο κ. Αλέξανδρος Καρυπίδης

Ο κ. Αλέξανδρος Καρυπίδης γεννήθηκε το 1926. Οι γονείς του ήρθαν από τον Καύκασο, το 1920. Όσον αφορά στα μαθητικά του χρόνια, τα πρώτα από αυτά, τα πέρασε στο Δημοτικό σχολείο της Μεταμόρφωσης και τα υπόλοιπα, στα Γυμνάσια του Κιλκίς και της Βέροιας. Κατόρθωσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του και ακολούθως, μαθήτευσε για λίγο στη Σχολή του Ευκλείδη.

Ο κ. Χρήστος Σιδηρόπουλος γεννήθηκε το 1933. Οι γονείς του ήρθαν από την περιοχή του Καυκάσου, το 1922. Φοίτησε στο Δημοτικό σχολείο της Μεταμόρφωσης και στο Γυμνάσιο του Κιλκίς. Μετά την αποφοίτησή του, πήγε στη σχολή Εργοδηγών στη Θεσσαλονίκη και έπειτα, στα ΚΑΤΕ, όπου μετά από ένα χρόνο, πήρε πτυχίο υπομηχανικού.

Κοινά στοιχεία τους είναι η ποντιακή καταγωγή τους αλλά και ο τόπος γέννησής τους, το χωριό Μεταμόρφωση, στο Κιλκίς. Το εν λόγω χωριό διατήρησε το όνομά του αυτούσιο, όπως όταν βρισκόταν στον Πόντο. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου πολέμου, το χωριό εκκενώθηκε για τρία χρόνια, χαρακτηριζόμενο ως «ανταρτόπληκτο».

Ο κ. Αλέξανδρος Καρυπίδης μυήθηκε στην ΕΠΟΝ, έπειτα από παρότρυνση συγχωριανών του, το 1943, όπου και παρέμεινε έως την απελευθέρωση. Στο πλαίσιο της οργάνωσης, συμμετείχε σε διάφορες εκδηλώσεις, όπως ομιλίες, θέατρα, σκετς, κ.ά. Τα μικρά της ΕΠΟΝ ήταν τα Αετόπουλα. Ο κ. Σιδηρόπουλος, σε ηλικία περίπου 10 ετών, συμμετείχε στην οργάνωση ενώ ο πατέρας του ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ. «Ο πατέρας μου είχε φτιάξει σ’ ένα σημείο του στάβλου ένα μικρό χώρο, όπου έκρυβε αντάρτες που κατέβαιναν στο χωριό. Ο χώρος αυτός ήταν πολύ μικρός και κλειστός σαν φυλακή, αλλά ο πατέρας μου είχε τοποθετήσει ένα σωλήνα, προκειμένου να μπαίνει αέρας και να μπορεί να αναπνέει αυτός που κρυβόταν εκεί για μέρες», εξηγεί ο κ. Σιδηρόπουλος. Σκοπός των μικρών Αετόπουλων ήταν ο κοινός αγώνας, η συλλογή τροφίμων, ο ανεφοδιασμός των ανταρτών, κ.ά. «Θυμάμαι ότι στο σπίτι μας είχαμε έναν παραδοσιακό φούρνο, ο οποίος είχε μια τρύπα σκεπασμένη με λαμαρίνα. Εκεί μέσα τοποθετούσαμε τρόφιμα, ρούχα και είδη πρώτης ανάγκης, με σκοπό να τα δώσουμε στους αντάρτες. Έτσι, όταν υπήρχε ανάγκη, ανέβαινα εκεί πάνω και κατέβαζα ό,τι χρειαζόταν, χωρίς να γίνομαι αντιληπτός», λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος. Παράλληλα, τα Αετόπουλα συμμετείχαν σε πολλές δραστηριότητες  που οργάνωνε η ΕΠΟΝ.

