Ο διευθυντής της «Ελευθεροτυπίας», Σεραφείμ Φυντανίδης μιλάει στο «ε.ΜΜΕ.ίς».

Ο κ. Φυντανίδης με το συντάκτη του «ε.ΜΜΕ.ίς», Μιχάλη Γουδή

Είναι μία από τις πλέον χαρακτηριστικές και ιστορικές μορφές στο χώρο του ελληνικού τύπου, αλλά και του ελληνικού πολιτισμού γενικότερα. Ο επί 30 και κάτι χρόνια διευθυντής της εφημερίδας «Ελευθεροτυπία», ο κ. Σεραφείμ Φυντανίδης είναι ένας άνθρωπος που όταν σου δοθεί η ευκαιρία να μιλήσεις μαζί του, αισθάνεσαι πολύ τυχερός. Δεν είναι μόνο οι τόσες πολλές γνώσεις και εμπειρίες που έχει να μεταδώσει. Κυρίως είναι ο ιδιαίτερος τρόπος, με τον οποίο το κάνει αυτό. Για τους λόγους αυτούς, άλλωστε, δεν είναι και λίγες οι φορές που καλείται να καταθέσει απλώς την άποψή του για κάποιο σημαντικό ζήτημα στα δελτία ειδήσεων ή σε μία ενημερωτική εκπομπή.

Στο «ε.ΜΜΕ.ίς» ο κ. Φυντανίδης μιλάει για πολλά. Μεταξύ άλλων, σχολιάζει το δημοσιογραφικό επάγγελμα, το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των εφημερίδων, τις σχολές δημοσιογραφίας, την εισχώρηση της διαφήμισης στην εφημερίδα αλλά συμβουλεύει και γιατί να… μη γίνει κανείς δημοσιογράφος. Φυσικά, από την κουβέντα δε λείπουν και οι γνωστές «παρενθέσεις» που κάνει, εξιστορώντας κάποιες από τις αναμνήσεις του. Μια συνέντευξη μαζί του εξελίχθηκε σε φιλική κουβέντα και γι’ αυτό θα παρουσιαστεί μ’ αυτόν τον τρόπο και σε εσάς.

Επιγραμματικά, ο κ. Σεραφείμ Φυντανίδης γεννήθηκε το 1937 στο Περιστέρι και μόλις στα 12 του χρόνια αποφάσισε πως ήθελε να γίνει δημοσιογράφος ύστερα και από την προτροπή ενός δασκάλου του. Ασχολήθηκε με πολλές ερασιτεχνικές εκδόσεις, ώσπου να καταλήξει το 1966 στο προ Δικτατορίας «Έθνος» και τελικά από το 1976 κ.ε. ανήκει στο δυναμικό της «Ελευθεροτυπίας» από τη θέση μάλιστα του διευθυντή. Δεύτερη μεγάλη του αγάπη εκτός από τη δημοσιογραφία είναι τα ταξίδια, από τα οποία αντλεί και τις περισσότερες ιστορίες του. Αρκετά τα εισαγωγικά, όμως! Ας αρχίσει η συζήτηση…

-Γιατί να μη γίνει κανείς δημοσιογράφος;

Περισσότερο πρόκειται για ευφυολόγημα. Επειδή πολλά ακούγονται για το επάγγελμά μας και όχι πάντοτε καλά, ήθελα να πω ότι πολλοί επιδιώκουν να γίνουν δημοσιογράφοι, μερικοί από αυτούς για να το εκμεταλλευτούν για άλλα πράγματα. Θυμάμαι ότι λέγανε παλιά «η δημοσιογραφία είναι ένα θαυμάσιο επάγγελμα, αρκεί να το εγκαταλείψεις εγκαίρως» . Δηλαδή, να μπεις για να μπορέσεις να διοριστείς, να βολευτείς, να γίνεις πολιτικός. Ε, και το έγραψα έτσι, πώς να μη γίνεις, αν έχεις τέτοιες επιδιώξεις. Υπάρχουν και οι άλλοι που έχουν αγαθές επιδιώξεις.

-Περί βιβλιοθηκών και δημοσιογραφίας

Όταν έχεις μια κατάρτιση, μια σημαντική μόρφωση, στο πρώτο που σε βοηθάει είναι να κατανοείς τα πράγματα. Άλλο να έχεις μια απλοϊκή σκέψη και άλλο να μπορείς να εμβαθύνεις. Πίσω από ένα άσχετο εκ πρώτης όψεως θέμα μπορεί να κρύβεται κάτι άλλο. Αν δεν έχεις όμως αυτή τη γνώση και την αναλυτική σκέψη, δεν μπορείς να το προσεγγίσεις σωστά. Από εκεί και πέρα είναι πώς θα το γράψεις, κι αυτό σε βοηθάει.

