Drive

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Nicolas Winding Refn

ΣΕΝΑΡΙΟ: Hossein Amini

ΠΑΡΑΓΩΓΗ: Marc Platt Productions, FilmDistrict 2011

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: Newton Thomas Sigel

ΜΟΥΣΙΚΗ: Cliff Martinez

ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΟΥΝ: Ryan Gosling, Carey Mulligan, Albert Brooks, Ron Perlman, Bryan Cranston, Oscar Isaac, Christina Hendricks, James Biberi, Kaden Leos.

Υπόθεση: Ένας μοναχικός άνδρας (Ryan Gosling) γεμίζει την ανιαρή καθημερινότητά του δουλεύοντας ως μηχανικός στο συνεργείο αυτοκινήτων του Shannon (Bryan Cranston) και ως αντικαταστάτης ηθοποιών στις επικίνδυνες σκηνές ταινιών, ενώ παράλληλα εκτελεί και χρέη οδηγού διαφυγής ληστειών. Όταν γνωρίζει τη γειτόνισσά του Irene (Carey Mulligan), αναπτύσσει αισθήματα συμπάθειας για την οικογένειά της και προθυμοποιείται να βοηθήσει τον προσφάτως αποφυλακισθέντα σύζυγό της (Oscar Isaac) σε μια ληστεία, προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος του στον υπόκοσμο του Λος Άντζελες και να εξασφαλίσει μια ήσυχη ζωή για την οικογένειά του. Η θεωρητικά εύκολη αποστολή αποτυγχάνει παταγωδώς και ο κύκλος του αίματος μόλις άνοιξε…

Κριτική: Psycho Driver

Ο Δανός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Nicolas Winding Refn επανέρχεται για δεύτερη φορά επί αμερικανικού εδάφους και υπογράφει την κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου βιβλίου του Αμερικανού συγγραφέα James Sallis.

Στη μαγειρική, μια συνταγή είναι αδύνατον να εγγυηθεί από μόνη της το αποτέλεσμα, καθώς αυτό εξαρτάται από τους εξής τέσσερις βασικούς παράγοντες: i.) τις διαθέσιμες πρώτες ύλες, ii.) τη δοσολογία των υλικών, iii.) την εκτέλεση, iv.) το μάγειρα ή chef, χαρακτηρισμοί που πρέπει να δίδονται μόνον εκ του αποτελέσματος και όχι εκ των προτέρων, όπως έχει λανθασμένα επικρατήσει. Προαιρετικά, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και την παρουσίαση, καθώς για πολλούς η εμφάνιση είναι «η σημασία στη λεπτομέρεια που κάνει τη διαφορά».

Προφανώς αναρωτιέστε τι σχέση έχουν όλα αυτά με τον κινηματογράφο, ιδιαίτερα μάλιστα με μια ταινία που τιτλοφορείται “Drive”. Μία λατινική φράση που χρησιμοποιούμε και σήμερα νομίζουμε πως αρκεί για να λυθεί η απορία: Panem et  Circenses. Ας αλλάξουμε τώρα τις λέξεις, όπου οι «πρώτες ύλες» αντικαθίστανται από «υπόθεση, σενάριο, ηθοποιοί», η «δοσολογία των υλικών» από «δομή και πλοκή», η «εκτέλεση» από «σκηνοθεσία», ο «μάγειρας/ chef» από «σκηνοθέτης» και τέλος η «εμφάνιση» από «εικόνα και ήχο». Ας τα πάρουμε, λοιπόν, με τη σειρά και να επικεντρωθούμε στα της ταινίας και μόνον. Προσδεθείτε και μην καπνίζετε!

