Angel-A

Περίληψη: Κριτική από όλες τις πλευρές του «κύκνειου σκηνοθετικού άσματος» του Luc Besson .

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Luc Besson

ΣΕΝΑΡΙΟ: Luc Besson

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: EuropaCorp . 2005

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Thierry Arbogast

ΜΟΥΣΙΚΗ: Anja Garbarek

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: Jamel Debbouze, Rie Rasmussen, Gilbert Melki

Υπόθεση: Ένας απατεωνίσκος ονόματι Andre (Jamel Debbouze) που χρωστάει στο μισό υπόκοσμο του Παρισιού, αποφασίζει να αυτοκτονήσει προκειμένου να γλιτώσει, πηδώντας από μια γέφυρα, στα νερά του Σηκουάνα. Εκείνη τη στιγμή συναντά, ερωτεύεται το φύλακα άγγελό του στο πρόσωπο μιας εντυπωσιακής γυναίκας, της Angela (Rie Rasmussen), και ξεκινούν μαζί ένα ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης…

Κριτική: Angels in … France !

Ο Luc Besson έπειτα από μια απουσία σχεδόν δέκα ετών επιστρέφει στην καρέκλα του σκηνοθέτη, δίνοντάς μας την τελευταία ταινία της καριέρας του από τη συγκεκριμένη θέση, υπογράφοντας παράλληλα και το σενάριο. Πρωταγωνιστές στο τελευταίο του πόνημα είναι ένας άγγελος με θηλυκή περιβολή, ένας κομπιναδόρος μετανάστης και το Παρίσι (το γνωστό τουριστικό Παρίσι, με το Σηκουάνα και τις πολλές γέφυρες, τα ποταμόπλοια, το φωταγωγημένο Πύργο του Άιφελ με τα χιλιάδες λαμπιόνια και τα λοιπά). Σκοπός του δημιουργού είναι να παραδώσει μαθήματα αυτοεκτίμησης και αυτογνωσίας. Ποιος είναι ο τρόπος, όμως, που επέλεξε να μας παρουσιάσει το συγκεκριμένο θέμα και πώς αποτυπώνεται αυτό στο φακό;

Ας το διαπιστώσουμε, κάνοντας και μια αναφορά στα μέρη που απαρτίζουν μια ταινία.

Ξεκινώντας με την εικόνα, που είναι άλλωστε και το πρώτο που αντιλαμβάνονται οι θεατές, ο Besson επέλεξε μια προσφιλή του μέθοδο από το παρελθόν, που χρησιμοποίησε στο ξεκίνημα της καριέρας του, και πιο συγκεκριμένα στις ταινίες «L’ Avant dernier» και «Le Dernier combat»: το ασπρόμαυρο φιλμ. Έχοντας στο πλευρό του τον εμπειρότατο (και μόνιμο συνεργάτη του) Thierry Arbogast, το Παρίσι αποτυπώνεται με μια δόση νοσταλγίας από τη δεκαετία του ’80. Τα πλάνα είναι ιδιαίτερα προσεγμένα, είτε σε εξωτερικούς χώρους είτε στο εσωτερικό των νυχτερινών κέντρων που επισκέπτονται οι ήρωες, τα καδραρίσματα εξίσου καλά, αλλά η φωτογραφία αφήνει μια περίεργη αίσθηση. Δεν έχει να κάνει με την ποιότητα ή τη… «διαύγεια» της εικόνας, αλλά το τελικό αποτέλεσμα, που σε καμιά περίπτωση δεν είναι κακό, ούτε ξεχωρίζει, ούτε βρίσκεται στα συνήθη υψηλά επίπεδα του Arbogast . Απλούστατα, δεν κατορθώνει να «μαγνητίσει τα βλέμματα».