Οι Βρετανοί δε συμπαθούν πολύ τις δημοσιογραφικές σχολές. Εγώ έχω ακούσει από διευθυντές βρετανικών εφημερίδων, όπως του Guardian, ο Peter Preston, να λένε ότι παίρνουν ταλέντα από μικρές εφημερίδες, όπως η Manchester United παίρνει από μικρές ομάδες, αρκεί να έχει διαπιστωθεί ότι γράφουν σωστά και έχουν μια πορεία. «Δε συμπαθώ προσωπικά», μου έλεγε αυτός, τις σχολές δημοσιογραφίας, οι Αμερικανοί τις έχουν περί πολλού. Αλλά σημαντικό είναι να έχει βγάλει κανείς μια πανεπιστημιακή σχολή. Γιατί μια επιστήμη, οποιαδήποτε και να ‘ναι, μαθηματικά, θεολογία, νομικά, το πρώτο που κάνει είναι ότι σου οργανώνει τη σκέψη, μαθαίνεις να ξεχωρίζεις τα ουσιώδη από τα επουσιώδη. Η μόρφωση είναι απαραίτητη, δεν υπάρχει θέμα. Εγώ προσωπικά έχω πει: λογοτεχνία, ποίηση, καλή μουσική, ιστορία και μια ξένη γλώσσα. Όχι ότι δε βοηθούν οι σχολές δημοσιογραφίας, αρκεί να γίνεται σωστά το πράγμα.

-Περί πρακτικής στις σχολές

Στο City University του Λονδίνου, που είχα κάνει μια διάλεξη πριν από 20 χρόνια, έβγαζαν μια εφημερίδα κάθε Σάββατο με θέματα του ενδιαφέροντός τους, όχι διεθνείς αναλύσεις και τέτοια, ρεπορτάζ. Με εναλλασσόμενους ρόλους, δύο βδομάδες ήταν ο ένας αρχισυντάκτης, ο άλλος ρεπόρτερ, ο άλλος αρθρογράφος. Είχαν και ραδιοφωνικό στούντιο, έκαναν πειραματικές εκπομπές. Ετοίμαζαν επίσης, και θα ‘χουν τώρα έτοιμο και τηλεοπτικό στούντιο.

Εγώ στην Αθήνα κάποτε πήρα καμιά 15αριά παιδιά, τα πήγα στην εφημερίδα και τους έδειξα πώς γίνεται μια σελίδα, δεν ξέρανε. Τους είπα, «Ακούτε από το πρωί τις ειδήσεις, σαν να κάνατε ρεπορτάζ, κρατήστε σημειώσεις, καθήστε στο τραπέζι. Με αυτά που ξέρετε τι θα κάνατε βασικό θέμα;». Τα παιδιά διάλεξαν ένα περίεργο θέμα και το κάνανε, τους είπα να βάλουν έναν τίτλο, είχα δίπλα και τον τεχνικό της σελίδας, τους ρώτησα τι φωτογραφία θα έβαζαν, διάλεξαν μια από το αρχείο, προχωρήσαμε στο δεύτερο θέμα. Τρελαθήκανε, δεν το ξέρανε αυτό το πράγμα.

Χρειάζεται και η πρακτική πλευρά, ναι. Το πρόβλημα είναι άλλο, ότι κάθε χρόνο από τις τρεις πανεπιστημιακές σχολές, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάντειο, πρέπει να βγαίνουν κάπου 200 πτυχιούχοι συνολικά, βάλτε κι αυτούς που βγαίνουν από τις ιδιωτικές σχολές. Βέβαια, στο μυαλό των περισσοτέρων παιδιών είναι η εφημερίδα. Δεν είναι μόνο η εφημερίδα, είναι το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, τα περιοδικά, τα ειδικά περιοδικά. Εάν δεν μπεις στο χώρο αυτό μέσα, δε θα σε φωνάξει απ’ το σπίτι σου κανένας, «Έλα να πιάσεις δουλειά, κάποιος πέθανε, πήρε σύνταξη, έφυγε, άδειασε μια θέση». Πρέπει να ‘σαι κάπου εκεί. Γι’ αυτό μου ‘πε και ο Preston τότε «Η Manchester United τι κάνει, πάει στις μικρές ομάδες και παίρνει ταλέντα». Άλλη νοοτροπία, όπως κι εδώ.