Ευθύς εξαρχής, το “Drive” είναι μια χαμηλών προδιαγραφών ταινία. Ο τετριμμένος θεματικός άξονας, το υποτυπώδες σενάριο (το οποίο για πρώτη φορά δεν υπογράφει ο Winding Refn) και η προβλέψιμη εξέλιξη δεν γεννούν προσδοκίες για τίποτα περισσότερο από ένα αδιάφορο αποτέλεσμα. Ο σκηνοθέτης, όμως, καταβάλει τη μέγιστη δυνατή προσπάθεια να παρουσιάσει ένα σύνολο που κινείται άνω του μετρίου, παρακάμπτοντας τις παραπάνω αδυναμίες με την ορθή αξιοποίηση των λοιπών επιμέρους στοιχείων, τα οποία δείχνουν ικανά να αντιστρέψουν το υποτονικό κλίμα.. Χρησιμοποιώντας μια απλοϊκή δομή «δανεισμένη από παραμύθια των Grimm» (όπως δήλωσε σε συνέντευξη που παραχώρησε στο www.indiewire.com) και γραμμική αφήγηση, αποφεύγει την αναδρομή, ακολουθεί την πεπατημένη και συνδυάζει επιτυχώς κλασικά και δοκιμασμένα είδη που άνθισαν κυρίως στον αμερικανικό κινηματογράφο τις δεκαετίες ’70 και ’80.

Πιστή στα χαρακτηριστικά του νεο-νουάρ, ολόκληρη η ταινία αρθρώνεται γύρω από τα εξής δύο πρόσωπα – κλειδιά: τον μοναχικό, σχεδόν απομονωμένο και επιφορτισμένο με την αναζήτηση των ενόχων πρωταγωνιστή που απονέμει δικαιοσύνη χρησιμοποιώντας την πλέον ακραία βία, υπακούοντας σ’ έναν δικό του «κώδικα τιμής» και τη μοιραία γυναίκα που παρασύρει τον άνδρα στην καταστροφή του. Απέναντι σε αυτούς τους δύο απομονωμένους στη μέση του αστικού νυχτερινού σκηνικού πρωταγωνιστές, δραστηριοποιείται ένα πλήθος ύποπτων χαρακτήρων, προερχόμενων από τα λαϊκά στρώματα. Παρόλα αυτά, ο Winding Refn έρχεται με έντονη διάθεση αμφισβήτησης και απομυθοποιεί κινηματογραφικά στερεότυπα ολόκληρων δεκαετιών, δίνοντας μεγάλη έμφαση στην απεικόνιση των βασικών, τουλάχιστον, χαρακτήρων: εδώ ο άνδρας-τιμωρός δεν οπλοφορεί, όπως οι cowboys στα westerns, οι gangsters και αστυνομικοί που δρουν στο περιθώριο, φορά μπουφάν αμφιβόλου γούστου και αισθητικής, δεν είναι καν macho, αν και αποδεικνύει περίτρανα πως είναι ικανός για κάθε αποτρόπαια πράξη. Όσο για τη μοιραία γυναίκα απέχει παρασάγγας από την παραδοσιακή εικόνα της femme fatale ή της γυναίκας-αράχνης, όπως αποτυπώθηκαν στη μεγάλη οθόνη: μία μέτριας εμφάνισης σερβιτόρα που αναθρέφει μόνη το παιδί της, καθώς ο σύζυγός της είναι στη φυλακή, η οποία κάλλιστα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως «γυναίκα της διπλανής πόρτας».

Όσον αφορά στην έλλειψη μακροσκελών διαλόγων στο περιεκτικό σενάριο του Hossein Amini, ο Δανός αδράττει την ευκαιρία και καλύπτει τα κενά με εικόνες ισοδύναμες χιλίων λέξεων, οι οποίες είναι μια ατέλειωτη σειρά από συμβολισμούς, κινηματογραφικές αναφορές και σχόλια πάνω στην ίδια την ταινία, τα κινηματογραφικά είδη και τον κεντρικό ήρωα, σε τέτοιο βαθμό που οι υπόλοιποι χαρακτήρες και η περαιτέρω εξέλιξη της ιστορίας εξαρτώνται από αυτόν και μόνο.

