Τι συμβαίνει όταν σκοτώνουν έναν Βασιλιά;

Τι συμβαίνει όταν σκοτώνουν έναν Βασιλιά; Ποιος είναι ο πραγματικός ένοχος και πόσο αλήθεια είναι όλα όσα μαθαίνει ο λαός από τον Τύπο; Υπάρχουν κρυμμένα μυστικά που θα αποκαλυφθούν ή όλα θα παραμείνουν κρυφά; Και αν όλα αποκαλυφθούν ο λαός θα τα μάθει ή το πολίτευμα και η πολιτική είναι πάνω από όλα και όλους;

Το βιβλίο της Ερμιόνης Βλαχίδου αποτελεί ένα μυθιστόρημα, όπου σε μία φανταστική χώρα και έναν απροσδιόριστο χρόνο ο αναγνώστης μπορεί να βρει τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα και μέσα από τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών να καταλάβει τι μπορεί να συμβεί όταν ένας μονάρχης δολοφονείται.

Η Diana, η κόρη του Βασιλιά, ψάχνει μανιωδώς να βρει τον δολοφόνο του πατέρα της και ο Δημήτρης, ένας απλός πολίτης της χώρας, βρίσκεται ξαφνικά στη δίνη του κυκλώνα, με την πριγκίπισσα να τον κατηγορεί για συγκάλυψη. Μεταξύ τους ξεκινάει μία κόντρα και ένας άτυπος πόλεμος για την αλήθεια, με τον τρόπο, όμως, που ο καθένας την ορίζει αυτήν.

Η φυσιολογική καθημερινότητα του Δημήτρη διαταράσσεται αναπάντεχα όταν βοηθάει τον αδερφό του να δραπετεύσει, καθώς ο φόνος που διέπραξε ο τελευταίος αφορά τον ίδιο τον βασιλιά. Η Diana δεν μπορεί να αφήσει ατιμώρητο τον ένοχο και γι’ αυτό κάνει τα αδύνατα δυνατά ώστε να μάθει την αλήθεια. Ωστόσο, όσα ανακαλύπτει, μέσα από αυτήν την περιπέτεια, την κάνουν να καταλάβει ότι πολλές φορές τα φαινόμενα απατούν και ότι η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική από αυτό που βλέπει ο λαός. Η αντίδρασή της οδηγεί και τους δύο σε μια σειρά περιπετειών που τους αλλάζει ριζικά.

Η χώρα είναι τόσο διαφορετική μα και τόσο ίδια πραγματικές χώρες, που, πολλές φορές, πιστεύεις ότι την έχεις συναντήσει κάπου στον χάρτη. Οι ήρωες είναι πολύ όμορφα δοσμένοι και μπορείς από την αρχή να σχηματίσεις τη γνώμη σου μπαίνοντας στο «παιχνίδι» να μαντέψεις για το ποιος μπορεί να σκότωσε τελικά τον Βασιλιά και γιατί. Το πιο ωραίο κομμάτι του βιβλίου αφορά το γεγονός ότι η αφήγηση του γίνεται και από τις δύο πλευρές, πράγμα που βοηθάει τον αναγνώστη να σχηματίσει τη δική του άποψη. Ακόμη, κάθε κεφάλαιο κρύβει και μία έκπληξη, κάνοντάς τον να το διαβάζει χωρίς να κουράζεται.

Λίγα λόγια για την Ερμιόνη…

Η Ερμιόνη είναι απόφοιτη του τμήματος δημοσιογραφίας και Μ.Μ.Ε. και της αρέσει να ασχολείται με πολλά πράγματα, που μπορεί να είναι και διαφορετικά από το αντικείμενό της. Είναι λάτρης των ταξιδιών και της αρέσει πολύ η ιστορία. Τώρα κάνει το μεταπτυχιακό της στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και μας μιλάει για την απόφαση της να γράψει το πρώτο της βιβλίο…

-Πως σου ήρθε η ιδέα να γράψεις ένα βιβλίο;
Πάντα μου άρεσε να γράφω. Από τότε που με θυμάμαι έγραφα κείμενα με σκοπό αυτά να γίνουν κάποια στιγμή ένα βιβλίο. Ακόμα από την Ε’ Δημοτικού, είχαμε αποφασίσει με δύο άλλες φίλες μου ότι θα γράφαμε ένα βιβλίο όλες μαζί. Αυτό, βέβαια, δεν έγινε ποτέ και, μάλλον, καλύτερα, γιατί η ιστορία δεν πρέπει να ήταν και πολύ καλή. Οπότε, ιστορίες σκεφτόμουν και ξεκινούσα συνέχεια, το δύσκολο ήταν να μείνω συγκεντρωμένη σε μία για αρκετό καιρό, έτσι ώστε να την τελειώσω, αλλά σε αυτό, τώρα, βοήθησε η πανδημία.

