Anche libero va bene

Υπόθεση, πολύπλευρη κριτική και μια συνολική θεώρηση του σκηνοθετικού ντεμπούτου του Ιταλού Kim Rossi – Stuart.

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Kim Rossi – Stuart

ΣΕΝΑΡΙΟ: Kim Rossi–Stuart, Linda Ferri, Federico Starnone, Francesco Giammusso

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: RaiCinema 2006

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Stefano Falivene

ΜΟΥΣΙΚΗ: Banda Osiris

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: Alessandro Morace, Kim Rossi–Stuart, Barbora Bobulova, Marta Nobili

Υπόθεση: Ο δωδεκάχρονος Tommi (Alessandro Morace) ζει με τον πατέρα του Renato (Kim Rossi–Stuart) και τη μεγαλύτερη αδερφή του Viola (Marta Nobili) σε ένα μικρό διαμέρισμα στη Ρώμη, ύστερα από τη φυγή της μητέρας Stefania (Barbora Bobulova) από την οικογενειακή εστία. Οι τρεις τους προσπαθούν να αναπτύξουν ισχυρούς δεσμούς, ώστε να επιστρέψουν και πάλι σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Μέχρι που η μητέρα θα αποφασίσει να κάνει την επανεμφάνισή της και να ανατρέψει το όλο σκηνικό…

Κριτική: Ο Kim Rossi–Stuart στην πρώτη του σκηνοθετική και σεναριακή απόπειρα εξετάζει εις βάθος τα χαρακτηριστικά μιας διαλυμένης οικογένειας, μέσα από ένα κοινωνικό δράμα. Ας διαπιστώσουμε πόσο επιδέξια καταφέρνει να παρουσιάσει το συγκεκριμένο θέμα, που αν μη τι άλλο, δεν κάνει αίσθηση με την πρωτοτυπία του.

Κατ’ αρχήν, η ταινία βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στους χαρακτήρες και τους διαλόγους. Ούτε πλοκή, ούτε ίντριγκες, ούτε ανατροπές. Αυτό που γίνεται εξ’ αρχής αντιληπτό είναι ότι ο Rossi–Stuart θέλει να προσδώσει στο πόνημά του φυσικότητα, αμεσότητα και απλότητα. Γι’ αυτό και επιλέγει να κινηματογραφήσει καθημερινούς ανθρώπους γεμάτους προβλήματα, όπως αυτό της ανεργίας για παράδειγμα του Renato, που κατοικούν στην πόλη και όχι σε κάποιο προάστιο. Και εδώ τα καταφέρνει άψογα, καθώς οι χώροι και οι τοποθεσίες έρχονται σε πλήρη αρμονία με την ψυχολογία των ηρώων μας. Σε αυτό βοηθά και η φωτογραφία, που βρίσκεται στα συνήθη υψηλά ιταλικά πρότυπα των τελευταίων ετών της RaiCinema, ούσα ελαφρώς βαριά και μελαγχολική ώρες-ώρες.

Από όλα τα προαναφερθέντα, δικαίως θα συμπεράνουν πολλοί πως πρόκειται για ένα ακόμα κοινότοπο οικογενειακό μελόδραμα. Και μάλιστα με την υπογραφή κάποιου που ουδέποτε στο παρελθόν έχει ασχοληθεί με τη σκηνοθεσία. Εδώ, όμως, βρίσκεται και η ειδοποιός διαφορά, καθώς ναι μεν το θέμα είναι κλασικό, ιδωμένο δε από μια νέα οπτική γωνία, ενός νέου ανθρώπου. Ενώ θα περίμεναν αρκετοί να παρακολουθήσουν την ιταλική εκδοχή του «Κράμερ εναντίον Κράμερ» στα 2006, ο Rossi–Stuart κάνει την έκπληξη. Στόχος του είναι να εστιάσει στη σχέση γιου και πατέρα, παρουσιάζοντάς τους σε δύο από τις κρισιμότερες φάσεις της ζωής τους: ο μικρός Tommaso από τη μια, που βρίσκεται στο μεταίχμιο παιδικής και εφηβικής ηλικίας και ο Renato τριανταπεντάρης μπαμπάς από την άλλη, να βιώνει την εγκατάλειψη και την απογοήτευση από όλους στο κατώφλι των δεύτερων –άντα. Και όλα με προσοχή και μεθοδικότητα, διότι στήνει ένα παιχνίδι που προοριζόταν αρχικά για τέσσερις, στη συνέχεια έμειναν τρεις, για να καταλήξουν στο φινάλε δύο. Ως τώρα, τα πάει περίφημα κερδίζοντας την εμπιστοσύνη μας με την ιδέα του. Το θέμα είναι πώς υλοποιείται και αποτυπώνεται το παραπάνω.