-Περί δημοσιογραφίας των πολιτών

Ο κ. Φυντανίδης με το συντάκτη του «ε.ΜΜΕ.ίς», Ηλία Παπαδόπουλο

Το βλέπω πολύ αυτό πρακτικά στα ραδιόφωνα. Παίρνουν τηλέφωνο και λένε «ξέρετε αυτή τη στιγμή έσπασε ο αγωγός εκεί και έχουμε γεμίσει». Αυτό είναι ένα ερέθισμα. Όταν έγινε το τσουνάμι, ας πούμε, εκεί κάτω, όλα τα βίντεο που παίχτηκαν ήταν ερασιτεχνικά, αλλά ήταν ειδήσεις. Ήταν τουρίστες, οι οποίοι τραβάγανε και έβλεπαν το κύμα να έρχεται.

Αυτό δεν το βλέπω στην Ελλάδα πάρα πολύ, παρά μόνο στην παρούσα φάση, περιστασιακά. Παίρνει τηλέφωνο και λέει ότι έγινε κάτι. Οι επιστολές που παίρναμε παλαιότερα ήταν κυρίως επιστολές για καθημερινά θέματα. Τώρα αυτά έχουν πάει στο ραδιόφωνο. Αν προσέξετε, οι επιστολές που δημοσιεύουμε είναι πάνω σε ιδεολογικά θέματα, εξωτερική πολιτική, γνώμες. Τα καθημερινά θέματα έχουν πάει αλλού. Κυρίως τα πρωινάδικα που είναι στην τηλεόραση βγάζουν πολλά τέτοια θέματα. Δε σημαίνει όμως ότι αυτός ο οποίος τηλεφωνεί και το λέει, το γράφει κι όλας και το κάνει δημοσιογραφικό υλικό. Ένα ερέθισμα είναι. Δεν ξέρω στην Αμερική. Εκείνο που παίζει πάρα πολύ στην Αμερική και την Ευρώπη είναι το interactive . Να έχεις μια επαφή με το κοινό διαφορετική, ακόμα και με οργάνωση σεμιναρίων, συνεδρίων, happenings .

-Περί κοινωνικής ευθύνης και δύναμης της εφημερίδας

Κοινωνική ευθύνη υπάρχει. Με ποια έννοια: Βγάζει ένας μια εφημερίδα για να υποστηρίξει τα συμφέροντά του. Αν η εφημερίδα δεν είναι καλή και μπατάρει, δε θα μπορεί και να την υποστηρίξει. Πρέπει να έχει κυκλοφορία, να έχει παρουσία. Είναι ένα άλλο είδος interactive αυτό. Υπάρχει μια διελκυστίνδα εδώ, από εδώ τα συμφέροντα, από εκεί η αντίδραση. Η αντίδραση είναι και του κοινού πολλές φορές. Έχουμε δει εφημερίδες να καταρρέουν, εσείς δεν το έχετε δει. Το ’65, όταν έγινε η αποστασία, αν έχετε ακουστά, τέσσερις εφημερίδες πήγαν να στηρίξουν την αποστασία, η «Μακεδονία» του Βελλίδη, «Το Βήμα» και «Τα Νέα» του Λαμπράκη και η «Ελευθερία» του Κόκκα. Έγινε Ο χαμός. «Βήμα» – «Νέα» κάηκαν στην οδό Σταδίου από αγανακτισμένους πολίτες και την επόμενη μέρα έκαναν πίσω, και ο Λαμπράκης και ο Βελλίδης. Αυτός που επέμενε ήταν ο Κόκκας. Ξέρετε πού πήγε η κυκλοφορία του; Έχασε τα 2/3 της κυκλοφορίας του. Κι αν δεν είχε γίνει η δικτατορία, που έκλεισε η εφημερίδα, δεν ξέρω αν θα είχε κλείσει μόνη της.

Θέλω να πω, μην το παίρνετε ως δεδομένο ότι επειδή αυτός λέει έτσι θα τον ακολουθήσει και το κοινό. Αν δεν έχει κυκλοφορία η εφημερίδα, δεν έχει φωνή , τότε τι να την κάνει; Ο Βαρδινογιάννης το ’89 έβγαλε τη «Μεσημβρινή» ξανά. Σε 40 μέρες την έκλεισε. Δεν πήγαινε η εφημερίδα. Και μόνο που άκουσαν ότι είναι ο Βαρδινογιάννης, δεν την αγοράζανε. Με διευθυντή τον Πάνο το Λουκάκο, το φίλο μου. Άντεξε 40 μέρες. Και ξέρετε δεν είναι τόσο απλοϊκά τα πράγματα.