Όσο περνάνε τα λεπτά αρχίζουμε και υποψιαζόμαστε σιγά-σιγά… «τι παίζει». Αναφερόμαστε προφανώς στην υπόθεση. Χωρίς να πειραματίζεται και να ψάχνεται πολύ, ο Besson καταφεύγει σε δοκιμασμένες λύσεις, οι οποίες προφανώς και δε βρίθουν πρωτοτυπίας ή καινοτομιών. Ο θεατής σε ουδεμία των περιπτώσεων θα προβληματιστεί διότι τίποτα δε θα τον ξενίσει. Κάλλιστα θα μπορούσε να τη χαρακτηρίσει κάποιος και απλοϊκή. Χιλιο -ειπωμένη, -ιδωμένη και -ακουσμένη ιστορία για ανθρώπους που συνδέονταν με τον υπόκοσμο, χρωστούσαν υπέρογκα για τις δυνατότητές τους ποσά, βρισκόντουσαν ένα βήμα πριν το θάνατο (αυτοκτονία και δολοφονία), ξεπλήρωσαν μέχρι και το τελευταίο cent και χάραξαν νέα πορεία. Έχοντας δίπλα τους ένα πνεύμα ή άγγελο, που συμπτωματικά έχει τη μορφή γυναίκας, εκθαμβωτικής ή μη. Το πάλαι ποτέ τρομερό παιδί του γαλλικού κινηματογράφου, όμως, μας την πλασάρει ως «θεά» και «αγγελικό πλάσμα», υπονοώντας και τη Θεά Τύχη (επίσης ουρανοκατέβατη).

Για να υπάρξει όμως σύνδεση μεταξύ εικόνας και υπόθεσης, οι διάλογοι είναι απαραίτητοι. Απαιτητικό κομμάτι το σενάριο, κατά κοινήν ομολογίαν. Και για πολλούς, ουσιαστικότερο του σκελετού (δηλαδή της υπόθεσης). Δίχως να υπάρχει ασυνέχεια μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της πλοκής, παρατηρούμε μια μικρή υστέρηση καθώς λείπει η ευρηματικότητα, η σπιρτάδα από τις ατάκες, το νεύρο. Ορισμένες από αυτές πιθανόν να προκαλέσουν ένα πικρό γέλιο, που δε θα διαρκέσει, όμως, για πολύ, όπως και η ανάμνησή τους διότι δεν αφήνουν το στίγμα τους, δεν κάνουν εντύπωση, καθώς ηχούν τετριμμένες.

Τι μένει για να συμπληρωθεί μια ταινία; Μα φυσικά οι ηθοποιοί, «οι κατάλληλοι άνθρωποι στις κατάλληλες συγκυρίες». Και σε αυτόν τον τομέα δεν υπάρχει έκπληξη. Όλος ο κόσμος (υπόκοσμος εδώ) και οι τύχες του καθορίζονται από μια γυναίκα. Και το αρσενικό ακολουθεί το ρυθμό, πάντα υπάκουο και γοητευμένο. Μην μπερδευτείτε με Almodovar, «η γυναίκα στο κέντρο» και λοιπές σχετικές θεωρίες περί μουσών στον κινηματογράφο, καμιά σχέση! Ας σταθούμε για λίγο στις ερμηνείες και στη χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών. Ο ρόλος του απελπισμένου και ολίγον αφελή Andre μοιάζει κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του Jamel Debbouze, ο οποίος ανταποκρίνεται με ιδιαίτερη ευκολία, αυθορμητισμό και πειστικότητα κερδίζοντας αυτομάτως την εμπιστοσύνη του κοινού αλλά και των ιθυνόντων της παραγωγής που τον προτίμησαν. Κάτι που δεν μπορούμε να ισχυριστούμε και για την δανικής καταγωγής Rie Rasmussen, που ενσαρκώνει την Angel a . Πράγματι, δείχνει τελείως αταίριαστη, άσχετη και ξένη με το σύνολο. Δεν είναι τόσο οι διαστάσεις της που την κάνουν να πλεονεκτεί έναντι όλων των υπολοίπων που συναντά στο πέρασμά της, όσο η άχρωμη και σχεδόν απόμακρη αίσθηση που αποπνέει. Αυτός, όμως, δεν ήταν και είναι ο πρωταρχικός σκοπός του ρόλου;