Ο Ιταλός φτιάχνει μια ταινία που δεν επικεντρώνεται στον κόσμο των ενηλίκων, όπου τα παιδιά είναι θύματα, άβουλα, ανέχονται τη βίαιη συμπεριφορά των γονιών και έχουν το ρόλο του κομπάρσου στο συγκεκριμένο περιβάλλον. Αντίθετα, πήρε το ρίσκο και δίνει στο αγόρι τη θέση που του αξίζει, τοποθετώντας το στο κέντρο και περιστρέφοντας τα πάντα γύρω του. Διότι αποφασίζει να εισέλθει στον εσωτερικό κόσμο του μικρού, αποφεύγοντας να δημιουργήσει ξεχωριστά πορτραίτα/ψυχογραφήματα για κάθε μέλος, τον κλασικό δρόμο δηλαδή. Ενδεικτικά και μόνο να αναφέρουμε, πως κάτι τέτοιο είναι αρκετά πολύπλοκο και εγκυμονεί πολλούς κινδύνους σε σημείο να καταστραφεί σχεδόν όλη η ταινία και να χαθούν οι όποιες καλές προθέσεις, διότι δεν είναι έφηβος. Ευτυχώς, δεν ξεχνάει πως η συγκεκριμένη ηλικία είναι και η πλέον ευαίσθητη, όπου και το παραμικρό παίζει καταλυτικό ρόλο και αφήνει ανεξίτηλα σημάδια. Η ασχολία του με το νεαρότερο μέλος είναι συνειδητή, καθώς έκρινε πως τα παιδιά παρατηρούν τον κόσμο πιο δίκαια και ουδέτερα μέσα από την αθώα ψυχή τους, μια και βρίσκονται στη φάση που χτίζουν την προσωπικότητά τους, τείνουν προς μια συσσώρευση των συναισθημάτων τους, λειτουργούν λιγότερο παρορμητικά και πολλάκις πιο ώριμα και υπεύθυνα από ό,τι οι μεγάλοι.

Χαρακτηριστικό είναι το σημείο, όπου ο Renato ξυπνάει τα παιδιά και τα καλεί να αποφασίσουν, αν επιθυμούν να μείνει στο σπίτι η Stefania. Και όταν όλοι δείχνουν χαρούμενοι και αποφασίζει ο μπαμπάς να κάνουν κάτι διαφορετικό πέρα από τις καθημερινές δραστηριότητες, ο Tommi απαντά: «Γιατί; Ούτως ή άλλως, θα φύγει πάλι» . Έτσι, προσδιορίζει με ακρίβεια τη θέση του παιδιού μέσα στην οικογένεια, καθώς την ίδια χρονική στιγμή του ζητείται να μετέχει αλλά και να παραμείνει εκτός. Όπως ακριβώς ένας παίκτης λίμπερο (libero) στο ποδόσφαιρο, πότε μέσα, πότε έξω από το παιχνίδι. Το ποιος είναι, όμως, ο λίμπερο του τίτλου καλείται να το απαντήσει ο θεατής, διότι και ο ίδιος ο Renato σε μια «ποδοσφαιρική» κουβέντα που κάνει με τον Tommi τον ρωτά: «R: “Σε ποια θέση σ’ αρέσει να παίζεις;” T: “ Κέντρο.” R: “Εμένα λίμπερο… μια μέσα, μια έξω”. T: “Και ο λίμπερο καλός είναι”».

