Το επίπεδο και η κίνηση του Κινηματογράφου στην Ελλάδα: Ομοιότητες και Διαφορές με την Αλλοδαπή (Μέρος 2ο)

Σε αναζήτηση ταυτότητας το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Σ’ αυτό το τεύχος παρουσιάζεται το δεύτερο και τελευταίο μέρος της έρευνας που διεξήγαγε το «ε.ΜΜΕ.ίς» πάνω στο θέμα του ελληνικού κινηματογράφου. Παρουσιάζεται ο ρόλος του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, γίνεται μια συνολική αποτίμηση και παρουσιάζονται τα αποτελέσματα μιας μικρής στατιστικής έρευνας.

Ο ρόλος και η εικόνα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης

Ώρα να περάσουμε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (επιτέλους, έπειτα από ένα μήνα αναμονής!), ώστε να δούμε εάν πραγματικά συμβάλλει στη διάδοση νέων ιδεών, στην ανταλλαγή κουλτούρας και πολιτισμού, αλλά και στην πληροφόρηση του κοινού για έναν κινηματογράφο πέρα από τα συνηθισμένα, όπως οφείλει ένα Φεστιβάλ. Λίγο-πολύ όλοι το γνωρίζουμε και αισθανόμαστε (κάποιοι) εθνικά υπερήφανοι που η χώρα μας έχει ένα κινηματογραφικό φεστιβάλ «διεθνούς επιπέδου», καθώς προβάλλεται η Ελλάδα αλλά και η Θεσσαλονίκη ειδικότερα (απ’ όσο θέλουμε να πιστεύουμε τουλάχιστον). Να περάσουμε όμως στην ουσία: έχουμε ένα Φεστιβάλ το οποίο λαμβάνει χώρα το Νοέμβριο, διαρκεί 10 ημέρες κατά τις οποίες προβάλλονται συνολικά 250-300 ταινίες (συμπεριλαμβανομένων και των αφιερωμάτων), τιμώνται πρόσωπα από τον ελληνικό και διεθνή χώρο για τη συνολική προσφορά τους, φιλοξενούνται διασημότητες παγκοσμίου φήμης που παραδίδουν και τα ανάλογα Masterclasses για το κοινό, και, τέλος, δίνονται τα ανάλογα βραβεία (Χρυσός Αλέξανδρος) για το Διεθνές και Ελληνικό Διαγωνιστικό Τμήμα. Τα δύο τελευταία χρόνια έχουν προστεθεί η “Αγορά” και το “Balkan Forum”, επίσης. Πόσο καθοριστικός είναι ο ρόλος του, όμως, γύρω από τα κινηματογραφικά τεκταινόμενα της χώρας μας;

Πρώτον, στο Δ.Φ.Κ.Θ. υπάρχει πλέον μια ευρεία γκάμα ταινιών, ικανή να καλύψει σχεδόν όλες τις προτιμήσεις, 300 ταινίες φιλοξένησε πέρυσι, άλλωστε. Αυτό από μόνο του λέει από πολλά έως και τίποτα. Από τη μία νομίζουμε πως η κινηματογραφία έχει μια ανεξάντλητη θεματολογία, η οποία θα έχει και την ανάλογη εμπορική κίνηση στη συνέχεια («μια εύφορη, πλούσια επικείμενη κινηματογραφική περίοδο»), ενώ από την άλλη δείχνει ένα συνοθύλευμα μετρίου περιεχομένου, που το μόνο που προσφέρει στην εκδήλωση αλλά και στο κοινό είναι όγκος και τίποτα παραπάνω. Για να μείνουμε επί ευρωπαϊκού εδάφους, μια ματιά στα προγράμματα και στις λίστες της Berlinale, της Biennale, των Καννών, ακόμα και του Λοκάρνο, δεν θα έβλαπτε κανέναν. Και ο πιο αδαής θα διαπίστωνε πως δεν υπάρχουν παραπάνω από 160 ταινίες. Οι πιο ενήμεροι θα παρατηρήσουν και μια (σχετική) ομοιογένεια μεταξύ των ταινιών που θα πρωταγωνιστήσουν εκείνες τις μέρες. Γιατί, λοιπόν, όλη αυτή η φασαρία να φέρουμε όσο το δυνατόν περισσότερες ταινίες, αρκετές φορές μάλιστα αμφιβόλου αποδοχής από κοινό και κριτικούς (σ.σ. όσον αφορά τώρα τους κριτικούς, είναι μια άλλη ιστορία, καθώς ο ρόλος και το έργο τους τίθεται υπό έντονη αμφισβήτηση και απαξίωση από μια μερίδα «ειδικών» τον τελευταίο καιρό, άμεσα εμπλεκομένων με την κινηματογραφική «βιομηχανία»);

Το ότι θα γεμίσουν οι σελίδες του προγράμματος δεν συνεπάγεται ότι κατ’ ανάγκη θα σφύζουν και οι αίθουσες από

Λέτε να φτάσουμε ποτέ σε αυτό το επίπεδο;

θεατές. Από προσωπική εμπειρία του γράφοντα, υπήρξαν και περιπτώσεις που σε αίθουσες χωρητικότητας 70-80 ατόμων, οι θεατές δεν υπερέβαιναν τους 20. Δεν έχει σημασία, αν ήταν η πρώτη ή η δεύτερη προβολή της ταινίας ή ειδικό αφιέρωμα. Τα φεστιβάλ πρέπει να πουλάνε συνεχώς το προϊόν τους, από το πρώτο δευτερόλεπτο έναρξής τους μέχρι να σβήσει και η τελευταία μηχανή προβολής που θα σημάνει και την πλήρη λήξη τους.

