ROMANZO CRIMINALE

Περίληψη: Ιστορικό πλαίσιο της ταινίας, εξέταση από τεχνικής σκοπιάς και αναφορά στους συντελεστές

Υπόθεση : Τρεις παιδικοί φίλοι μικροκακοποιοί, ο Libano (Pierfrancesco Favino), ο Freddo (Kim Rossi Stuart) και ο Dandi (Claudio Santamaria), αποφασίζουν να εισέλθουν στο οργανωμένο έγκλημα και να κυριαρχήσουν καθολικά στον υπόκοσμο της Ρώμης. Η αρχή γίνεται στα μέσα της δεκαετίας του ’70 με την απαγωγή και τη δολοφονία του “βαρόνου” Rosellini. Η μετέπειτα εξέλιξη τους είναι μεθοδική, καθώς η συμμορία συνδέεται στενά με τη σικελική Μαφία, τις κρατικές μυστικές υπηρεσίες αλλά και με νεοφασιστικές τρομοκρατικές οργανώσεις. Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι να φτάσουν σε σύντομο χρονικό διάστημα να διοικούν ολόκληρη τη Ρώμη, από τις αρχές του 1980 μέχρι και το 1990. Παράλληλα, τις ενέργειες τους παρακολουθεί από κοντά ο αστυνομικός Nicola Scialoja (Stefano Accorsi), ο οποίος αντιλαμβάνεται από την αρχή τη δύναμη της συγκεκριμένης ομάδας…

Ιστορικό Πλαίσιο

Με φόντο τη Ρώμη στη δύση των ’70s και στο λυκαυγές των ’80s, το Romanzo Criminale μας ξεναγεί στο σκοτεινό χώρο του εγκλήματος. Παράλληλα με τη δράση των ηρώων, παρακολουθούμε και μερικά από τα σημαντικότερα ιστορικά και κοινωνικοπολιτικά γεγονότα που σημάδεψαν ολόκληρη την Ευρώπη εκείνη την περίοδο. Κάτι αρκετά έξυπνο από τη μεριά των συντελεστών, να στήσουν κατά αυτό τον τρόπο την ταινία, και συνάμα δύσκολο. Ο συγκεκριμένος συνδυασμός βοηθάει ακόμα περισσότερο το θεατή να μπει στο κλίμα της εποχής που περιγράφει, δημιουργώντας την ανάλογη ατμόσφαιρα σε όλα τα επίπεδα (από το στυλ ντυσίματος και τη μουσική μέχρι τα πολιτικά ιδεώδη), οι ρυθμοί συμβαδίζουν απόλυτα, χωρίς να χαρακτηρίζονται αργοί ή καταιγιστικοί, με το τελικό αποτέλεσμα να τους δικαιώνει για την επιλογή τους από την αρχή μέχρι το τέλος. Από την άλλη, ένα μέρος του κοινού που δε γνωρίζει την ακριβή χρονολογική σειρά των συμβάντων ίσως «χαθεί» και προβληματιστεί λίγο, έχοντας την εντύπωση πως το ρολόι… κάπου «κόλλησε», αλλά και πάλι δεν μπορεί να καταλογιστεί αυτό ως ατόπημα. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να μην παρακολουθεί την ιστορία της Ιταλίας, αφού πρόσωπα και καταστάσεις υπήρξαν στην πραγματικότητα. Ας μην ξεχνάμε λοιπόν, ότι πρόκειται για την υπόθεση της Banda della Magliana, η οποία στο ξεκίνημα της κυριάρχησε στην αγορά της ηρωίνης, ενώ στη συνέχεια προστατεύθηκε χάρη στις πολιτικές διασυνδέσεις των μελών της.