Ο κ. Χρήστος Σιδηρόπουλος

Την ίδια εποχή, είχε σχηματιστεί μια φιλογερμανική ένοπλη οργάνωση, τα μέλη της οποίας ήταν γνωστά ως «Παουτζήδες». Αυτοί θεωρούσαν το χωριό «Μόσχα», αν και δεν υπήρχαν αντάρτες στη γύρω περιοχή. Ωστόσο, φρόντιζαν να δείχνουν τα εχθρικά αισθήματά τους κάθε φορά που έρχονταν στο χωριό, σκοτώνοντας αθώους πολίτες ή κλέβοντας πράγματα κάθε είδους. Ο κ. Σιδηρόπουλος θυμάται χαρακτηριστικά μια «επίσκεψή» τους: «Για τρεις μέρες έμειναν στο σπίτι μας οκτώ «Παουτζήδες». Μας περιόρισαν σε ένα δωμάτιο. Ένας από αυτούς είχε ένα κλαρίνο και έπαιζε ενώ κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, έκλεψαν τα ρούχα μας. Όταν ήρθαν, η μάνα μου έφυγε από το σπίτι για να μας βρει, ενώ ο πατέρας μου κατευθύνθηκε προς τα Γιουγκοσλαβικά σύνορα, όπου και έμεινε δυο μέρες στο Φυλάκιο. Μέσα στις μέρες αυτές, σκότωσαν κόσμο με την υποψία και μόνο τυχόν αριστερών πεποιθήσεων. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση μιας κυρίας, η οποία κατηγορήθηκε για κρυμμένα όπλα. Τη συνέλαβαν, την πήγαν στη γέφυρα, την χτύπησαν πολύ άγρια, της έβγαλαν τρία δόντια με τανάλια και ζωντανή την έριξαν μέσα στο νερό. Ευτυχώς όμως, χάρη στην έγκαιρη παρέμβαση κάποιων συγχωριανών, σώθηκε».

Ο κ. Καρυπίδης θυμάται ένα ανάλογο περιστατικό. «Ήμασταν συγκεντρωμένοι στο γραφείο της ΕΠΟΝ. Ένα κορίτσι μας ενημέρωσε για την άφιξή τους. Τότε φύγαμε από το ποτάμι και πήγαμε στο διπλανό χωριό. Ήμουν βρεγμένος και μια γυναίκα θέλησε να μου δώσει ρούχα αλλά το παντελόνι που θα μου έδινε ήταν στρατιωτικό και γι’ αυτό δεν το πήρα. Ακολούθως, κατευθύνθηκα προς τους Ευζώνους, όπου υπήρχε γερμανικό φρουραρχείο. Εκεί, μας μάζεψαν όλους στο σχολείο. Στο πλατύσκαλο, θυμάμαι τον αρχηγό τους – ο οποίος αργότερα διακρίθηκε στην πολιτική – να δείχνει το μαστίγιό του και να λέει ότι οι κομμουνιστές θέλουν να το γυρίσουν ανάποδα. Με λίγα λόγια, έλεγε ότι ενώ σήμερα οι πολλοί δουλεύουν, οι μεσαίοι είναι μεσαίοι και οι κάτω είναι λίγοι, ο κομμουνισμός θέλει να δουλεύουν οι λίγοι, οι μεσαίοι να παραμείνουν ως έχουν και οι πολλοί να φάνε», εξιστορεί ο ίδιος.

Την Άνοιξη του 1943, οι «Παουτζήδες» μάζεψαν τους άντρες και τις γυναίκες στο σχολείο, με σκοπό να μάθουν πού κρυβόταν ένας τραυματίας. «Ούτε μέτρησα και σας περίλαβα ούτε θα μετρήσω για να σας παραδώσω…τον τραυματία!», φώναξε επιτακτικά ο επικεφαλής τους. Στη συνέχεια, έπιασε έναν – έναν και άρχισε να τους ρωτά. «Δυο άτομα έφαγαν ξύλο μέχρι που μάτωσαν και όταν ήρθε η σειρά μου, με ρώτησε: «εσύ, πού ανήκεις;». Του απάντησα: «στην ΕΠΟΝ!» και τότε, με χτύπησε ελαφρά στο κεφάλι μια φορά με το μαστίγιο και μου είπε : «στην Ελλάδα να πεις!», εξηγεί ο κ. Καρυπίδης. Τελικά, εντόπισαν τον τραυματία, του έριξαν δυο φορές με το περίστροφο και αυτός ξεψύχησε στο νοσοκομείο.

Όταν έφυγαν οι Γερμανοί, μαζεύτηκε όλο το τάγμα των «Παουτζήδων», δηλαδή πάνω από 1000 άτομα, στο Κιλκίς και εκεί έγινε μεγάλη μάχη. Σκοτώθηκαν 180 αντάρτες περίπου αλλά το Τάγμα των «Παουτζήδων» διαλύθηκε. Οι αντάρτες προσπάθησαν να πιάσουν τον αρχηγό τους ζωντανό αλλά αυτός κατάφερε να διαφύγει. Παρόλα αυτά, οι αντάρτες ήταν τακτικός στρατός και οργανωμένος από σωστούς καπεταναίους, με αποτέλεσμα να είναι μια μόνιμη απειλή για όσους βρίσκονταν απέναντί τους.

