Ο χρυσούς αιών του Σοφοκλέους

Τα τελευταία εκατό χρόνια οι λέξεις τόκος, κατάσχεση, απληστία, απάτη, αρπαγή, φόρος, ανεργία, πτώχευση, έξωση, πλειστηριασμός, ανασφάλεια και πανικός έχουν γίνει συνώνυμα της λέξης οικονομία, μια οικονομία που στηρίχθηκε σε σημαντικό βαθμό στις μεγάλες προσδοκίες που γέννησε και έθρεψε ο θεσμός του Χρηματιστηρίου.

Μια φορά και έναν καιρό ήταν ο κόσμος. Άνθρωποι όλων των ηλικιών, όλων των χρωμάτων, όλων των φυλών, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του μικρού μας πλανήτη παρά τις όποιες διαφορές τους, τις όποιες διαφωνίες τους έβρισκαν πάντα έναν τρόπο να λύνουν τα θέματα που ανέκυπταν έστω και αν αυτό σήμαινε πως θα έπρεπε να πολεμήσουν για αυτό. Άλλωστε παλαιότερα οι άνθρωποι πολεμούσαν για κάποιο λόγο προφανή και όχι υφέρποντα, ρίσκαραν την ελευθερία τους υπό τη σίγουρη απειλή της απώλειάς της, θυσίαζαν τη ζωή τους ως ύστατη επιλογή υπεράσπισης συλλογικών ιδανικών.

Και ύστερα ήρθε ο καιρός της ειρήνης (Δεύτερο μισό του 20ου αιώνα). Οι άνθρωποι απαλλαγμένοι από τις φοβίες και τις ανασφάλειες των συγκρούσεων πάσης φύσεως αποφάσισαν να ξαποστάσουν και να απολαύσουν τα αγαθά της ειρήνης. Περιχαρείς ασχολήθηκαν με την οργάνωση και λειτουργία συστημάτων εργασίας, ασφάλισης και συνταξιοδότησης, αγόρασαν συσκευές και προϊόντα ευτυχίας, αποταμίευσαν, ήρθαν σε επικοινωνία μεταξύ τους, γνώρισαν ο ένας τον άλλο και αφέθηκαν στις απατηλές υποσχέσεις μιας επίπλαστης δημοκρατίας των μπαλκονιών. Και μετά έπεσαν να κοιμηθούν!

Την ίδια όμως στιγμή οι άγρυπνοι και ακούραστοι τιμωροί του εφησυχασμού εργάστηκαν σκληρά και με ζήλο θαυμαστό. Μέρα με τη μέρα, ευρώ με το ευρώ και όνειρο με όνειρο κατάφεραν να μετατρέψουν τον ιδρώτα και τον κόπο των ανθρώπων σε εφιάλτες και αγωνία για το αύριο. Ένα αύριο που προoοιωνίζονταν βέβαιο και ασφαλές. Και τότε ήταν που ακούστηκε η φωνή της μαμής, η οποία με δάκρυα στα μάτια ανακοίνωνε στους πανευτυχείς γονείς (Τραπεζίτες) τον κύριο Τόκο και τη σύζυγό του κυρία Κατάσχεση,  πως το παιδί είναι γερό και αρτιμελές. Και το όνομα αυτού?  ΣΟΦΟΚΛΗΣ!!

Από την πρώτη στιγμή φάνηκε πως το παιδί δεν ήταν και πολύ αγαπητό στα άλλα παιδιά παρόλο που είχε όλα τα καινούρια παιχνίδια, τα ακριβότερα ρούχα και το ομορφότερο σπίτι από όλα τα παιδιά. Μάταια προσπαθούσαν οι γονείς του να μεταπείσουν τα άλλα παιδιά να παίξουν με το Σοφοκλή. Δε μπορούσαν να το εξηγήσουν αλλά ήταν σαν να είχε τον ανθρωποδιώκτη ο μικρός. Τα χρόνια κύλησαν γρήγορα και ο Σοφοκλής μεγάλωσε. Οι γονείς του τον έστειλαν στο πανεπιστήμιο να σπουδάσει ληστρική, διαχείριση ανθρώπινων ονείρων και αναισθητική. Στη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων γνώρισε μια πανέμορφη κοπέλα, την Απληστία. Ο έρωτας τους ήταν κεραυνοβόλος. Είδαν ο ένας στα μάτια της άλλης το άλλο του μισό. Και έγιναν αχώριστοι όπως ήταν φυσικό.

Τέσσερα χρόνια μετά ορκίστηκε σε μια αίθουσα γεμάτη από κασμίρια μέσα και λιμουζίνες από έξω. Όλοι παραδέχονταν με καμάρι πως κατάφερε να γίνει ένας λαμπρός ληστής, ονειροφόνος και αναισθητικός. Το μέλλον διαγραφόταν μπροστά του πολύ κερδοφόρο!