Περνώντας στη δομή της ταινίας, η οποία χωρίζεται έξυπνα σε τρία κεφάλαια (ο χαρακτηρισμός ενότητες είναι λανθασμένος), με βάση τις ηγετικές μορφές της ομάδας. Η πρώτη (Il Libano), ουσιαστικά ξεκινά το 1975 και λήγει κάπου στα τέλη του 1980 με τη δολοφονία του Libano, όπου η Ιταλία ζει μια από τις εντονότερες στιγμές της πρωτίστως σε κοινωνικό επίπεδο, και λιγότερο σε πολιτικό: είναι η δολοφονία του Aldo Moro, προέδρου του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες το 1978. Ο μύθος των τρομοκρατικών οργανώσεων έχει εδραιωθεί για τα καλά και οι κυβερνήσεις δείχνουν ανίκανες να πάρουν τα κατάλληλα μέτρα για την εξάλειψη του κινδύνου. Τις κρίσιμες και δύσκολες ώρες που περνά η χώρα, φροντίζει να τις εκμεταλλευτεί με τον καλύτερο τρόπο η Μαφία. Αμέσως μετά διαδέχεται ο Freddo, του οποίου η άνοδος στις τάξεις γίνεται αντιληπτή από τη στιγμή της βομβιστικής επίθεσης στο σιδηροδρομικό σταθμό της Bologna, όπου και παρευρίσκετο, και κυριαρχεί μέχρι τη σύλληψη ολόκληρης της ομάδας, πλην του Dandi λόγω ανεπάρκειας στοιχείων, το 1984. Οπότε και ο Dandi αναλαμβάνει την αρχηγία, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία σε σχέση με τους προηγούμενους, κάτι που οφείλεται στην υπεροψία και τα πάθη του, με αποτέλεσμα να δυσαρεστήσει αρκετούς συναδέλφους του και να δολοφονηθεί από ένα μέλος το 1988. Tο κομμάτι κλείνει με αναφορές στην πτώση του τείχους του Βερολίνου και τη δολοφονία του Freddo στη Ρώμη, από την οποία δραπέτευσε τα προηγούμενα χρόνια με τη βοήθεια του Dandi και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, φέρνοντας το 1990 στην επιφάνεια αρκετά στοιχεία που θα βοηθούσαν στη σύλληψη δικαστικών και πολιτικών. Τα στόματα που θα ομολογούσαν όμως έκλεισαν πρόωρα.

Με την παραπάνω αναδρομή στα «πέτρινα χρόνια» της Ιταλίας γίνονται εμφανή όλα τα προβλήματα που ταλάνιζαν τη χώρα. Ο φόβος, η αβεβαιότητα για το μέλλον, η τρομοκρατία, οι ανεπαρκείς πολιτικές, και γενικά το ταραχώδες κοινωνικό κλίμα, κάνουν διάχυτη την παρουσία τους στο κοινό, αφήνοντας έντονα τη σφραγίδα τους. Είναι από τις λίγες φορές στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο που δοκιμάζουν να μιλήσουν ανοιχτά και με σαφήνεια για το συγκεκριμένο θέμα. Τα μηνύματα περί φιλίας και συνοχής μεταξύ μαφιόζων είναι χαρακτηριστικά (για παράδειγμα, η ατάκα του μεγάλου Terribile όταν σταματάει να δουλεύει το ρολόι του: «Δώρο από φίλο, τι περιμένεις;»), όπως και η πτώση από τις υψηλές θέσεις της εξουσίας («Θα παραιτηθώ ένα λεπτό πριν το μεγάλο σεισμό, με αξιοπρέπεια»). Επίσης γίνεται έμμεση αναφορά και στα επόμενα δίσεκτα πολιτικά έτη της δεκαετίας του 1990, όταν ο Freddo επιστρέφει στη Ρώμη και σχολιάζει το ομιχλώδες τοπίο από το αυτοκίνητο.

Η διαφθορά είναι παρούσα σε όλα τα κλιμάκια, μέχρι και στον φαινομενικά αδέκαστο Scialoja. Κανένας από τους ήρωες δεν αφήνει περιθώρια συμπάθειας, με στυγνούς δολοφόνους και λοιπούς διεφθαρμένους έχουμε να κάνουμε.

