Θεματικη

ΠΟΤΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ;

Σχετικα αρθρα

Μοιρασου το!

Le gamin au vélo

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Jean-Pierre Dardenne, Luc Dardenne

ΣΕΝΑΡΙΟ: Jean-Pierre Dardenne, Luc Dardenne

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Les Films du Fleuve, Lucky Red, France 2 Cinéma, RTBF

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Alain Marcoen

ΜΟΥΣΙΚΗ: Ludwig van Beethoven

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: Cécile De France, Thomas Doret, Jérémie Renier,
Fabrizio Rongione, Olivier Gourmet, Egon Di Mateo

Υπόθεση: Αρνούμενος να δεχθεί ότι ο πατέρας του (Jérémie Renier) τον εγκατέλειψε οριστικά σε ορφανοτροφείο, ο δωδεκάχρονος Cyril Catoul (Thomas Doret) δραπετεύει και πηγαίνει στο διαμέρισμά τους με την ελπίδα πως θα τον συναντήσει και θα πάρει το ποδήλατό του. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τους επιτηρητές του ιδρύματος που ήδη βρίσκονται εκεί, πέφτει πάνω στην κομμώτρια Samantha (Cécile De France) και κεντρίζει την προσοχή της. Εκείνη τον επισκέπτεται στο ίδρυμα και συμφωνούν να περνούν μαζί τα Σαββατοκύριακα. Στην πορεία, όμως, αποδεικνύεται πως η συμβίωση δεν θα είναι καθόλου εύκολη τόσο για τον Cyril, όσο και για τη Samantha…

Κριτική: Le vélo de Cyril Catoul

Οι Βέλγοι σκηνοθέτες, σεναριογράφοι και παραγωγοί Jean-Pierre και Luc Dardenne επιστρέφουν στη μεγάλη οθόνη με μία ταινία, η οποία εστιάζει στην κρίση του θεσμού της οικογένειας και ιδιαιτέρως, στην καταλυτική επιρροή που ασκεί η έλλειψη επικοινωνίας και επαφής γονέα – παιδιού στη ζωή του τελευταίου.

Θιασώτες της θεωρίας του Jean-Jacques Rousseau πως «ο άνθρωπος γεννιέται καλός, αλλά διαστρεβλώνεται και αλλοιώνεται κάτω από την επίδραση της κοινωνίας», πιστοί στη θεματολογία και το ύφος που χαρακτηρίζει ολόκληρη την κινηματογραφία τους γύρω από τα προβλήματα του δυτικού κοινωνικού περιβάλλοντος και των ανθρωπίνων σχέσεων που αναπτύσσονται μέσα σ’ αυτό,  το τελευταίο τους πόνημα δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τα συνήθη πρότυπα που τους έχουν καθιερώσει στη συνείδηση του κοινού: απλή δομή και σενάριο, γραμμική αφήγηση, «ανέκφραστη» κινηματογράφηση, καθημερινοί χαρακτήρες αντιμέτωποι με τη σκληρή πραγματικότητα, φορτισμένη ατμόσφαιρα, παντελής απουσία ειδικών εφέ και γυρίσματα στη γενέτειρά τους Λιέγη, μακριά από τα κινηματογραφικά πλατώ… είναι στοιχεία που αν μη τι άλλο προσδίδουν απλότητα, φυσικότητα και αμεσότητα.

Περνώντας στην ουσία, οι Dardenne επικεντρώνονται στις πράξεις των πρωταγωνιστών και με περισσή ειλικρίνεια καθιστούν σαφές – ευθύς εξαρχής – πως η συγκεκριμένη… «βόλτα» μόνο αναψυχής δεν θα είναι. Αναλυτικότερα, ο τίτλος «Le gamin au vélo» μεταφράζεται κατά λέξη «Το παιδί στο ποδήλατο». Το ποδήλατο για το μικρό Cyril δεν είναι ένα αντικείμενο, ένα «παιχνίδι» ή μέσο εκτόνωσης… μόνον ύλη, δηλαδή. Είναι προέκταση του εαυτού του και άρρηκτα συνδεδεμένο και ταυτισμένο με τον πατέρα του. Οι Βέλγοι, μ’ αυτό το έξυπνο τέχνασμα – συμβολισμό, χειρίζονται την ιστορία κατά το δοκούν – πάντα όμως εντός των ορίων του κινηματογραφικού σύμπαντος – , με το ποδήλατο να αποτελεί την οπτικοποίηση της ίδιας της ζωής του Cyril, το παρελθόν του, το παρόν του, το μέλλον του. Η ζωή επιλέγει τη διαδρομή που θέλει να ακολουθήσει και τα εμπόδια που θα συναντήσει ενώ ο Cyril πρέπει να βρει τον τρόπο να αντιμετωπίσει ή και να ξεπεράσει τις δυσκολίες που βρίσκει στο διάβα του. Η παρούσα φάση της ζωής του – αυτή που παρακολουθεί ο θεατής – είναι εξαιρετικά κρίσιμη και ίσως θα μπορούσε να παρομοιαστεί με μια επικίνδυνη κατηφόρα, όπου το τέλος του δρόμου δεν φαίνεται από μακριά και οι αποφάσεις που καλείται να πάρει ο πρωταγωνιστής είναι μείζονος σημασίας διότι από αυτές εξαρτάται και κρίνεται το μέλλον του.