Ένα χρόνο μετά και αφού κατάφερε με τη βοήθεια των γονέων του να ανοίξει μια δική του δουλειά (Χρηματιστήριο) αποφάσισε να έρθει εις γάμου κοινωνία με την αγαπημένη του Απληστία. Ήταν, όπως διατυμπάνιζαν παντού τα Μ.Μ.Ε., ο γάμος του αιώνα κι ας μην παρευρισκόταν ούτε ένας απλός, καθημερινός άνθρωπος αφού έτσι και αλλιώς δεν προσκάλεσαν κανέναν που να είχε ετήσιο εισόδημα κάτω από 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Η τελετή έγινε στην Αρχιεπισκοπή προΐσταντος του ίδιου του Αρχιεπισκόπου με κάθε επισημότητα. Παρευρίσκονταν βεβαίως και η πολιτική και πολιτειακή ηγεσία του τόπου που μοίραζε αφειδώς δημόσια γη και έσοδα από φόρους στους νεόνυμφους. Να ζήσετε, να τα χιλιάσετε και καλούς και ευλογημένους απογόνους να έχετε τους εύχονταν με δάκρυα στα μάτια. Τι όμορφο ζευγάρι μονολογούσαν…

Οι δουλειές πήγαιναν καλά και σύντομα ο Σοφοκλής και η Απληστία έγιναν περήφανοι γονείς διδύμων, της Απάτης και της Αρπαγής, ονόματα που δόθηκαν στα κορίτσια προς τιμήν των γονέων της Απληστίας που δεν άντεξαν την είδηση του κοινωνικού κράτους και αυτοκτόνησαν προ πενταετίας. Φρικτός και άδικος θάνατος όπως γράφτηκε στις εφημερίδες. Ήταν Δεκέμβριος του 1975. Καλά χρόνια τότε, όπως έγραψαν κατόπιν οι ιστορικοί. Τα κέρδη πολλά και οι ζημιές βάρυναν το Κράτος ως συνήθως. Ο καιρός κυλούσε γρήγορα και ανέξοδα για την οικογένεια Σοφοκλέους. Όπως όμως, δυστυχώς, συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις η ανεξήγητη ζήλια και ο απρόκλητος φθόνος των αχάριστων δανειζομένων έπιασαν τόπο! Η πετρελαϊκή κρίση του 1987 και η επακόλουθη τρικυμία που χτύπησε αλύπητα το χρηματιστήριο επέφεραν καίριο πλήγμα στα οικονομικά της οικογένειας. Τα ποσοστά κατοχής της κρατικής περιουσίας σε μετοχές άγγιξαν το επαίσχυντο όριο του 86%, τα κέρδη μειώθηκαν στα επίπεδα του 25.000% και η κατήφεια απλώθηκε σαν πυκνή ομίχλη πάνω από το φτωχικό των 5500 τετραγωνικών μέτρων σπίτι.

Ήταν τότε που ο Σοφοκλής, σαν μαινόμενος ταύρος ορκίστηκε στη γυναίκα του πως θα κάνει ό, τι περνάει από την τσέπη του προκειμένου οι μαύρες μέρες του `87 να γίνουν γρήγορα παρελθόν. Ναι, καλά μαντέψατε! Σε τέσσερα μόλις χρόνια (πόλεμος του Κόλπου) τα κέρδη επέστρεψαν στο κανονικό και δίκαιο ποσοστό του 400.000% και η οικογένεια μπορούσε πλέον να ατενίζει το μέλλον με αισιοδοξία. Ήταν δε η ψυχική τους ευφορία τόσο μεγάλη που, απρόσμενα είπαν, δύο νέα μέλη ήρθαν να προστεθούν στην οικογένεια Σοφοκλέους. Επιτέλους είχε έρθει η ώρα να χαρούν και οι παππούδες του Σοφοκλή αφού τα δύο βρέφη πήραν τα ονόματα τους, Φόρος και Ανεργία. Τα βαφτίσια τον επόμενο χρόνο γέμισαν δάκρυα τα μάτια των δύο γερόντων, που παρασυρμένοι ίσως από τη συγκίνησή τους, έγραψαν στα εγγόνια τους όλη τους την περιουσία. Χρήματα που απέκτησαν στη διάρκεια μιας άτυχης για τους άλλους στιγμής στα τέλη της δεκαετίας του `20 (Οκτώβριος του 1929).