Τεχνική Σκοπιά

H ταινία είναι εξαιρετικά άρτια από όλες τις απόψεις. Η πλοκή έρχεται σε πλήρη αρμονία με τον ιστορικό χάρτη, η φωτογραφία αγγίζει το άριστα, η μουσική επένδυση ξεχωρίζει εξίσου με κομμάτια που αντιπροσωπεύουν επάξια τις περιόδους που περνούν, από τη χρυσή εποχή της disco και φυσικά πολλές ιταλικές επιτυχίες. Η σκηνοθετική προσέγγιση του Michele Placido από την άλλη δείχνει εμφανώς κατώτερη των περιστάσεων. Λείπει το νεύρο, δεν δείχνει και τόσο εμπνευσμένη και εν τέλει είναι μέτρια. Στον αντίποδα τώρα οι ερμηνείες τόσο των πρωταγωνιστών, όσο και των βοηθητικών ρόλων. Έχοντας συγκεντρώσει ένα ικανότατο cast επιβεβαιώνονται οι υψηλές προσδοκίες. Ο Pierfrancesco Favino (Libano), αν και αρχικά δείχνει κάπως τυποποιημένος και ολίγον Αμερικανός, δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία με νεύρο, πλάθοντας έτσι την πλέον αντιπαθητική (πιθανόν) φιγούρα της ταινίας.

Ο Kim Rossi Stuart απλά εξαιρετικός. Ο χαρακτήρας του Freddo είναι άκρως καλοδουλεμένος και δίνει το στίγμα της εποχής: συγκρατημένος, προβληματισμένος, με συγκεχυμένα πολιτικά ιδεώδη, αλλά ξεκάθαρους στόχους που δεν είναι πάντα εφικτοί.

Αρκετά αποτελεσματικός και ο Claudio Santamaria, στο ρόλο του Dandi. Ένας χαρακτήρας φιλόδοξος, επιρρεπής στις κολακείες, παρασύρεται εύκολα από το ρεύμα της εποχής και ιδιαίτερα παρορμητικός αλλά μονίμως με σκυμμένο το κεφάλι δίχως να το παραδέχεται (χαρακτηριστική η σκηνή που σε μια συμπλοκή με αστυνομικούς δεν πυροβολεί για τους άλλους, αλλά «το βάζει στα πόδια»).

Ο έτερος (και κατά τι νεότερος) της παρέας, μαφιόζος – κομπάρσος – παρατηρητής στην ουσία, Nero, που υποδύεται λίαν ικανοποιητικώς ο Riccardo Scamarcio πείθει και επιβεβαιώνει το χαρακτηρισμό πολλών ως «μια από τις μεγαλύτερες ελπίδες του ιταλικού κινηματογράφου για την επόμενη πενταετία».

Πολύ καλός και ο χαρακτήρας του Scialoja, του μπάτσου που κινείται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, που ενσαρκώνει ο Stefano Accorsi. Μπορούσε κάλλιστα να είναι πιο ανεπτυγμένος και πολυδιάστατος, αλλά ίσως έτσι να φωτιζόταν η αστυνομική και όχι η μαφιόζικη πλευρά του έργου. Μάλιστα, με το συγκεκριμένο σκηνοθέτη δεν αποκλείεται να μετέτρεπε την ταινία σε μια ακόμα ιστορία του επιθεωρητή Salvo Montalbano.