Αναφορικά με τον πρωταγωνιστή, αν και μοιάζει αναμενόμενη η εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση, τα κίνητρα και τις επιλογές του, μαθαίνουμε ελάχιστα για αυτόν. Ο παραλληλισμός και ταυτόχρονα η πλήρης ταύτιση της πραγματικής ζωής του πρωταγωνιστή με το επάγγελμά του είναι προφανής, καθώς παρακολουθούμε έναν άνθρωπο χαμηλών τόνων και φιλήσυχο μεν, που δεν διστάζει να υπερβεί τα όριά του όταν το απαιτούν οι περιστάσεις δε, δίχως ταυτότητα, παρελθόν, παρόν και μέλλον, ο οποίος είναι απόντας από την ίδια του τη ζωή, καθώς ό,τι κάνει γίνεται προς όφελος άλλων και συνήθως δεν αφορά καθόλου τον ίδιο. Εξ’ ου και η ανωνυμία του: «οδηγός» ή «μικρός», όταν ενίοτε τον προσφωνούν. Το ίδιο περίπου που συμβαίνει και με τους αντικαταστάτες των ηθοποιών κατά τα γυρίσματα επικίνδυνων σκηνών, οι οποίοι δεν απουσιάζουν από τα κινηματογραφικά στούντιο, αλλά κινούνται μονίμως παρασκηνιακά και παραμένουν ανώνυμοι (πλην ελάχιστων εξαιρέσεων), διότι υποδύονται – αντικαθιστούν αυτούς που με τη σειρά τους υποδύονται ρόλους, με κίνδυνο τη ζωή τους (εις γνώσιν τους, φυσικά). Η οριοθέτηση των χαρακτήρων και ιδίως του πρωταγωνιστή σε τυποποιημένους χαρακτηρισμούς, όπως «καλός – κακός», «ακίνδυνος – επικίνδυνος», «νικητής – ηττημένος» φαίνεται πως δεν αρμόζουν στην ταινία του Winding Refn, και γι’ αυτό τους καταρρίπτει εντέχνως, με τρανό παράδειγμα τον παρακάτω διάλογο μεταξύ του πρωταγωνιστή και του γιου της Irene, Benicio, μέσω του οποίου αποκαλύπτεται μια πτυχή του χαρακτήρα του πρωταγωνιστή: «Πρωταγωνιστής: Αυτός είναι ο κακός;  Benicio: Ναι.  Π: Πώς το ξέρεις; Β: Επειδή είναι ο καρχαρίας. Π: Δεν υπάρχουν καλοί καρχαρίες; Β: Όχι, κοίτα τον, σου φαίνεται για καλός;». Επίσης η ιστορία του σκορπιού και του βατράχου που διηγείται ο πρωταγωνιστής σε άλλο σημείο έρχεται σε πλήρη συνάρτηση με το λευκό μπουφάν με τον κίτρινο σκορπιό στην πλάτη που φοράει καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας και επιβεβαιώνει σε μεγάλο βαθμό την εξέλιξη της ιστορίας : «Κάποτε ένας σκορπιός ζήτησε από ένα βάτραχο να τον μεταφέρει στην πλάτη του στην αντίπερα όχθη της λίμνης. Ο βάτραχος δέχτηκε και κατά τη διαδρομή ο σκορπιός τον τσίμπησε θανάσιμα. Τότε ρωτάει ο βάτραχος: “Γιατί το έκανες; Θα πνιγούμε και οι δύο”. Και ο σκορπιός απαντά: “Δεν το ήθελα, είναι η φύση μου”». Όπως ακριβώς και ο πρωταγωνιστής: αν και δείχνει για «σκορπιός», τελικά τον σκορπιό τον έχει μονίμως στην πλάτη του. Πάντως, όπως και να έχει, το αποτέλεσμα γι’ αυτόν θα είναι πάλι το ίδιο, είτε ως «σκορπιός» είτε ως «βάτραχος».

