Ελληνοαλβανική συμφωνία προστατεύει τα «παιδιών των φαναριών»

Περίληψη: Παρουσίαση της συμφωνίας προστασίας των «παιδιών των φαναριών» και χρονικό του προβλήματος.

Ένα πολύ σημαντικό βήμα στον έλεγχο της παράνομης διακίνησης παιδιών μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας αποτελεί η πρόσφατη υπογραφή σχετικής συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών με σκοπό το συντονισμό της δράσης τους.

Αυτό που κάνει την εν λόγω συμφωνία ιδιαίτερα σημαντική είναι ότι για πρώτη ίσως φορά τίθεται ως στόχος η προστασία των θυμάτων και όχι απλά η δίωξη των εγκληματιών. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για παιδιά. Εξ’ ίσου αξιοσημείωτο είναι και το ότι η συμφωνία διασφαλίζει πλέον τη διακρατική συνεργασία μεταξύ αρχών, η οποία μέχρι πρότινος επαφιόταν στην καλή θέληση των αρμοδίων υπηρεσιών των δύο χωρών. Συνεχής συνεργασία υπήρχε μόνο μεταξύ μη κυβερνητικών οργανώσεων.

Το προσχέδιο παρουσιάστηκε στην ελληνική κυβέρνηση με αλβανική πρωτοβουλία το Μάιο του 2004 και τελικά υπογράφηκε πρόσφατα και από τα δύο μέρη, ενώ ακόμα πριν από την επίσημη υπογραφή του λειτούργησε ως κατευθυντήρια γραμμή για τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες των δύο χωρών.

«Η συμφωνία αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα προς τη δημιουργία ενός θεσμικού πλαισίου αντιμετώπισης του προβλήματος, κάτι που είναι ουσιαστικά ανύπαρκτο. Η παρουσία προγραμμάτων, όπως το TR.A.C.T (Transnational Action Against Child Trafficking – Διεθνική Δράση Ενάντια στη Διακίνηση Παιδιών) δε συνιστά σε καμία περίπτωση θεσμό», τονίζει χαρακτηριστικά η κ. Θεοφιλίδη Ντίνα, μέλος της μη κυβερνητικής οργάνωσης «Άρσις», η οποία ασχολείται με την παράνομη διακίνηση παιδιών από την Αλβανία στην Ελλάδα και την εκμετάλλευσή τους.

Το σχέδιο συνεργασίας έχει ενσωματώσει πλήθος εργαλείων προάσπισης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σε σχετικές διεθνείς συνθήκες, όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (1950), η Διεθνής Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού (1989), η Σύμβαση για την Εξάλειψη Κάθε Μορφής Διακρίσεων κατά των Γυναικών (1979) και η Σύμβαση 182 της Διεθνούς Οργάνωσης σχετικά με τις Χείριστες Μορφές Παιδικής Εργασίας (1999). Ακόμα, οι διμερείς υποχρεώσεις βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στις κατευθυντήριες γραμμές της UNICEF για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Ιδιαίτερη μέριμνα λαμβάνεται ώστε να εξυπηρετείται το καλύτερο συμφέρον του παιδιού. Αυτό γίνεται με την υποχρέωση των συμβαλλόμενων μερών να λάβουν υπ’ όψιν τους και τη βούληση του παιδιού, ανάλογα πάντα με την ηλικία και την ωριμότητά του. Επίσης, εξαιρετικά σημαντική θεωρήθηκε και η απελευθέρωση του παιδιού από το καθεστώς εκμετάλλευσης και η φιλοξενία του σε ασφαλές περιβάλλον. Το κείμενο του σχεδίου συνεργασίας αναφέρεται σε κέντρα φιλοξενίας, καθώς η εύρεση ανάδοχων οικογενειών είναι εξαιρετικά δύσκολη.

Τέλος, η συμφωνία διασφαλίζει την ενσωμάτωση του παιδιού στη χώρα η οποία εξυπηρετεί καλύτερα το συμφέρον του με ευθύνη αυτής της χώρας. Η επιστροφή στην οικογένεια δεν είναι πάντα υποχρεωτική, σε περίπτωση που δεν αποτελεί επιθυμία του παιδιού και δεν εξασφαλίζει την ευημερία του.

Ιστορικό του προβλήματος – Αποτελέσματα

Το πρόβλημα της παράνομης διακίνησης παιδιών έχει τις ρίζες του στις αρχές της δεκαετίας του `90 μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του Ανατολικού μπλοκ. Παρουσιάστηκε με τη μορφή έντονης κίνησης παιδιών, κυρίως από την Αλβανία προς την Ελλάδα, με τη συνοδεία συνήθως τρίτων. Τα παιδιά προέρχονταν τις περισσότερες φορές από φυλές Ρομ της Αλβανίας. Λόγω οικονομικής ανέχειας, αλλά και νοοτροπίας, συχνά «νοικιάζονταν» σε τρίτους, οι οποίοι τα έφερναν στην Ελλάδα με σκοπό την οικονομική εκμετάλλευση, εν αγνοία συχνά των γονέων για την ακριβή φύση της εργασίας που αναλάμβαναν.

Η πρώτη έκφανση του φαινομένου ήταν τα λεγόμενα «παιδιά των φαναριών». Στην πορεία το φαινόμενο υπέστη μεταλλάξεις, με κυριότερη την απομάκρυνση από τα φανάρια και την επικέντρωση στην πώληση διάφορων μικροπραγμάτων σε χώρους αναψυχής κ.τ.λ. Άλλη σημαντική αλλαγή υπήρξε το ότι η έλευση με τους γονείς ήταν πλέον πιο συχνή. Τις περισσότερες φορές επρόκειτο για οικογένειες λαθρομεταναστών, οι οποίες στη συνέχεια προσπαθούσαν να επιτύχουν τη νομιμοποίησή τους.