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν χρόνια ευημερίας και ανεμελιάς για την οικογένεια του «Ουκ εν τω λίγω το Ευ» κυρίου Σοφοκλή, το γένος Πλουτοκράτη βεβαίως, βεβαίως. Τα δύο μεγαλύτερα κορίτσια πήγαν σε δημόσιο πανεπιστήμιο (Harvard) και αρίστευσαν στις σπουδές τους, η μεν Απάτη στα ψιλά γράμματα, η δε Αρπαγή στα πανωτόκια. Βρήκαν αμέσως δουλειά σε μια ασφαλιστική εταιρεία με το όνομα ΛΑΣΠΙΣ κάποιου κυρίου Καρβελιάδη νομίζω ή κάπως έτσι τέλος πάντων. Μια εταιρεία σκληρά εργαζόμενων ανθρώπων που έδιναν στον κόσμο συμβουλές τι να κάνει τα λεφτά του μα πάνω από όλα μια εταιρεία που είχε πολλές φορές βραβευτεί για την πιστή τήρηση των νόμων και των κανόνων του χρηματιστηρίου. Τους γέλασε στα αλήθεια η τύχη!!!
Όσο για τα άλλα δύο παιδιά, το Φόρο και την Ανεργία, αυτοί που ξέρουν λένε ότι ο κύριος Σοφοκλής τα προόριζε για μεγάλα πράγματα. Απλά δεν είχε έρθει ακόμη η ώρα.

Το 2008 ήταν το έτος ορόσημο για την οικογένεια. Ο πλούτος που είχαν συσσωρεύσει ξεπερνούσε κάθε φαντασία. Σε αρκετές περιπτώσεις μάλιστα τα ποσοστά συμμετοχής του ομίλου στη δημόσια περιουσία άγγιζαν το 100% κάτι που αντί να χαροποιεί τον κύριο Πλουτοκράτη τον γέμιζε θυμό γιατί δεν καταλάβαινε όπως έλεγε τι έκανε λάθος και δεν έχει αποκτήσει ακόμη τον πλήρη έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων της χώρας. Μάτια προσπαθούσε να τον παρηγορήσει η σύντροφος του η Απληστία, λέγοντάς του πως αργά ή γρήγορα θα καταλάβαιναν όλοι πως ήταν προς το συμφέρον τους να παραιτηθούν από κάθε περιουσιακό στοιχείο και να του παραδώσουν τα κλειδιά της χώρας. Και ήταν τότε που του ήρθε η θεία φώτιση. Για την ακρίβεια η θεία Πτώχευση, αγαπημένη και μοναδική αδερφή του πατέρα του που πάντα του είχε μεγάλη αδυναμία. Μάζεψε λοιπόν όλα του τα παιδιά, την Απάτη, την Αρπαγή, το Φόρο, την Ανεργία και υπό το περήφανο βλέμμα της συζύγου του Απληστίας όλοι μαζί κάθισαν και κατέστρωσαν ένα μεγαλοφυές σχέδιο!

Το σχέδιο ονομάστηκε Μνημόσυνο και προέβλεπε τον υπερδανεισμό της χώρας σε τέτοιο σημείο που να μην είναι δυνατή η αποπληρωμή των δανείων. Προϋπέθετε βέβαια και την αναντίρρητη συνεργασία της πολιτικής ηγεσίας αλλά, όπως ήταν από όλους παραδεκτό, αυτή η λεπτομέρεια ποτέ δεν απετέλεσε εμπόδιο σε οποιοδήποτε εγχείρημα. Ο ενθουσιασμός και η αφοσίωση στον ιερό αυτό σκοπό ήταν πρωτοφανείς για όλους. Τα δε νεότερα μέλη της οικογένειας, ο Φόρος και η Ανεργία, υποψήφιοι διδάκτορες του πανεπιστημίου του Memorandum, είχαν δοθεί ψυχή τε και σώματι στην επιτυχή ολοκλήρωση  του σχεδίου. Σε μια μόλις τετραετία το σχέδιο στέφθηκε με επιτυχία και για άλλη μια φορά, με αφορμή βέβαια και τα γενέθλια του κυρίου Σοφοκλή, η οικογένεια Πλουτοκράτη το γιόρτασε με όλους τους συγγενείς, φίλους και συνεργάτες της, που σημειωτέον ήταν αναπάντεχα πολλοί και ταξίδεψαν από κάθε γωνιά της γης για να έρθουν να δώσουν στον κύριο Σοφοκλή συγχαρητήρια για τον έντιμο και δίκαιο αγώνα του ενάντια στην ανώφελη κρατική περιουσία και τα δικαιώματα των πολλών. Υπήρχε αλήθεια καλύτερος τρόπος να γιορτάσει κανείς τα 62α του γενέθλια?