Ο Cyril, από την άλλη, πλήρως εξαρτημένος από το ποδήλατό του, φαντάζει έρμαιο των καταστάσεων και ως εκ τούτου βρίσκεται μονίμως στο «στόχαστρο». Παρόλο που έχει επίγνωση του τι συμβαίνει, είναι αδύνατον να  αντιμετωπίσει μόνος του τα πάντα και να πάρει πρωτοβουλίες, οι οποίες θα τον βγάλουν από το συναισθηματικό αδιέξοδο. Η αναγκαστική – με τη βία – ενηλικίωση σε μια τόσο ευαίσθητη και τρυφερή ηλικία είναι αναμενόμενο πως θα αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια της και θα στιγματίσει για πάντα το χαρακτήρα και την προσωπικότητα που χτίζει σταδιακά το παιδί. Αρνούμενος, λοιπόν, να δεχθεί την έκδηλη απόρριψη του πατέρα του, λειτουργεί παρορμητικά και απερίσκεπτα, αδιαφορώντας για τους κινδύνους… σε μια απέλπιδα προσπάθεια να ανατρέψει τα δεδομένα και εν τέλει, να επικρατήσει αυτών και να επαναπροσδιορίσει τη ζωή τους.

Σ’ αυτό το σημείο, κάνει την εμφάνισή της η Samantha, μια κομμώτρια, γύρω στα τριάντα πέντε και «τακτοποιημένη», σύμφωνα με όσα προστάζει ο σύγχρονος τρόπος ζωής. Παρόλο που η γνωριμία της με τον Cyril πραγματοποιήθηκε μάλλον υπό αντίξοες συνθήκες, η αγάπη και το ενδιαφέρον της είναι έμπρακτα και ανιδιοτελή. Επιδεικνύει μεγάλα αποθέματα υπομονής, αντοχής και αυτοθυσίας ενώ παράλληλα, φέρεται ως ο μοιραίος πόλος έλξης για την επανένταξη του Cyril στην κοινωνία. Την ίδια στιγμή, το παιδί αδυνατεί να συλλάβει αυτό που πραγματικά του συμβαίνει και αντιδρά ενστικτωδώς, ανίκανο να διαχειριστεί τα συναισθήματά του και να εκτιμήσει την κατάσταση. Οι βαθιά ανθρωπιστές, αλλά απαισιόδοξοι – κατ’ ομολογία τους, Dardenne – , επιχειρούν να δώσουν ένα μήνυμα αισιοδοξίας για το μέλλον, το οποίο είναι μπροστά στα μάτια των περισσοτέρων ή απλώς, δίπλα τους, αλλά όντες επαναπαυμένοι στο παρόν, δεν θέλουν να το σκεφτούν, πόσο δε μάλλον να ασχοληθούν, με αποτέλεσμα να τους προσπερνάει χωρίς να το πάρουν είδηση, ακόμα και εκείνη, την ύστατη στιγμή…