Από το 2001 και μετά το πρόβλημα υποχωρεί αρκετά χάριν κυρίως στις προσπάθειες μη κυβερνητικών οργανώσεων. Μια μικρή ένταση παρατηρήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον περασμένο Σεπτέμβρη, αλλά το πρόβλημα σε γενικές γραμμές αντιμετωπίζεται. «Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το ότι το πρόγραμμα TR.A.C.T. λειτουργεί στη Θεσσαλονίκη αδιάλειπτα εδώ και τρία χρόνια, καθώς έτσι καθίσταται περισσότερο αποτελεσματικό. Στην Αθήνα που λειτούργησε για ένα μόλις εξάμηνο δεν υπήρξαν σημαντικά αποτελέσματα», υποστηρίζει η κ. Θεοφιλίδη και αναφερόμενη στη δράση των αρχών συνεχίζει «Ενώ υπάρχει όλη η καλή διάθεση για βοήθεια τα πράγματα σκοντάφτουν στο ελαστικό νομικό πλαίσιο, όσον αφορά την εκμετάλλευση από την οικογένεια. Η ανώτερη ποινή σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι έξι μήνες, ενώ συχνά, ακόμα κι αν μια υπόθεση καταφέρει να φτάσει στον εισαγγελέα δεν επιτυγχάνονται σπουδαία πράγματα».

Από πλευράς μη κυβερνητικών οργανώσεων, με το πρόβλημα ασχολείται κυρίως η «Άρσις», μέσω του προγράμματος TR.A.C.T. και σε συνεργασία με την ελβετική Terre des Hommes (T.D.H.), η οποία διατηρεί αποστολή στην Αλβανία. Η συνεργασία γίνεται κυρίως με την ανταλλαγή πληροφοριών, την εύρεση εγγράφων, την ενσωμάτωση κατά την επιστροφή και την παρακολούθηση ώστε αυτή να είναι κατά το δυνατόν επιτυχημένη.

Το πρόγραμμα αυτό περιλαμβάνει την καταγραφή του προβλήματος με τη διεξαγωγή κοινωνικής εργασίας στο δρόμο και την προσπάθεια οικοδόμησης σχέσης εμπιστοσύνης αρχικά με το παιδιά και σε συνέχεια με την οικογένεια, ώστε έπειτα να μπορέσει να υπάρξει παρέμβαση. Έπειτα ακολουθεί στήριξη της οικογένειας (υλική και διοικητική) και προσπάθεια καλλιέργειας της αντίληψης ότι το παιδί δεν πρέπει να δουλεύει. Το τελευταίο στάδιο του προγράμματος είναι η προσπάθεια ενσωμάτωσης – του γονέα στην αγορά εργασίας και του παιδιού σε ένα σχολείο.

Αυτό το τελευταίο στάδιο είναι ίσως και το δυσκολότερο. Κατά την προσπάθεια εγγραφής των παιδιών σε ελληνικά σχολεία τα προβλήματα είναι πολλά και όχι μόνο διοικητικά (π.χ. έλλειψη απαιτούμενων εγγράφων). Συχνά υπάρχει εχθρική αντιμετώπιση από συλλόγους γονέων και κηδεμόνων, καθώς και από ορισμένους διευθυντές, οι οποίοι προφασιζόμενοι υπερβολική προσήλωση στο γράμμα του νόμου προβάλλουν νομικά κωλύματα ως δικαιολογίες. Δε λείπουν πάντως και τα παραδείγματα αρμονικότατης συνεργασίας.

Η σημαντικότερη ίσως πτυχή της ένταξης σε ένα σχολείο είναι η μετέπειτα παρακολούθηση της φοίτησης. «Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο για το παιδί να εγγράφεται σε ένα σχολείο και μετά από ένα μικρό διάστημα να εγκαταλείπει για διάφορους λόγους τη φοίτηση. Εδώ έγκειται η συνεργασία μας με την «Άρσις» και  με τους διευθυντές των σχολείων», δηλώνει η κ. Μυλωνά Ζαφειρούλα, προϊσταμένη του 4ου Γραφείου Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Ανατολικής Θεσσαλονίκης και, ως εκ τούτου, υπεύθυνη για την επίλυση προβλημάτων που προκύπτουν κατά την εγγραφή των παιδιών στα σχολεία.

Τα αριθμητικά δεδομένα πάντως από το Σεπτέμβριο 2003 μέχρι τα τέλη του 2005 είναι αρκετά ενθαρρυντικά: σύμφωνα με στοιχεία της «Άρσις», στην περιοχή της Θεσσαλονίκης 57% των παιδιών σημειώνουν κανονική παρακολούθηση στο σχολείο, 29% μη κανονική, ενώ μόλις ένα ποσοστό 14% εγκατέλειψε τη φοίτηση. Αυτό δείχνει ξεκάθαρα ότι το πρόγραμμα έχει αρκετή επιτυχία.

Η υπογραφή αυτής της διμερούς συμφωνίας αποτελεί λοιπόν ένα σημαντικό βήμα ενίσχυσης από τους κρατικούς φορείς της προσπάθειας που γίνεται για την προστασία και ενσωμάτωση στην ελληνική κοινωνία των παιδιών – θυμάτων εκμετάλλευσης  Καλύπτει ένα μεγάλο κενό στη διακρατική συνεργασία για την επίλυση ενός ιδιαίτερα σημαντικού προβλήματος που ανακύπτει εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία μεταξύ των δύο χωρών.

Ηλίας Παπαδόπουλος
eliasdark@gmail.com

No related posts.