Ήδη από την πρώτη προβολή της ταινίας στο 64ο Φεστιβάλ των Καννών 2011, πολλοί σχολίασαν πως το “Drive” από την αρχή μέχρι το τέλος είναι μια κινηματογραφική αναφορά, κάτι που δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα. Οι τίτλοι, για παράδειγμα, παραπέμπουν ευθέως στο “American Gigolo (1980)” του Paul Schrader, το “Thief (1981)” του Michael Mann και το “8 Million Ways to Die (1986)” του Hal Ashby, ο πρωταγωνιστής στον επίσης ανώνυμο και φειδωλό στα λόγια χαρακτήρα που υποδύθηκε ο Ryan O’ Neal στο “The Driver (1978)” του Walter Hill, τον διανοητικά ασταθή Travis Bickle στο “Taxi Driver (1976)” του Martin Scorsese και τον ομώνυμο ρόλο του Sylvester Stallone στο “Cobra (1986)” του George Cosmatos (σ.σ. θυμηθείτε την οδοντογλυφίδα), η δε σκηνή στο συνεργείο του Shannon όπου παραλαμβάνει το Chevrolet Impala θυμίζει έντονα την αντίστοιχη στο “Vanishing Point (1971)” του Richard Sarafian. Μέχρι και η μαύρη ολοκαίνουρια Mustang του 2012 φέρνει στο μυαλό μία άλλη σκούρα Mustang, εκείνη που οδηγούσε ο εξίσου λιγομίλητος Steve McQueen στο “Bullitt (1968)” του Peter Yates. Σ’ αυτό το σημείο, η ατάκα του Bernie Rose δείχνει απόλυτα ταιριαστή, τόσο ως σχόλιο για την ταινία όσο και για αρκετές ταινίες της δεκαετίας του ’80: «Ήμουν παραγωγός ταινιών το ’80. Έκανα ταινίες δράσης, με σέξι σκηνές. Κάποιοι τις έλεγαν “ευρωπαϊκές”. Εγώ τις έλεγα βλακείες», απηχώντας  πλήθος ταινιών, όπως το “Body Heat (1981)” του Lawrence Kasdan, το “Risky Business (1983)” του Paul Brickman, το “Body Double (1984)” του Brian De Palma, το “To Live and Die in L.A. (1985)” του William Friedkin, το “Blue Velvet (1986)” του David Lynch, το “52 Pick-Up (1986)” του John Frankenheimer και το “8 Million Ways to Die (1986)” του Hal Ashby, μερίδα των οποίων χαρακτηρίστηκαν είτε ως «βλακείες» είτε ως «ευρωπαϊκές», εξαιτίας της διαφορετικής, πιο καλλιτεχνικής άποψης ως προς τη σκηνοθεσία και την κινηματογράφηση που έχουν πολλοί σκηνοθέτες, Ευρωπαίοι και μη, οι οποίοι εξακολουθούν να προκαλούν τη δυσαρέσκεια του Hollywood, μεταξύ των οποίων και ο Δανός Nicolas Winding Refn, σαφώς. Κοινός παρανομαστής όλων των παραπάνω (με εξαίρεση το “Body Heat (1981)”) και του “Drive”, η Καλιφόρνια και ειδικότερα, το κινηματογραφικό νυχτερινό τοπίο του Λος Άντζελες, «μια πόλη βγαλμένη απευθείας από τα ’80s», κατά δήλωση του σκηνοθέτη.

Από τεχνικής σκοπιάς, το “Drive” δεν έχει εν γένει αδυναμίες. Η αμιγώς «ευρωπαϊκή» σκηνοθεσία αξίζει ιδιαίτερης μνείας. Αν και δεν κάνει εντύπωση με την ευρηματικότητά της, τα παρατεταμένα κοντινά πλάνα του Winding Refn καταφέρνουν να αιχμαλωτίσουν τις αντιδράσεις και τις εκφράσεις των πρωταγωνιστών και να απεικονίσουν με σαφήνεια το χώρο σε όλες τις λήψεις, από τους αυτοκινητόδρομους μέχρι τις περιορισμένες καμπίνες των αυτοκινήτων και του ασανσέρ. Χάρη στη μεγάλη διάρκειά τους (σ.σ. πολλές φορές ξεπερνούν τα 10 δευτερόλεπτα, ιδίως η τελευταία σκηνή) μπορούμε να παρατηρήσουμε την κάθε λεπτομέρεια, ενώ παράλληλα αναδύεται ένα ύφος ερεβώδες, ψυχρό και αιχμηρό. Κατά πόδας και η φωτογραφία του έμπειρου Newton Thomas Sigel, χωρίς την αρωγή του οποίου δεν μπορούσε στο ελάχιστο να επιτευχθεί η ανάλογη ατμόσφαιρα, αναπόσπαστο τμήμα της οποίας είναι και το soundtrack υπό την υψηλή επιστασία του Cliff Martinez.