Εν κατακλείδι: O Luc Besson θέλει να προβάλλει με το δικό του διδακτικό τρόπο πως ο καθένας μας οφείλει να σέβεται, να αγαπάει, να μη λέει ψέματα, να πιστέψει στον εαυτό του ώστε να μπορέσει να βρει λύσεις ακόμα και στα πιο δύσκολα προβλήματα και καταστάσεις. Αρκεί μια ενδοσκόπηση για να ανακαλύψουμε την καλή και… αγγελική πλευρά που είναι κρυμμένη μέσα μας. Φαίνεται ωραίο ως ιδέα / σκέψη, αλλά το αποτέλεσμα δε δικαιώνει κανέναν. Ο ίδιος ο Besson σε σχετική συνέντευξή του δήλωσε: «Για να ολοκληρώσω αυτή την ταινία και να προχωρήσω στην παραγωγή και υλοποίησή της μου πήρε λίγο παραπάνω από δέκα χρόνια. Το σκελετό τον ετοίμασα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά δεν μπορούσα να βρω τις κατάλληλες κουβέντες που θα έβαζα στο στόμα των πρωταγωνιστών». Και έτσι κατέφυγε σε πρόχειρες και γρήγορες λύσεις. Δε θέλουμε να πιστεύουμε κάτι τέτοιο για τον καθ’ όλα ικανό και συμπαθή κύριο Besson , που μας χάρισε στο παρελθόν πολύ αξιόλογες δουλειές, όπως τα « Subway» και «Le Grand bleu», αλλά η εικόνα άλλα δείχνει. Απουσιάζει η πολυπλοκότητα, η ποικιλομορφία και η αλληγορία, αντιπροσωπευτικά γνωρίσματα που τον έκαναν γνωστό παγκοσμίως. «Είναι μια ρομαντική, αισθηματική, μαύρη και ελαφρώς γκανγκστερική κωμωδία φαντασίας για όλους τους απογοητευμένους από τη ζωή», δήλωνε. Εμείς θα σημειώσουμε απλώς μελόδραμα. Δίχως να είναι κακή ταινία και να έχει τεράστια ελαττώματα, δεν καταφέρνει να διακριθεί εξαιτίας των πολλών μικρών «μείον» που συγκεντρώνει στο σύνολό του. Μοιραία κινείται στη σφαίρα της μετριότητας. Περιμέναμε κάτι ανώτερο από ένα δημιουργό, ο οποίος εισήγαγε την ιδέα του «Αξιόλογου Εμπορικού Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου» . Ειδικότερα μάλιστα όταν πρόκειται για το «κύκνειο σκηνοθετικό άσμα» του Luc Besson.

Ας κρατήσουμε όμως δύο πράγματα για το τέλος: 1 ον) Το πολύ συγκινητικό στιγμιότυπο στον καθρέφτη με την Angela να στέκεται πίσω από τον Andre και να εξαφανίζεται σταδιακά όσο αυτός λέει «Je t ‘ aime , Andre» . 2 ον) Την άποψη που διατύπωσε κάποτε ο Besson περί κινηματογράφου, τέχνης και καθημερινότητας: «Σκοπός του κινηματογράφου δεν είναι να λύσει τα προβλήματα, ούτε και να θεραπεύσει. Σίγουρα δεν είμαι διατεθειμένος να κάνω κάτι τέτοιο, να ασχοληθώ και να επιμείνω στα προβλήματα της καθημερινότητας. Ο ρόλος του είναι απλώς… «αναλγητικός»! Σχεδόν σαν μια ασπιρίνη».

Related posts:

  1. Paris, Je T’Aime