Δεύτερον, ένας ενημερωμένος σινεφίλ που επιθυμεί να παρακολουθήσει πολλές ταινίες, ώστε να έχει μια ολοκληρωμένη άποψη για την ετήσια παραγωγή δεν προλαβαίνει να παρακολουθήσει έναν ικανό αριθμό (της τάξεως των 50), διότι υπάρχουν σημαντικές παραγωγές οι οποίες τυγχάνει να προβάλλονται ταυτόχρονα και αναγκαστικά θα παρακαμφθούν, καθώς υπάρχει και το ενδεχόμενο να μην ακολουθήσει επαναληπτική προβολή μέσα στο δεκαήμερο. Αυτό που πρέπει να μας προβληματίσει, όμως, περισσότερο είναι εάν τελικά το Φεστιβάλ μας διαθέτει τις κατάλληλες υποδομές για να δεχθεί όλες αυτές τις ταινίες και τους προσκεκλημένους του, το κοινό που το επισκέπτεται μένει ικανοποιημένο και, φυσικά, η εικόνα που βγαίνει προς τα έξω, δηλαδή ποσό θετικά σχόλια αποσπά και πώς αντιμετωπίζεται από τους επαγγελματίες του εξωτερικού, από όποια γωνιά του πλανήτη Γη κι αν προέρχονται, είτε είναι ηθοποιοί, είτε σκηνοθέτες, είτε δημοσιογράφοι του ειδικού Τύπου.

Όλα αυτά πρέπει να ληφθούν πολύ σοβαρά υπόψη, εάν κάποτε στο μέλλον επιθυμούμε το δικό μας Φεστιβάλ ανάμεσα στα καλύτερα και διασημότερα της Ευρώπης. Να μην αρκεστούμε, δηλαδή, μονάχα στις εκδηλώσεις, τα πάρτι και τα… γκλαμουράτα ιλουστρασιόν θεάματα προς τιμήν διάφορων μεγαθήριων του κινηματογράφου, που προκαλούν δέος σε πολλούς από εμάς, διότι είναι άνευ ουσίας και σημασίας. Διαρκούν πάρα πολύ λίγο, ενώ πρέπει να κοιτάξουμε και πέρα από την επόμενη μέρα, αφού «σβήσουν τα φώτα». Τα χρήματα που διατίθενται από το Υπουργείο Πολιτισμού δεν είναι πραγματικά τόσο πολλά, ώστε να δαπανώνται σε τέτοιες δραστηριότητες. Μια πρώτη ελεγχόμενη κίνηση, απλή και εύκολη στην υλοποίηση της, είναι η παρουσίαση στο ελληνικό κοινό της δουλειάς νέων Ευρωπαίων, κυρίως, πρωτοεμφανιζόμενων σκηνοθετών και ηθοποιών επιτυγχάνοντας δύο σκοπούς: αφενός δίνεται η δυνατότητα σε αυτούς τους ανθρώπους να γίνουν γνωστοί και στη χώρα μας, διευρύνοντας έτσι το κοινό τους, αφετέρου το Φεστιβάλ θα προβάλλει ένα φρέσκο πρόσωπο με νεωτεριστικά στοιχεία, ανοιχτό σε καινούριες μεθόδους, προκαλώντας και άλλους να ακολουθήσουν το παράδειγμά του, διατηρώντας συνάμα και την αίσθηση του πρωτοπόρου. Δυστυχώς, εξακολουθούν να μας διακατέχουν ακόμα και σήμερα συναισθήματα νοσταλγίας, σχεδόν προγονοπληκτικά, τα οποία δεν αρμόζουν σε κάποιον που θέλει να ξεφύγει και αναδειχθεί μέσω της μοναδικότητάς του.

Μία από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες των τελευταίων ετών

Συμπερασματικά, αυτή τη στιγμή ο ρόλος του Δ.Φ.Κ.Θ. περιορίζεται στον αριθμό των ταινιών που θα φιλοξενηθούν, ο οποίος δεν εγγυάται υποχρεωτικά και αντίστοιχα υψηλά ποιοτικά επίπεδα, και στα πρόσωπα που θα το τιμήσουν με την παρουσία τους, προσθέτοντας κύρος στη διοργάνωση με το διαφορετικό αέρα, την αίγλη και το σεβασμό που αποπνέουν. Απεναντίας, θα έπρεπε να εκπροσωπεί και να υποστηρίζει τις νέες κινηματογραφικές τάσεις, που εξακολουθούν να παραμένουν άγνωστες στο ελληνικό κοινό. Επί του προκειμένου, το 2006 έγινε μια μικρή προσπάθεια με το “DigitalWave”, που δε στέφθηκε όμως με ιδιαίτερη επιτυχία, κατά την άποψή μας.