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι ερμηνείες, με προεξέχοντα τον Ryan Gosling, ο οποίος δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία στα γνωστά υψηλά πρότυπα που μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια. Όχι ότι οι υπόλοιποι δεν είναι εξίσου καλοί, αλλά επειδή, όπως τονίσαμε πολλάκις, ολόκληρη η ταινία είναι χτισμένη επάνω στον πρωταγωνιστή. Ιδιαιτέρως δε, εάν αναλογιστούμε και τη δυσκολία που παρουσιάζει ο εντελώς «επίπεδος» χαρακτήρας. Το χαρακτηριστικά απαθές βλέμμα του και οι πράξεις του συγκρίνονται μόνο με «μηχανές» που εκτελούν την προγραμματισμένη αποστολή τους. Στους δεύτερους ρόλους συναντάμε ένα επίλεκτο κουαρτέτο που υποδύονται τους γνωστούς, από ένα σωρό ταινιών του είδους, φλύαρους και αδίστακτους ανθρώπους του υποκόσμου: τον ανερχόμενο Oscar Isaac, στο ρόλο του ανίκανου να προστατεύσει την οικογένειά του, αποφυλακισθέντα μικροκακοποιού συζύγου της Irene, Standard Gabriel, τον Bryan Cranston σε μια θαυμάσια ερμηνεία ως εργοδότη και επίδοξο μάνατζερ του πρωταγωνιστή, Shannon, τον Ron Perlman ως δευτεροκλασάτο γκάνγκστερ Nino, ο οποίος και μόνο με τη χαρακτηριστική του όψη κερδίζει εύκολους πόντους και τέλος, στο ρόλο του Bernie Rose, του ανθρώπου που τακτοποιεί «με τα λερωμένα χέρια του» όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις που προκύπτουν, ο κατά κόρον κωμικός Albert Brooks σε μια απόλυτα πειστική ερμηνεία – έκπληξη. Δυστυχώς για την Christina Hendricks (Blanche) και τον James Biberi (Cook), δεν μπορούμε να σημειώσουμε τίποτα διότι οι ρόλοι τους είναι πολύ περιορισμένοι (περίπου 10 λεπτά). Αφήσαμε για το τέλος την Carrey Mulligan, ως απροστάτευτη Irene που ελπίζει σ’ ένα καλύτερο μέλλον γι’ αυτήν και το γιο της Benicio (Kaden Leos), όχι γιατί δεν αποδίδει σωστά τις απαιτήσεις του χαρακτήρα της ή δεν πείθει ερμηνευτικά για τις ικανότητές της, αλλά γιατί σε ορισμένα σημεία μοιάζει να βρίσκεται εκτός κλίματος και για κάποιο λόγο δεν μπορεί να ακολουθήσει το ρυθμό του συμπρωταγωνιστή της Ryan Gosling, με τον οποίο μοιράζεται όλες σχεδόν τις σκηνές της – παρόλο που δεν δείχνουν παράταιροι ο ένας δίπλα στον άλλο.