Είναι προφανές πως σε σκηνοθεσία, σενάριο και δραματουργία ο Rossi–Stuart κάνει περίπατο.

Σε ερμηνευτικό επίπεδο, η ταινία μας επιφυλάσσει ακόμα μια ευχάριστη έκπληξη. Η οποία είναι, φυσικά, ο Alessandro Morace στο ρόλο του συνεσταλμένου και πιθανόν φοβισμένου Tommaso. Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Rossi, κατορθώνει και εκφράζει τέλεια όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις που τον διακατέχουν, μέσα από τη μελαγχολική του ματιά, δίνοντας μια μεστή και πειστικότατη ερμηνεία, δίχως ίχνος κόμπλεξ και παιδικότητας, επισκιάζοντας τους λοιπούς συνεργάτες του. Ο Kim Rossi–Stuart για άλλη μια φορά εξαιρετικός, καταθέτει τη θεατρική του παιδεία αποδίδοντας με περισσή άνεση τις εναλλαγές στη συμπεριφορά του ευέξαπτου, ισχυρογνώμονα, επιτακτικού μα στοργικού και ανθρώπινου πατέρα Renato Benetti.

Οι γυναικείες παρουσίες στην αντίπερα όχθη, έχουν καθαρά βοηθητικό ρόλο. Ήδη από τα μισά σχεδόν της ταινίας γίνεται ορατή η διαχωριστική γραμμή. Το θηλυκό απλώς υπάρχει για να συμπληρώσει τα αρσενικά, αλλά όχι και να τα γεμίσει κατ’ ανάγκην. Η Σλοβάκα Barbora Bobulova ως άσωτη μάνα, τα καταφέρνει λίαν ικανοποιητικά στο ρόλο της ασταθούς και εγωκεντρικής Stefania, ούσα ιδιαιτέρως εκφραστική και προσιτή. Δυστυχώς, η μικρή Marta Nobili (Viola), δεν καταφέρνει να δείξει τις ικανότητες της εξαιτίας του σχετικά περιορισμένου ρόλου της.

Εν κατακλείδι: O Kim Rossi–Stuart καταφέρνει και κερδίζει επάξια το στοίχημα στο σκηνοθετικό του ντεμπούτο, καθώς δεν πίπτει σε κανένα ατόπημα, δουλεύοντας πάνω σε έναν άξονα, ο οποίος βασίζεται εν τέλει στη συνοχή που διέπει τους δύο άντρες πλέον. Μετρημένος, ακριβής, προσεκτικός και με ιδιαίτερη λεπτότητα στήνει μια σύγχρονη ταινία εκπληκτικά προσεγμένη από όλες τις απόψεις, με έντονο το στοιχείο του στοχασμού. Χωρίς να πλατειάζει, να φλυαρεί, να διδάσκει τρόπους καλής συμπεριφοράς μέσω υποδείξεων και να προσπαθεί μάταια, ενδεχομένως, να χτίσει ολοκληρωμένους χαρακτήρες, μονοπωλεί το ενδιαφέρον του θεατή γύρω από τον Tommi, διεισδύοντας με πρωτοφανή ψυχραιμία και ακρίβεια στον ψυχικό κόσμο του παιδιού, χωρίς να καταφεύγει στην εύκολη λύση της επιθετικής συμπεριφοράς του ή άλλων υπερβολικών εκφράσεων, σεβόμενος το κοινό αλλά και το παιδί.

Τέλος, στη συνολικά καλή εικόνα, αξίζει να προσθέσουμε και τη χημεία που αναπτύχθηκε μεταξύ των πρωταγωνιστών, στην οποία οφείλεται μεγάλο μέρος της επιτυχίας της, χωρίς να θέλουμε να μειώσουμε τους ηθοποιούς που ήταν οι πρώτες επιλογές για τους γονείς, αλλά τελικά δεν δέχθηκαν (σ.σ. Sergio Rubini και Stefania Rocca). Ευτυχώς υπάρχουν ορισμένοι που μας υπενθυμίζουν πως ο αυθεντικός, λυρικός κινηματογράφος υπάρχει ακόμα. Grazie, Kim!

No related posts.