Μετά την απελευθέρωση και λίγο πριν τον Εμφύλιο, ο κ. Καρυπίδης κρατούσε ημερολόγιο. «Θυμάμαι λοιπόν, ότι το καλοκαίρι του 1945, μια διμοιρία διέμενε στο παλιό σχολείο του χωριού. Εγώ καθόμουν και έγραφα κάθε μέρα κάτω από ένα μεγάλο δέντρο στην αυλή του σπιτιού. Για δύο – τρεις μέρες, δεν πήγα να γράψω γιατί φοβήθηκα. Την ημέρα που αποφάσισα να πάω να γράψω, είδα τρεις στρατιώτες να περνάνε από το δρόμο. Με είδαν και εκείνοι. Σηκώθηκα να δω πού πήγαν. Σκέφτηκα  ότι κάπου έπρεπε να κρύψω το ημερολόγιο. Έτσι, πήγα σε έναν αχυρώνα φτιαγμένο από συμμαχικές λαμαρίνες και καλάμια και σκέφτηκα να το βάλω εκεί. Το μετάνιωσα, όμως. Εκείνη την ώρα, με φώναξε η μαμά μου. Έτσι, πήγα να φάω και αργότερα θα έβρισκα μια άλλη κρυψώνα. Τότε, είδα την πλάτη ενός στρατιώτη, κοντά στην πόρτα του σπιτιού. Έσκυψα να μη με δει, πήγα στο σημείο όπου μαζεύαμε τις κοπριές και εκεί μέσα έχωσα το ημερολόγιο. Από το φόβο μου, κρύφτηκα στο αποχωρητήριο, γιατί μπορεί να με έψαχναν. Μετά από πέντε λεπτά, βγήκα και συνάντησα το στρατιώτη. Με έψαξε και βρήκε ένα πορτοφόλι πάνω μου. Με ρώτησε τι έκανα κάτω από το δέντρο και του απάντησα πως έλυνα άλγεβρα. Τότε, αυτός ζήτησε να δει το τετράδιο αλλά για κακή μου τύχη, δεν μπορούσα να βρω κάποιο τετράδιο άλγεβρας να του δείξω.  Παρόλα αυτά, με άφησαν. Την επόμενη μέρα, ένας στρατιώτης ήρθε να πάρει γάλα και του έδειξα το τετράδιο. Όσο για το ημερολόγιο, οι κότες έσκαψαν και το έφεραν στην επιφάνεια. Όταν το βρήκε ο παππούς μου, το έκαψε», αφηγείται ο ίδιος.

Λίγο πριν λήξει ο Εμφύλιος, ο κ. Καρυπίδης κρατήθηκε σε μπουντρούμι, όταν βρέθηκε στο Κιλκίς, προκειμένου  να πάρει άδεια τσουβάλια για να μεταφέρει τα σιτάρια. Αφορμή ήταν η συζήτηση που είχε με κάποιον γνωστό του. Ο τελευταίος ανέφερε πως οι αντάρτες επρόκειτο να έρθουν στο Κιλκίς. Κάποιος άκουσε τη συζήτηση και θεώρησε ότι τα συγκεκριμένα λόγια τα είπε ο κ. Καρυπίδης. Έτσι, τον συνέλαβαν και τον έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι μαζί με δυο – τρία άλλα άτομα. «Ένα πρωί ακούω φωνές. Η πόρτα ήταν ξύλινη και είχε ένα παραθυράκι με τρία σιδερένια κάγκελα. Το φως έκαιγε νύχτα μέρα, τυλιγμένο με μια εφημερίδα.  Σηκώθηκα και είδα ένα αμούστακο παιδί κι ένα παπά. «Μετανοείς δια όσα έκανες;», το ρώτησε. «Μετανοώ!», απάντησε. «Θέλεις να μεταλάβεις;», συνέχισε ο παπάς. «Θέλω!», αποκρίθηκε το παιδί… Πήγαινε για εκτέλεση. Ο παπάς αναστέναξε και είπε: «τέτοια παιδιά τα παίρνουν στο λαιμό τους!»», θυμάται. Μετά από αρκετές μέρες, ένας αξιωματικός κάλεσε τον κ. Καρυπίδη να πάει στο γραφείο του και τον ρώτησε από πού έμαθε ότι οι αντάρτες θα επιτίθονταν στο Κιλκίς. «Εγώ δεν είπα τέτοια κουβέντα κι αν ήταν πατριώτης αυτός που το είπε, έπρεπε να έρθει να σας το πει από την ώρα που το άκουσε και όχι να περιμένει να συκοφαντήσει ανθρώπους», αποκρίθηκε ο κ. Καρυπίδης. Τελικά, του έδωσαν την ταυτότητά του και την επόμενη μέρα, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Πράγματι, το προηγούμενο βράδυ, οι αντάρτες είχαν κατέβει στο Κιλκίς.

