Εμείς… κι ο κόσμος!

Τον κοινωνικό ρατσισμό τον συναντάμε στην καθημερινότητά μας με τρομακτική συχνότητα, όποια μορφή κι αν έχει, όποιος κι αν είναι ο πομπός του, ο δέκτης και η φύση του. Λένε πως πολλά από τα προβλήματα της κοινωνίας έχουν τη βάση τους εκεί που ουσιαστικά ξεκινά η κοινωνικοποίηση και η διαμόρφωση του ατόμου… εκεί που δημιουργούνται οι πρώτες εικόνες έξω από την οικογένεια… εκεί που μπαίνουν οι βάσεις της προσωπικότητας… εκεί που αποκτώνται εμπειρίες και που διευρύνονται για πρώτη φορά οι ορίζοντές μας… στο περιβάλλον, δηλαδή, του σχολείου!

Για τα παιδιά των Ελλήνων, το σχολείο αποτελεί κάτι το σταθερό. Είναι ο βασικός άξονας της παιδικής τους ηλικίας. Όπως, όμως, και σε κάθε άλλη χώρα, έτσι και στην Ελλάδα η κοινωνία δεν αποτελείται μόνο από ιθαγενείς-ημεδαπούς αλλά και από αλλοδαπούς-πρόσφυγες-νομάδες. Για κάποιες μειονότητες, και στη συγκεκριμένη περίπτωση για τους Ρομά, η κοινωνία του σχολείου και η εκπαίδευση δεν αποτελεί άξονα… αλλά πολυτέλεια. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί η μόρφωση δεν αποτελεί προτεραιότητα ή στόχο τους. Αντίθετα, η επιβίωση, η ελευθερία και η διατήρηση του τρόπου ζωής τους είναι μερικές από τις αξίες που προηγούνται για εκείνους.

«Λόγω φύσης και ιδιοσυγκρασίας είναι ζωηρά αυτά τα παιδιά. Δεν μπορούν εύκολα να ενταχθούν στο μάθημα, δηλαδή να καθίσουν ήσυχα. Έχουν μια ανησυχία γενικώς. Πολλά από αυτά δεν έρχονται στο σχολείο στην ώρα τους, δηλαδή γράφονται στην πρώτη τάξη και έρχονται μετά από δυο χρόνια. Έτσι, είναι συνήθως μεγαλύτερα από την ηλικία των υπόλοιπων παιδιών και χάνουν χρονιές και μαθήματα», είπε η πρώην σχολική σύμβουλος Θεολόγων και νυν διευθύντρια του 6ου Γυμνασίου Σερρών, Στέλλα Ούτσιου, όταν ρωτήθηκε για το ζήτημα των τσιγγάνων που φοιτούν στο σχολείο που διευθύνει.

Ο αντίλογος σε αυτήν την άποψη είναι ότι το ελληνικό σχολείο έχει πολύ συγκεκριμένη λειτουργία και δομή, η οποία δεν αλλάζει και δεν προσαρμόζεται σε νέες καταστάσεις. Η ύλη διδασκαλίας είναι αρκετά σφιχτή και οι δάσκαλοι δεν είναι πάντοτε αρκετά πρόθυμοι στο να ελιχθούν και να προσεγγίσουν τους μαθητές τους. Έτσι, η νοοτροπία της αφομοίωσης και η έλλειψη σεβασμού προς τη διαφορετικότητά τους κάνει τους νεαρούς Ρομά να απομακρύνονται, αφού νιώθουν να απορρίπτεται ο δικός τους κόσμος, να μην εμπνέονται από το κλίμα και να αποκόβονται από τη ζωή και την «αγέλη» τους. Άλλωστε, ο ρατσισμός απέναντι στη διαφορετικότητά τους είναι εμφανής σε πολλαπλά και ουκ ολίγα επίπεδα.

«Προφανώς, υπάρχει πάντα και το θέμα του ρατσισμού από τους άλλους…  Για να μη λέμε ψέματα. Υπάρχουν δηλαδή διαμαρτυρίες των γονιών γιατί τα παιδιά τα βάζουμε όλα μαζί και όχι σε ξεχωριστό τμήμα, πράγμα που δε θα ήταν νόμιμο. Επίσης, παρουσιάζονται προβλήματα διότι τα Τσιγγανόπαιδα σπανίως είναι εμβολιασμένα και αυτό προκαλεί φόβο και τριβές. Ενώ, στερεοτυπικές αντιδράσεις από τη μεριά των Ελλήνων μαθητών σχετικά με «τη βρομιά και την κλεψιά» δε λείπουν από τις τάξεις», συνέχισε η κ. Ούτσιου. Έτσι, είναι φανερό πως η ένταξή τους στο σχολείο είναι πολύ δύσκολη και χρειάζεται χρόνο, διάθεση, προσπάθεια, συμβιβασμούς και σεβασμό και από τις δυο πλευρές.