Είναι μια χημική αντίδραση με πολλούς αγνώστους, δεν είναι απόλυτο. Εδώ έχουν ακουστεί τόσα και τόσα για τον Μπόμπολα, αλλά η εφημερίδα που βγάζει, θες με τα ένθετα, θες μ’ αυτά και μ’ αυτά, κρατιέται. Το κοινό επομένως δεν την παίρνει γιατί υποστηρίζει τον Μπόμπολα, του αρέσει η εφημερίδα. Έχει κάθε Δευτέρα ένα καταπληκτικό αθλητικό, ας πούμε, ένθετο, την Τρίτη έχει για τις προσλήψεις, μετά βάζει κυνήγι, ψάρεμα, high life και τέτοια, προχωράει. Παρ’ όλα αυτά σημαίνει ότι έχει ένα κοινό που του αρέσει η εφημερίδα. Ε, τώρα εκεί μέσα αν γλύφει το Σουφλιά, αν κρύβει κάποια πράγματα δεν τα καταλαβαίνει και πολύ ο κόσμος, τη δουλειά του την κάνει. Αρκεί η εφημερίδα να έχει παρουσία. Αυτή είναι η κοινωνική ευθύνη που λέμε. Τώρα υπάρχει ο άλλος που λέει, τι με νοιάζει ο Μπόμπολας, εμένα μου δίνει ένα ωραίο περιοδικό κάθε Δευτέρα, αθλητικό.

-Περί εισχώρησης της διαφήμισης, εφημερίδας – επιχείρησης και ελληνικής αγοράς

(Στο εξωτερικό) έχουνε μια οικονομία εκατονταπλάσια σε δύναμη, άρα αντίστοιχη είναι και η διαφήμιση που δίνουν. Με πήρε κάποτε τηλέφωνο απ’ τη Ρώμη ένας και λέει, να η Ρεπούμπλικα έχει 0,90€, εσείς γιατί έχετε 1€; Του λέω, «άνοιξε τη Ρεπούμπλικα, δεύτερη σελίδα διαφήμιση». Γιατί είναι τεράστια η οικονομία, είναι μέσα στους G 7 η Ιταλία. Εδώ, κυρίως πάμε να βγάλουμε λεφτά από την κυκλοφορία και κάτι λίγα από τη διαφήμιση, η οποία χάνεται, διότι πηγαίνει πολύ στην τηλεόραση και στα τζάμπα φύλλα. Τα τζάμπα φύλλα δίνουν τη διαφήμιση 1€, εμείς τη δίνουμε 10€. Για να βγάλεις τζάμπα εφημερίδα πρέπει να έχεις ένα πολύ μικρό συντακτικό προσωπικό. Όταν έχεις 1.100 ανθρώπους να ταΐσεις σε κάθε φύλλο, δε φτάνει.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και το θέμα της διανομής. Αυτά τα τζάμπα φύλλα, κυρίως διακινούνται στους σταθμούς του μετρό. Πώς θα γεμίσω εγώ όλη την Ελλάδα με την «Ελευθεροτυπία» ή «Τα Νέα», «Το Έθνος» ή την «Καθημερινή», όταν δε θα υπάρχει ο φορέας, που είναι το πρακτορείο τύπου, γιατί δε θα παίρνει φράγκο; Το πρακτορείο διανομής παίρνει το 33% της τιμής για να σε διακινεί σε όλη την Ελλάδα. Και η Ελλάδα έχει αυτό το κακό: έχει 12.500 σημεία πώλησης, γιατί δεν έχουμε καθόλου, μα καθόλου συνδρομές. Μόνο τα οικονομικά φύλλα έχουν, που πηγαίνουν στα γραφεία των εταιριών. Πέρα από κει το χάος, πού να τα δώσεις; Το Λονδίνο, με 10 εκατομμύρια πληθυσμό έχει 400 σημεία πώλησης, η Αθήνα με 3,5 εκατομμύρια έχει 6.500. Γι’ αυτό έχουμε και πολλές επιστροφές. Κάπου το 20-30% επιστρέφεται. Πρέπει να γεμίσεις 12.500 σημεία πώλησης. Αν το κάνεις τζάμπα, δε θα πας πουθενά. Άντε να πας στους σταθμούς του μετρό, στο αεροδρόμιο, εκεί. Και βέβαια αυτοί δεν έχουν το δικό μας μισθολόγιο. 1.100 ανθρώπους έχουμε εμείς, χώρια οι freelancers . Εννοώ αυτούς που είναι στο μισθολόγιο, δημοσιογράφοι, τεχνικοί, διοικητικό προσωπικό, λογιστήρια και τέτοια.