Εν κατακλείδι: Είναι πλέον ξεκάθαρο πως ο Nicolas Winding Refn με το “Drive” αποτίει φόρο τιμής στα αμερικανικά B-movies, τα Νεο-νουάρ και τα Νέον-νουάρ των δεκαετιών ’70 και ’80, χωρίς, όμως, γρήγορα αυτοκίνητα, σκηνές καταδίωξης, γρήγορους διαλόγους, macho άνδρες και σέξι θηλυκές παρουσίες. Δεν χωράει αμφιβολία πως πρόκειται για μια αμιγώς αμερικανική ταινία, εξαιρετικά στιλιζαρισμένη, όχι όμως στιλάτη, και εμφανώς επηρεασμένη αισθητικά από τα παραπάνω είδη, καθώς παραπέμπει απευθείας στη δεκαετία του ’80 σε όλα τα επίπεδα. Αυτό, όμως, για πολλούς λειτουργεί αρνητικά, καθώς γεννάται το ερώτημα εάν έχει νόημα το 2011 να βλέπουμε μία ταινία σε ύφος και αισθητική ’80s. Κάτι ανάλογο που συνέβη, δηλαδή, και με το “Grindhouse (2007)” των Robert Rodriguez και Quentin Tarantino. Επίσης, τα αρνητικά στοιχεία που επισημάνθηκαν εξαρχής δεν περνούν απαρατήρητα και αν προσθέσουμε τις περιττές και ακατανόητες splatter σκηνές, η απόσταση μεγαλώνει ακόμα περισσότερο. Σχετικά με το τελευταίο, ο Ryan Gosling, σε μια προσπάθεια να διασκεδάσει τις εντυπώσεις και τα αρνητικά σχόλια που εισέπραξε η ταινία επ’ αυτού στην πρεμιέρα στις Κάννες, δήλωσε σε συνέντευξή του τα εξής: «Έχει τύχει να δείτε splatter στον κινηματογράφο με κόσμο; Και στις σκηνές που σφάζουν κάποιον, του βγάζουν τα έντερα στο πιάτο, όλοι να σκάνε στα γέλια; Η αίθουσα ξαφνικά να παίρνει ζωή και ο κόσμος να φωνάζει ατάκες; Ξαφνικά έχει πλάκα να πηγαίνεις στον κινηματογράφο! Και ο κινηματογράφος δεν είναι ένα πράγμα. Έχει τη δυνατότητα να είναι ποιητικός, αλλά μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα να έχει πλάκα. Δε χρειάζεται να είναι πάντα σοβαρός, μπορεί και να κανιβαλίζει τα πράγματα. Αυτό συμβαίνει με τη βία των splatter. Την απομυθοποιεί, την κάνει κωμική, σαν καρτούν».  Εν τέλει, ο δεξιοτέχνης στην κάμερα Winding Refn με τη συνεργασία των λίγων αλλά εξαιρετικής απόδοσης ηθοποιών και τις μουσικές συνθέσεις και επιλογές του Cliff Martinez, καταφέρνει και μας «σερβίρει» ένα θελκτικό στην εμφάνιση «πιάτο», το οποίο ίσως και να υπόσχεται περισσότερα από αυτά που προσφέρει «γευστικά» και τελικά δεν είναι τόσο «νόστιμο», ιδίως για τους απαιτητικούς θεατές – «ουρανίσκους». Δηλαδή, πραγματικό αμερικανικό junk food, όχι όμως και από τα σκουπίδια, από έναν πραγματικό chef. Όσων τα «στομάχια» αντέχουν τα «βρώμικα», είναι υποψιασμένοι δηλαδή για το περιεχόμενο, δεν θα το μετανιώσουν, όσο για τους υπόλοιπους, μάλλον θα τους «πειράξει». Στο κάτω-κάτω, δεν προσποιείται κάτι άλλο από αυτό που είναι στην πραγματικότητα, απλώς είναι «ευπαρουσίαστο». Έχετε δει κάπου ή γευθεί gourmet «βρώμικο»;

Κλείνοντας, θα ήταν σημαντική παράλειψη να μην αναφέρουμε το βασικότερο σχόλιο του Nicolas Winding Refn για την ταινία, το οποίο είναι η ίδια η ταινία: ο αμερικανικός ανεξάρτητος κινηματογράφος υπάρχει και δεν επιθυμεί σε καμία περίπτωση να αφομοιωθεί από το Hollywood, διότι σε επίπεδο προσέγγισης, οπτικής και τεχνοτροπίας δοκιμάζει αυτό που δεν τολμά το Hollywood. Όπως ο «οδηγός»: αθόρυβος, παρασκηνιακός, μοναχικός, αποτελεσματικός, ψυχωμένος, με δύο λέξεις «Ήρεμη Δύναμη».

 

No related posts.