Στην προκειμένη περίπτωση, το παρόν ταυτίζεται με τη Samantha, η οποία θα έπρεπε να θεωρηθεί «καλοβαλμένη» – άρα, ξέγνοιαστη και αδιάφορη -, με βάση πάντα τις επικρατούσες συνθήκες ενώ το μέλλον ταυτίζεται με τον Cyril, ο οποίος ανήκει στους «απόκληρους της κοινωνίας του μέλλοντος», επειδή κανένας, επί του παρόντος, δεν ενδιαφέρθηκε για αυτόν/αυτούς. Απτό παράδειγμα, το έγκλημα που διαπράττει ο Cyril, νομίζοντας πως με αυτό τον τρόπο θα βοηθήσει τον πατέρα του, προκειμένου να γίνουν και πάλι οικογένεια, αλλά τελικά για άλλη μια φορά τον αποστρέφεται, ενώ ταυτόχρονα, δοκιμάζει τις αντοχές και τα όριά του. Επίσης, δοκιμάζεται και η υπομονή της Samantha, η οποία προσπαθεί να κατανοήσει τα κίνητρά του, τον αγκαλιάζει και τον βοηθά να αναγνωρίσει τα σφάλματά του, να υποστεί τις όποιες συνέπειες των πράξεών του, να επανορθώσει και να ξεπεράσει τις δυσκολίες του σήμερα για να προχωρήσει προς το αύριο, μέσα από μια διαδικασία κάθαρσης, όπου η λύτρωση θα έρθει κάποια στιγμή και για τους δύο.

Από τεχνικής σκοπιάς, η ταινία κινείται στο γνώριμο ύφος – σήμα κατατεθέν των ταινιών των Dardenne. Ο ρυθμός είναι γρήγορος σε σημείο να αναρωτηθεί ο θεατής πότε κιόλας έπεσαν οι τίτλοι τέλους. Η φωτογραφία του μόνιμου συνεργάτη τους Alain Marcoen κινείται για άλλη μια φορά σε πολύ υψηλό επίπεδο, με εξαιρετικά κοντινά πλάνα. Επίσης, παρατηρούνται δύο ασυνήθιστα για τους Dardenne στοιχεία που αξίζει να αναφερθούν: το ένα είναι η επιλογή κινηματογράφησης κατά τους θερινούς μήνες, η οποία έρχεται σε πλήρη αρμονία με την αισιόδοξη χροιά που αποπνέει το έργο τους και σε αντίθεση με το σκοτεινό, ομιχλώδες και βροχερό τοπίο της Λιέγης, στο οποίο έχουν συνηθίσει το κοινό τους, ενώ το δεύτερο, η χρήση μουσικής, έστω και Beethoven.

Εάν κάτι αξίζει ιδιαίτερης μνείας, αυτό είναι αναμφίβολα οι ερμηνείες των πρωταγωνιστών. O Thomas Doret, στο ρόλο του Cyril δεν είναι τίποτα λιγότερο από εξαιρετικός. Οι εκφράσεις του, το επίμονο βλέμμα του, τα ξεσπάσματά του και η όλη στάση του είναι απολύτως φυσική και καθόλου επιτηδευμένη, κάμπτοντας ενδεχόμενους ενδοιασμούς αναφορικά με τις ικανότητές του, διότι δεν υποδύεται ένα μικρό παιδί… αλλά είναι ένα μικρό παιδί. Η Cécile De France ως Samantha, διεκπεραιώνει με απόλυτη επιτυχία την αποστολή της, φέροντας εις πέρας έναν δύσκολο και απαιτητικό χαρακτήρα, τον οποίο δεν μετατρέπει σε καρικατούρα. Το πρωταγωνιστικό δίδυμο έρχονται να συμπληρώσουν παλιοί γνώριμοι που συναντά ο θεατής κατ’ επανάληψιν στις ταινίες των Dardenne: τον Jérémie Renier που υποδύεται τον πατέρα του Cyril, Guy Catoul, τον Fabrizio Rongione ως εφημεριδοπώλη, ο οποίος πέφτει θύμα της παραβατικής συμπεριφοράς του Cyril και τον Olivier Gourmet, ο οποίος κάνει ένα μικρό πέρασμα ως ιδιοκτήτης μπυραρίας. Τέλος, ο πρωτοεμφανιζόμενος Βέλγος κωμικός Egon Di Mateo πείθει με την ερμηνεία του στο ρόλο του γκάνγκστερ της γειτονιάς, Wes.