Κι εδώ ακριβώς τίθεται ένα θεμελιώδες ερώτημα… Είναι δυνατόν να περιμένουμε από τα παιδιά μας να γίνουν σωστοί πολίτες, με αξίες και ιδανικά που στοχεύουν σε μια ισορροπημένη κοινωνία (όπως τους μαθαίνουμε στο σχολικό μάθημα «Εμείς και ο κόσμος»), όταν το ίδιο το σύστημά μας δυσκολεύεται να βρει μια μέση οδό που, αν όχι θα γεφυρώσει, τουλάχιστον θα συρρικνώσει ένα τέτοιο χάσμα; Η αλήθεια είναι πως γίνονται προσπάθειες και υπάρχουν προγράμματα και ιδέες. Όλα αυτά, όμως, δε φαίνεται να αμβλύνουν το πρόβλημα. Ίσως αποτελούν παροδικά «μπαλώματα» που σίγουρα δεν οξύνουν τις δυσκολίες, αλλά δεν θεραπεύουν την κατάσταση στις ρίζες της.

Αναλυτικότερα, για να αποκτήσουν ένα καλύτερο κίνητρο, τα Τσιγγανόπουλα επιδοτούνται από το κράτος με 300 ευρώ αν τελειώσουν τη σχολική χρονιά επιτυχώς ή και εάν απλά κοπούν σε κάποια μαθήματα.  Εάν όμως μείνουν στην ίδια τάξη από απουσίες, δε δικαιούνται να λάβουν το ποσόν αυτό. Η ιδέα θεωρητικά είναι πολύ καλή και λογική. Στην πράξη, όμως, δεν φαίνεται αρκετά αποτελεσματική, καθώς τα ποσοστά διαρροών των μαθητών από το σχολείο είναι πολύ υψηλά κάθε χρόνο (περίπου 77%).

Επιπρόσθετα, εδώ και αρκετά χρόνια υπάρχει πρόγραμμα ένταξης των Ρομά στο ελληνικό σχολείο. Το πρόγραμμα αυτό δίνει έμφαση στην εκπαίδευση των Τσιγγανόπουλων σε μαθήματα ιδιαίτερης βαρύτητας, όπως η ελληνική γλώσσα, τα μαθηματικά και τα μαθήματα δημιουργικότητας. Επίσης, εάν κάποιοι μαθητές δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν, τότε τους γίνονται εντατικά μαθήματα για να βοηθηθούν, ώστε να φτάσουν σ’ ένα καλό επίπεδο και να μπορέσουν να ανταπεξέλθουν στις ανάγκες «της αίθουσας». Στην προσπάθεια αυτή συμμετέχει, εδώ και λίγο καιρό, το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο και συγκεκριμένα το Τμήμα της Παιδαγωγικής, με υπεύθυνες τις καθηγήτριες Χριστοδούλα Μητακίδου, Ευαγγελία Τρέσσου-Φατούρου και Παναγιώτα Καραγιάννη.

Γίνονται όμως όλα αυτά με το σωστό τρόπο ή μήπως δεν είμαστε αρκετά ώριμοι κοινωνικά ώστε να τα υλοποιήσουμε και να τους δώσουμε ώθηση και τόνωση για να έχουν αποτέλεσμα; Η λογική λέει ότι από τη στιγμή που το ζήτημα αυτό αποτελεί κεντρική συζήτηση στην πλειοψηφία των φορέων, η έκβαση της κατάστασης δεν μπορεί παρά να είναι θετική. Ας ελπίσουμε ότι η στάση και ο ρόλος μας θα είναι υποστηρικτικοί και πολιτισμένοι, και όχι ανασταλτικοί. Δεν είχε άδικο ο Γουίλιαμ Σαίξπηρ όταν έγραφε πως κάποιος μπορεί να «είναι ένας άνθρωπος της φύσης, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται λιγότερο αξιότιμος από κάποιον που ανήκει στον πολιτισμό»…

No related posts.