-Περί ηλεκτρονικών εφημερίδων και θανάτου των παραδοσιακών

Είναι μια άλλης μορφής εφημερίδα. Πάντα ο άνθρωπος θα ‘ναι από πίσω. Το μόνο που, έτσι, με προβληματίζει είναι το να έχεις μια εφημερίδα, να την παίρνεις στο κρεβάτι, στην τουαλέτα σου, να θυμώνεις και να τη σκίζεις κιόλας, αυτό δεν μπορείς να το κάνεις. Είναι κρύο πράγμα, όπως και να το κάνεις. Έπειτα, τα πολύ μεγάλα κείμενα σ’ αυτές τις οθόνες δεν είναι ελκυστικά, πρέπει να είναι σύντομα. Αν έχεις ένα άρθρο του Νόαμ Τσόμσκι, ας πούμε, το οποίο είναι 2.500 λέξεις, δεν ξέρω αν το διαβάζεις εύκολα. Και αν επικρατήσει αυτό, θα συρρικνώσει τη γλώσσα.

Εγώ νομίζω ότι και τα δυο θα συνυπάρχουν, αλλά πάντοτε η εφημερίδα θα είναι σε δεύτερη μοίρα, για λίγους ρέκτες. Παλιά, η εφημερίδα ήταν ο μόνος τρόπος για να μάθεις τι έγινε χθες. Γι’ αυτό και κάνανε εκδόσεις όλο το 24ωρο, και τρεις τα ξημερώματα ακόμα, όπως διακόπτουν τώρα το πρόγραμμα. Το τελευταίο παράρτημα το κάναμε, όταν δολοφονήθηκε ο Παύλος ο Μπακογιάννης, το ’89. Από κει και πέρα δεν είχε νόημα πια. Παίρνανε οι τηλεοράσεις, τα ραδιόφωνα. Η εφημερίδα πια θα απευθύνεται σε μορφωμένο κοινό, ή σε κοινό βιαστικό το οποίο θέλει μέσα στη διαδρομή του μετρό να διαβάσει τα νέα, να δει τι παίζει η τηλεόραση απόψε, να δει τι ματς είναι, να δει και κανένα σταυρόλεξο και τελείωσε. Αλλά πίσω απ’ όλα θα είναι πάντα ο άνθρωπος, δε θα βγαίνουν οι ειδήσεις και τα κείμενα μόνα τους. Αυτό που ξέρω είναι ότι είμαστε τελευταίοι στη χρήση του Διαδικτύου. Δεν είναι ακόμη η ώρα για να το κάνουμε αυτό διότι δε δίνουν ακόμα διευθύνσεις.

-Περί πτωτικών τάσεων της κυκλοφορίας

Εγώ δούλευα στη Δικτατορία στην «Απογευματινή», με διευθυντή το μακαρίτη τον Αλέκο το Φιλιππόπουλο. Με λογοκρισία. Όχι πολύ χοντρή λογοκρισία, μην τα πιστεύετε αυτά, τους κοροϊδεύαμε κι όλας. Πουλάγαμε 200 χιλιάδες φύλλα μόνο στην Αθήνα, και εμείς και «Τα Νέα». Κι άλλες 150 χιλιάδες στην επαρχία. Επί χούντας σας το λέω. Από τη ώρα όμως που μπαίνει στη ζωή μας η μη κρατική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, αρχίζει η πτώση.