Από την άλλη, το κυριότερο μειονέκτημα της ταινίας είναι οι ομοιότητες που παρουσιάζει σε μεγάλο βαθμό με όλες τις προηγούμενες ταινίες τους, κάτι που ισχύει για κάθε νέα ταινία και τις προηγηθείσες αυτής. Μια πάγια τακτική των Dardenne, οι οποίοι κάθε φορά προσθέτουν κάτι καινούριο σ’ ένα συγκεκριμένο και αυστηρά οριοθετημένο χωροταξικά κοινωνικό υπόβαθρο. Όπως και η ανελλιπής παρουσία των παραπάνω ηθοποιών αποτελεί μια από τις σταθερές αξίες των Βέλγων αδερφών. Για παράδειγμα ο Jérémie Renier, πρωτοεμφανιζόμενος στο «La promesse (1996)» στο ρόλο του γιου που περιφέρεται μ’ ένα μοτοποδήλατο στους δρόμους της Λιέγης και επιστρέφει δις ως ανώριμος και ανεύθυνος πατέρας στα «L’enfant (2005)» και «Le gamin au vélo (2011)». Για την ακρίβεια, το «Le gamin au vélo» θυμίζει – συνδυάζει επιμέρους στοιχεία απ’ όλη την κινηματογραφία τους με τα «Ladri di biciclette (1948)» και «Les quatre cents coups (1959)».

Εν κατακλείδι: Με το «Le gamin au vélo», οι Jean-Pierre και Luc Dardenne φαίνεται πως συμπληρώνουν ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ που ξεκίνησαν να φτιάχνουν προ δεκαπενταετίας με το «La promesse (1996)», συνέχισαν με τα «Rosetta (1999)», «Le fils (2002)», «L’enfant (2005)», «Le silence de Lorna (2008)» και μάλλον αργούν ακόμα να ολοκληρώσουν. Η νέα τους ταινία επικεντρώνεται εξολοκλήρου στη σκιαγράφηση, τη θέση και το ρόλο που καλείται να παίξει το παιδί μέσα στην κοινωνία. Μια κοινωνία που σ’ ένα μεγάλο ποσοστό έχει παραγκωνίσει και αντιμετωπίζει με σκωπτική διάθεση έννοιες, όπως η αλληλεγγύη, η συλλογικότητα, η συνύπαρξη, η αγάπη άνευ όρων και ανταλλάγματος, η θυσία για το συνάνθρωπο, ακόμα και η οικογένεια… η οποία φαίνεται πως δεν μπορεί να σταθεί ως ανάχωμα για να κατευνάσει τον εγωισμό των ενήλικων μελών για χάρη των παιδιών. Όσο σκληρή και αν φαίνεται η πραγματικότητα, ιδίως για παιδιά που έχουν πέσει θύματα εκμετάλλευσης και κακοποίησης ή ακόμα και γονικής αδιαφορίας, οφείλουν όλοι να καταβάλλουν υπερπροσπάθεια προκειμένου να την υπερβούν. Σαφώς και είναι χρονοβόρα, αλλά στο τέλος ο καθένας θα διαπιστώσει πως τίποτα δεν είναι ανέφικτο παρά μόνον η ψευδαίσθηση του ιδανικού που έχει πλάσει στη φαντασία του και δεν ανταποκρίνεται επ’ ουδενί στην πραγματικότητα.

Εάν θέλουμε να επιβιώσουμε, όμως, και να αποκαλούμαστε «κοινωνία», πρέπει από τώρα να ενδιαφερθούμε για τα παιδιά μας και τα προβλήματα που τυχόν αντιμετωπίζουν, ώστε να τα ξεπεράσουν και να μην υποθηκευθεί το μέλλον… με σάρκα και οστά.

Τελικά, το «Le gamin au vélo» είναι μία ταινία που απευθύνεται σ’ ένα ευρύτερο κοινό και είναι ικανή να ικανοποιήσει και τους πιο απαιτητικούς θεατές. Οι Dardenne, ουσιαστικοί και περιεκτικοί, εντοπίζουν το πρόβλημα στη ρίζα του και ως ένα βαθμό, μπορεί να διδάσκουν για πολλοστή φορά… Και αυτό σε κάποιους ενδεχομένως να μην αρέσει. Ο τρόπος, όμως, που παρουσιάζουν τη ζωή  – εμφανώς, με αισιόδοξη ματιά -, είναι θαυμαστός. Σαν μια βόλτα με ποδήλατο στο δάσος: περιπετειώδης, με ανηφόρες, κατηφόρες, δύσβατες διαδρομές, με πτώσεις και μικροτραυματισμούς, σε περίπτωση απροσεξίας (η «τιμωρία» της φύσης), οι οποίες δεν είναι ικανές να διακόψουν τη διαδρομή που όταν τελειώσει φαντάζει μια γλυκόπικρη ανάμνηση και ένα καλό μάθημα για την επόμενη φορά… Και ξανά από την αρχή…

No related posts.