Από το 1964 έως το 1967, ο ίδιος διετέλεσε πρόεδρος της τότε κοινότητας Ευζώνων. «Στις 14 Μαΐου του 1967 μου απέστειλαν έγγραφο που έλεγε τα παρακάτω: Απολύομεν τούτον δια σοβαρούς λόγους δημοσίας τάξης και συμφέροντος». Σε κάθε περίπτωση, ο κ. Καρυπίδης υποστηρίζει ότι δεν επρόκειτο να συνεχίσει τη θητεία του υπό το δικτατορικό καθεστώς. Φέρνοντας στη μνήμη του εκείνα τα χρόνια, λέει χαρακτηριστικά: «Ζήσαμε άσχημα χρόνια, αστυνομοκρατούμενα! Μόνο η ΕΔΑ υπήρχε αλλά και αυτή ήταν στριμωγμένη. Θυμάμαι ότι μια φορά διάβαζα την «Αυγή» στο λεωφορείο και οι υπόλοιποι με κοιτούσαν περίεργα. Ακόμα και τη «Μακεδονία» να έπαιρνες, έπρεπε να τη διπλώνεις. Μόνο «Φως» επιτρεπόταν να διαβάζεις».

Αναφερόμενος στην ίδια περίοδο αλλά και στις διώξεις των κομμουνιστών, ο κ. Σιδηρόπουλος θυμάται: «Κάθε μέρα έπαιρνα την «Αυγή» από ένα περίπτερο στην περιοχή της Καμάρας. Την τσαλάκωνα και την έβαζα στην τσέπη. Έτσι, είχα μαζέψει στην αποθήκη του σπιτιού μου πάνω από 200 φύλλα, την περίοδο της Χούντας. Όταν όμως άρχισαν να γίνονται εκτεταμένες διώξεις, φοβήθηκα και τις έκαψα όλες, δυστυχώς». Μάλιστα, ο ίδιος παρευρέθηκε στη δίκη του Λαμπράκη. «Θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι η αίθουσα ήταν γεμάτη αστυνομικούς, οι μάρτυρες παραιτούνταν και το «παρών» έδωσαν ελάχιστοι αριστεροί. Η γνώμη μου είναι ότι οι δολοφόνοι του Λαμπράκη ήταν πληρωμένοι αριστεροί και είχαν πληρωθεί από τη Φρειδερίκη».

Κοινή πεποίθηση των δυο είναι ότι ο Εμφύλιος υποκινήθηκε από ξένες δυνάμεις οι οποίες καπηλεύονταν τα συμφέροντα της μετακατοχικής Ελλάδας και εφάρμοζαν την τακτική του «διαίρει και βασίλευε». Αποτέλεσμα ήταν η διαμόρφωση δυο αντιμαχόμενων στρατοπέδων που οδήγησε σε εχθροπραξίες μεταξύ των Ελλήνων. «Το μεγάλο σφάλμα των Ελλήνων είναι ότι πείθονται από ξένους, υπακούουν στα ξένα συμφέροντα», παρατηρεί ο κ. Σιδηρόπουλος. Ταυτόχρονα, θεωρεί ότι το παιδομάζωμα στα χρόνια του Εμφυλίου αλλά και η συνεργασία Φλωράκη – Μητσοτάκη λειτούργησαν σε βάρος της εικόνας των κομμουνιστών. Την ίδια στιγμή,  ο κ. Καρυπίδης σημειώνει ότι, «κάποιες ακραίες πράξεις του ΕΛΑΣ ασχήμυναν την όψη του κόμματος». Τέλος, και οι δυο, παρά τις πολιτικές τους πεποιθήσεις, στέκονται κριτικά απέναντι στην εφαρμογή της θεωρίας του κομμουνισμού. «Η θεωρία του κομμουνισμού είναι σωστή αλλά αυτοί που την κηρύττουν όχι. Αυτός που κηρύττει δίκαια και πράττει άδικα είναι χειρότερος από εκείνον που ούτε δίκαια κηρύττει ούτε δίκαια πράττει. Τη δικαιοσύνη που κηρύττεις να την εφαρμόζεις δίκαια», τονίζει ο κ. Καρυπίδης.

Ευχαριστούμε θερμά τους κυρίους Αλέξανδρο Καρυπίδη και Χρήστο Σιδηρόπουλο που μοιράστηκαν μαζί μας προσωπικές τους εμπειρίες από τα δύσκολα χρόνια που πέρασε η χώρα μας.

No related posts.