Γιατί σας λέω, ο κόσμος σήμερα τα ξέρει όλα, ή νομίζει ότι τα ξέρει όλα. Λίγοι είναι αυτοί που θέλουν να δουν την ανάλυση, το άλλο στοιχείο. Δεν επαρκούν αυτοί που ενδιαφέρονται στην Ελλάδα για να στηρίξουν μια τέτοια εφημερίδα, λυπάμαι που το λέω. Πέρσι είχε γίνει μια έρευνα του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, που έδειξε κάτι το οποίο το ξέραμε, αλλά φάνηκε. 48% των Ελλήνων δεν έχουν ανοίξει ποτέ τους ένα βιβλίο, ούτε την Αγία Γραφή που λέει ο λόγος. Ρε παιδιά, χθες 3 η ώρα ήταν όλοι στην παραλία, έξω. Είναι ο καιρός, παίζει ρόλο και το κλίμα. Όσο πηγαίνεις προς τα Βόρεια, διαβάζουν πιο πολύ οι άνθρωποι. Γιατί και οι Ιταλοί δεν πολυδιαβάζουν, μη νομίζεις. Όταν έχει 60 εκατομμύρια πληθυσμό η Ιταλία και η Ρεπούμπλικα πουλάει 800 χιλιάδες, δεν είναι και πολύ μεγάλο νούμερο, για διαίρεσέ το διά του 6. Εμείς έχουμε το 1/6. Ο Monde τι πουλάει, 230 χιλιάδες φύλλα πουλάει. Ο Guardian 320. Σε έναν πληθυσμό 80 εκατομμυρίων και μια γλώσσα που τη μιλάει όλος ο πλανήτης. Αλλά είναι γεμάτη διαφήμιση μέσα. Αυτή είναι η διαφορά. Καλές εφημερίδες, δε λέω.

-Περί Θεσσαλονίκης και κοινωνίας πολιτών

Εγώ να το πω αλλιώς; Υπάρχουν δύο πόλοι στην Ιταλία, η Ρώμη και το Μιλάνο. Δε θα μιλήσω τώρα για την επιχειρηματική, η καλλιτεχνική της ζωή ποια είναι; Το Μιλάνο, που δεν είναι πρωτεύουσα έχει πολύ πιο έντονη καλλιτεχνική ζωή. Και η Ρώμη έχει βέβαια. Εδώ τι έχει, για πέστε μου; Σκυλάδικα. Πάρα πολλά. Ξενυχτάδικα. Μπαρ . Ποια είναι η παραγωγή της; Έχει ντόπια στούντιο παραγωγής ταινιών, ντόπιες δισκογραφικές εταιρίες, θέατρα τα οποία να στηρίζονται από μόνα τους και όχι με θιάσους από την Αθήνα;

Όλα αυτά είναι αλυσίδα. Εγώ ακούω συνέχεια το κράτος των Αθηνών. Κι έχω πει, ακόμα κι αν πρωθυπουργός ήταν ένας Θεσσαλονικιός, το κράτος των Αθηνών πάλι. Μην τα παίρνουμε όλα έτσι. Θα πρέπει και η τοπική κοινωνία να αντιδράσει. Αν πας ας πούμε στη Φλωρεντία και πεις «θα γκρεμίσουμε αυτό για να χτίσουμε ένα γήπεδο μπάσκετ ή καμιά πολυκατοικία», θα ξεσηκωθεί ο Φλωρεντινός. «Τι πάτε να κάνετε;». Εδώ ζούμε μέσα στην παρανομία σε όλη την Ελλάδα, παρανομία συνέχεια. Γκρέμισε και κάνε. Η τοπική κοινωνία τι κάνει; Μου λένε, η τοπική κοινωνία καθοδηγείται από ψηλά, όχι. Είναι μια αμφίδρομη σχέση. Εάν από ψηλά πάνε να περάσουν κάτι που δεν το δέχεται η τοπική κοινωνία, το εγκαταλείπει. Πρέπει να αντιδράσει και η τοπική κοινωνία επομένως. Πώς θα αντιδράσει, δεν ξέρω.

Εμένα μ’ αρέσει πολύ η Θεσσαλονίκη, αλλά ομολογώ για τρεις μέρες.

-Περί μελλοντικών σχεδίων και συγγραφής

Το συγγραφέας δεν είναι επάγγελμα, είναι μεράκι. Δεν το σκέφτομαι (ν’ αφήσω την εφημερίδα), αν σου ‘ρθει είναι αυτό. Αν σου ‘ρθει, σου ‘ρχεται. Κι αυτό που έχω κάνει δεν είναι συγγραφή, είναι κείμενα που έχω γράψει στην εφημερίδα και τα έκανα βιβλίο. Δεν είμαι συγγραφέας, σέβομαι πολύ τους συγγραφείς.

Μιχάλης Γουδής
mgoudis@gmail.com

Ηλίας Παπαδόπουλος
eliasdark@gmail.com

No related posts.