Συνολική αποτίμηση

Συνοψίζοντας, πρέπει να σταθούμε στο εξής: εν τέλει, ο κινηματογράφος είναι ένα προϊόν που ακολουθεί τις παγκόσμιες οικονομικές τάσεις. Οι «επικές» υπερπαραγωγές που βλέπαμε τα προηγούμενα χρόνια σταδιακά εκλείπουν, τα στούντιο δεν είναι διατεθειμένα να χρηματοδοτήσουν ταινίες οι οποίες δε θα αποφέρουν τα επιθυμητά κέρδη και έτσι προτιμούν φθηνότερες λύσεις με budget που ανέρχεται ως επί το πλείστον στα 20.000.000$. Μάλιστα, εάν θυμηθούμε τις ταινίες που μονοπώλησαν το ενδιαφέρον στις απονομές των περσινών και φετινών βραβείων Oscar, έχουμε μια πλήρη εικόνα για το τι περιμένουμε να ακολουθήσει τα επόμενα χρόνια. Τα διάφορα remakes λαοφιλών τηλεοπτικών σειρών, παλαιότερων κινηματογραφικών επιτυχιών καθώς και τα sequels ή διασκευές ευρωπαϊκών, μεταφορές κόμιξ, καλοπωληθέντων μυθιστορημάτων ή και θεατρικών έργων, αποτελούν επίσης σιγουράντζα, χωρίς μεγάλο ρίσκο. Βέβαια, υπάρχει και το ψηφιακό σινεμά, «οπτική» απόδειξη της κινηματογραφικής εξέλιξης και μια μικρή επανάσταση, με δυνατά του χαρτιά το άριστο επίπεδο εικόνας και ήχου και το σχεδόν μηδενικό κόστος παραγωγής. Πάντοτε σύμφωνα με όσα έχουν λεχθεί και γραφεί μέχρι σήμερα, εν έτι 2007. Το 2009 αναμένεται η πρώτη ταινία εξ Αμερικής που θα χρησιμοποιήσει εκτενώς τα ψηφιακά μέσα.

Από την άλλη, το κοινό δείχνει να μην ενδίδει πλέον στα blockbusters, φανερώνοντας εμπράκτως τη δυσαρέσκειά του, στρέφοντας την προσοχή του σε άλλες κινηματογραφίες, όπως την ασιατική και λατινοαμερικανική, για παράδειγμα, ή απέχοντας τελείως από τα κινηματογραφικά δρώμενα. Η διαφορά εξακολουθεί να είναι αισθητή, τα βήματα μικρά καθώς πολλοί είναι αυτοί που εξακολουθούν να έχουν τις επιφυλάξεις τους, η διάθεση, όμως, να αλλάξουμε συνήθειες κερδίζει χρόνο με το χρόνο περισσότερο έδαφος στις πωλήσεις και στη συνείδησή μας.

Όσον αφορά τις διάφορες «γιορτές» που γίνονται προς τιμήν του κινηματογράφου και των εκπροσώπων του και αυτές βρίσκονται προς αναζήτηση της ταυτότητάς τους. Ο ρόλος που πρέπει να επωμιστούν είναι η ανάδειξη πρωτοποριακών εγχειρημάτων, ανοίγοντας νέους δρόμους, διαμορφώνοντας νέες τάσεις, προκαλώντας το κοινό και φέρνοντάς το πιο κοντά με τους δημιουργούς, ανταλλάσσοντας απόψεις, μετρώντας τις δυνάμεις τους με στόχο να παρουσιάσουν ακόμα καλύτερο και υψηλότερο επίπεδο την επόμενη χρονιά και πάει λέγοντας.

Έρευνα

Τέλος, στα πλαίσια του θέματος, πραγματοποιήσαμε έρευνα κατά το πρώτο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου του 2007 προκειμένου να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα, όσο το δυνατόν λιγότερο εσφαλμένα, σχετικά με το γνωστικό επίπεδο και τις προτιμήσεις μας, υπό τη μορφή ερωτηματολογίου, στο οποίο συνεργάστηκαν 110 άτομα, ηλικίας 19-53 ετών, κάτοικοι Θεσσαλονίκης, Αθηνών, Ξάνθης και Πατρών. Να επισημανθεί για άλλη μια φορά, πως οι αριθμοί δεν λένε πάντα όλη την αλήθεια, δεν δίνουν απόλυτα αξιόπιστα αποτελέσματα και είναι λογικό να αφήνουν περιθώρια αμφιβολίας και αμφισβήτησης από ένα σεβαστό αριθμό αναγνωστών, καθώς αποτυπώνει μόνο τη γνώμη των ερωτηθέντων και όχι εν γένει του κοινού ως συνόλου. Είναι μονάχα ένα δείγμα. Είτε έτσι, είτε αλλιώς, η επιλογή και η κρίση, δική σας…

 

No related posts.