Τα επόμενα χρόνια κύλησαν ήσυχα και εισπρακτικά για την οικογένεια Πλουτοκράτη που είχε τη χαρά να προσθέσει και νέα μέλη στο γενεαλογικό της δέντρο. Ο Φόρος και η Ανεργία έγιναν γονείς τεσσάρων παιδιών, της Έξωσης, του Πλειστηριασμού, της Ανασφάλειας και του Πανικού όλα τους αριστούχοι πτυχιούχοι του πανεπιστημίου του Default.

Τι τα θες όμως? Ο χρόνος και η φθορά δεν εξαιρούν κανέναν και τα άσχημα νέα δεν άργησαν να έρθουν. Ο παππούς πλέον Σοφοκλής ετοιμαζόταν για το μεγάλο ταξίδι. Για να είμαστε και δίκαιοι τα είχε τα χρονάκια του ο γέρος, 100 τον αριθμό. Ένας ολόκληρος αιώνας. Φτου φτου! Πληροφορίες που αναφέρουν πως επιχείρησε να έρθει σε επαφή με το διάολο με σκοπό να του ζητήσει άλλα 400 χρόνια ζωής με αντάλλαγμα μετοχές του ομίλου ελέγχονται ως κακοήθεις και ανακριβείς.

Βέβαια, εδώ που τα λέμε, ήταν λίγο ανεξήγητο το γεγονός πως η σύζυγος του η Απληστία κρατιόταν καλά αν και συνομήλική του και δεν την έκανες πάνω από 35 χρονών.

Μάζεψε λοιπόν για τελευταία φορά όλα του τα παιδιά και τα εγγόνια και τους είπε: «Παιδιά μου, ευχή και κατάρα σας δίνω να μην υποκύψετε ποτέ στην άδικη απαίτηση του αγνώμονος λαού για το μοίρασμα του πλούτου. Ο ένας να δίνει δύναμη στον άλλο και μαζί να πορεύεστε στους αιώνες που θα έρθουν. Εγώ προσπάθησα σαν καλός γονιός να σας εξασφαλίσω οικονομικά με τίμιο και νόμιμο τρόπο και δόξα το Μαμμωνά κάτι έκανα. Εσείς δεν έχετε απλά να κλείσετε τα αυτιά σας σε όσους ζητούν και να αναζητείτε πάντα το κέρδος. Θέλω να μου ορκιστείτε πως θα βαδίσετε στα βήματά μου και ποτέ μα ποτέ δε θα αισθανθείτε έλεος για οποιονδήποτε.»  Τότε με μια φωνή η Απάτη, η Αρπαγή, ο Φόρος, η Ανεργία, η Έξωση, ο Πλειστηριασμός, η Ανασφάλεια και ο Πανικός αναφώνησαν: Ορκίζομαι!!! Και έτσι απλά έκλεισε τα μάτια του με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη, πράγμα που παραξένεψε τα παιδιά και τα εγγόνια του αλλά δεν έδωσαν σημασία. Άλλωστε τα τελευταία χρόνια ο γέρος δεν ήταν και στα καλά του.

Έδωσαν λοιπόν ραντεβού την επόμενη ημέρα στο συμβολαιογράφο για την ανάγνωση της διαθήκης. Φορώντας τα καλά τους και κλαίγοντας με κλάμα γοερό, έφτασαν στο γραφείο του κυρίου Ανήθικου, γνωστού και ουκ ολίγον επιτυχημένου συμβολαιογράφου της εποχής. Αφού βολεύτηκαν ο κύριος Ανήθικος τους είπε: «Αγαπητά μου παιδιά. Η διαθήκη του πατέρα και παππού σας είναι μόλις τέσσερις  σειρές, οι εξής: Αφήνω όλη μου την περιουσία στα παιδιά μου και τα εγγόνια μου με την προϋπόθεση να τηρήσουν τον όρκο που έδωσαν ενώπιον μου στο νεκροκρέβατό μου. Αν παρεκκλίνουν έστω και ελάχιστα, ανεξαρτήτως λόγου και αιτίας, από τα παραπάνω, όλη μου η περιουσία θα περιέλθει στην κυριότητα της συζύγου μου.  Αυτό ήταν όλο», είπε ο κύριος Ανήθικος, «μπορείτε να πηγαίνετε».

«Μας την έφερε ο γέρος μονολογούσαν οι θρηνούντες». Αυτό όμως που δεν ήξεραν ήταν πως ο γέρο Σοφοκλής σε ένα μόνο πράγμα είχε αδυναμία, το χρήμα. Και ήταν σίγουρος πως ακόμη και αν όλα του τα παιδιά τον προδώσουν μπορούσε να έχει τυφλή εμπιστοσύνη στην αγαπημένη του γυναίκα, το άλλο του μισό, την Απληστία. Αυτή δε θα τον πρόδιδε ποτέ!!!

No related posts.