Οι γυναικείες παρουσίες (Anna Mouglalis, στο ρόλο της πόρνης – μόνιμης μνηστής του Dandi, Patrizia, και Jasmine Trinca, που υποδύεται τη Roberta, το κορίτσι του Freddo) κάνουν αίσθηση με τα κάλλη τους παρά με το χαρακτήρα τους, αν και αυτό ισχύει εμφανώς λιγότερο για την χαμηλών τόνων Roberta. Κι όμως, καταφέρνουν να κερδίσουν και οι δύο προβάλλοντας τα δύο διαφορετικά είδη γυναίκας μαφιόζου (κινηματογραφικού;) που έχουμε συναντήσει μέχρι τώρα (από τη μια η πόρνη που κάνει τα πάντα για να σώσει τον αγαπημένο της και τους φίλους του και από την άλλη η αφοσιωμένη σύζυγος που πάντα θα περιμένει υπομονετικά τον άντρα της). Κατά τα άλλα περνούν σχεδόν απαρατήρητες.

Εν κατακλείδι : Η ταινία διατηρεί και με το παραπάνω τα κεκτημένα. Χωρίς εκπλήξεις και ιδιαίτερες ανατροπές (πώς θα μπορούσε άλλωστε;), ακολουθώντας το δρόμο της πεπατημένης και προβλέψιμη για όσους γνωρίζουν, κατορθώνει να μη θυμίζει σε τίποτα τις αμερικανικές δημιουργίες των Coppola, Leone, Scorsese και De Palma, και να κερδίσει τη δική της θέση δίχως να απογοητεύει τους φίλους του συγκεκριμένου είδους. Γυναίκες, ναρκωτικά, χρήμα, εξουσία, δολοφονίες, δολοπλοκίες, τα καλύτερα αυτοκίνητα της εποχής, η «γοητεία» του μύθου της Μαφίας, δοσμένα όλα με μπόλικο λούστρο, συνθέτουν ένα πλήρες πακέτο, που συμπληρώνεται από ένα λαμπρό, όχι μόνο σε ονόματα, cast, με θαυμάσια ατμόσφαιρα και τους ανάλογους ρυθμούς, αλλά και καλό soundtrack, πείθοντας και με το παραπάνω ακόμα και τους πιο απαιτητικούς. Η σκηνοθεσία δυστυχώς δεν ακολουθεί το κατά τα άλλα επαρκές σύνολο, χωρίς όμως να χαλάει τη συνολικά καλή εικόνα. Με έναν πιο ταλαντούχο και ευρηματικό σκηνοθέτη στο τιμόνι ίσως και να ήταν μια από τις καλύτερες της περιόδου. Εάν σας άρεσαν οι «Νονοί», ο «Σημαδεμένος», το «Μια φορά και έναν καιρό στην Αμερική» και τα «Καλά Παιδιά» δεν υπάρχει περίπτωση να απογοητευτείτε.

Εάν πάλι όχι, καλύτερα να μην το δείτε διότι δεν θα το εκτιμήσετε αναλόγως.

ΧΩΡΑ / ΠΑΡΑΓΩΓΗ : ΙΤΑΛΙΑ – ΓΑΛΛΙΑ – ΑΓΓΛΙΑ ΓΛΩΣΣΑ : ΙΤΑΛΙΚΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ : 152΄

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ : Michele Placido
ΣΕΝΑΡΙΟ : Stefano Rulli – Sandro Petraglia – Michele Placido
ΜΟΥΣΙΚΗ : Paolo Buonvino
ΚΟΣΤΟΥΜΙΑ : Nicoletta Taranta
ΣΧΕΔ. ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ : Paola Comencini
ΕΙΔΙΚΑ ΕΦΦΕ : Claudio Napoli – Fabrizio Pistone

ΔΙΑΝΟΜΗ: Libano : Pierfrancesco Favino Freddo : Kim Rossi Stuart Dandi : Claudio Santamaria Nero : Riccardo Scamarcio Com. Scialoja :Stefano Accorsi Patrizia : Anna Mouglalis Roberta : Jasmine Trinca Φωνή : Toni Bertorelli Gigio : Roberto Infascelli Bufalo : Francesco Venditti Dany : Leslie Csuth Terribile : Massimo Popolizio

No related posts.