-Πώς νιώθεις που έχει εκδοθεί το βιβλίο σου τελικά;
Είναι περίεργο να βλέπω εκτυπωμένο και με βιβλιοδεσία κάτι που έχω γράψει και ακόμα πιο περίεργο να το βλέπω σε βιβλιοπωλεία. Καθώς, όπως είπα, πάντα μου άρεσε να γράφω, είχα σκεφτεί στο παρελθόν τη στιγμή που θα έπαιρνα για πρώτη φορά το δικό μου βιβλίο, όποτε ήταν λίγο σουρεαλιστικό να το βλέπω να γίνεται πράξη και μου πήρε κάποιο χρόνο να συνειδητοποιήσω τι γίνεται, ίσως ακόμα να μην το έχω καταλάβει πλήρως.

-Πώς σκέφτηκες την ιδέα για αυτό το βιβλίο και πώς έχτισες την ιστορία του;
Έχει χρόνια που σκέφτηκα την ιστορία αυτή, έξι για την ακρίβεια, οπότε δεν θυμάμαι ακριβώς από πού μου ήρθε η έμπνευση. Γενικά, πάντως, όταν σκέφτομαι ιστορίες, απλώς μου έρχονται στο μυαλό σε άσχετο χρόνο, χωρίς να της έχει κινήσει κάτι στο περιβάλλον. Το όνομα της Diana θυμάμαι καλά από πού προέκυψε. Η ιδέα μου ήρθε στη Β’ Λυκείου, όπου είχαμε ένα κείμενο στα Λατινικά για την Άρτεμη και την Αθηνά και, τότε έμαθα, ότι το Diana είναι το αντίστοιχο λατινικό του Άρτεμις. Μου άρεσε ως πληροφορία και τη χρησιμοποίησα.

Γενικά, ο σκοπός μου ήταν, μέσω της ιστορίας της φυλάκισης, να αφήσω τους δύο πρωταγωνιστές να εκφραστούν και να μοιραστούν τις ιστορίες τους. Γύρω από αυτή τη σκέψη χτίστηκε και η ιστορία. Ο τρόπος που αποφάσισα να χτίσω το περιβάλλον τους ήταν για να εξυπηρετήσει αυτό το σκοπό. Αυτή ουσιαστικά είναι η καρδία της ιστορίας, οι δύο άνθρωποι, οι ζωές τους και οι λόγοι που έχουν διαμορφωθεί έτσι και αυτή την ιστορία ήθελα να πω.

-Στο βιβλίο σου δεν αναφέρεται πουθενά κάποιος τόπος ή κάποια χρονολογική στιγμή. Γιατί το επέλεξες αυτό;

Αν έβαζα την ιστορία σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, ακόμα και αν αυτός ο τόπος ήταν φανταστικός, θα έμπαινε αυτόματα σε ένα κοινωνικό και ιστορικό πλαίσιο, που όχι μόνο δεν θα προσέδιδε τίποτα στην ιστορία, αλλά θα έπαιρνε και από αυτή. Εκτός αυτού, λειτουργώντας σε ένα άχρονο και άτοπο περιβάλλον είχα την ελευθερία να κινήσω την ιστορία όπως ήθελα και πίστευα ότι ταίριαζε.

-Άρα και τα ονόματα των χαρακτήρων, ακολουθούν κάποια λογική που επιλέχθηκαν; Γιατί για παράδειγμα, αν και εξήγησες την επιλογή σου, το όνομα της Diana παραπέμπει στην γνωστή πριγκίπισσα Diana. Ήθελες να πετύχεις κάτι συγκεκριμένο με αυτήν την κίνηση;
Η αλήθεια είναι ότι το όνομα Diana εκεί παραπέμπει αυτόματα, αλλά, όπως εξήγησα, ήταν άλλος ο λόγος που το επέλεξα. Γενικά, επέλεξα κατά κύριο λόγο ονόματα που μου άρεσαν, χωρίς να έχουν απαραίτητα κάποια σημειολογική αξία. Ήθελα να μπερδέψω ελληνικά και ξένα ονόματα για να γίνει πιο έντονη η έλλειψη τόπου της ιστορίας. Επιπλέον, ήθελα τα άτομα των υψηλότερων τάξεων να έχουν ξένα ονόματα και αυτά των κατώτερων ελληνικά για να γίνει πιο έντονο το σχίσμα μεταξύ τους. Θα μπορούσα να έκανα και το αντίθετο με τους πρώτους να έχουν ελληνικά και τους δεύτερους ξένα, αλλά, λόγω της Diana, που ήθελα να είναι αυτό το όνομα της πρωταγωνίστριας, τα πράγματα πήγαν αλλιώς.

-Ποιος ήταν ο πρώτος χαρακτήρας που δημιούργησες;
Πρώτα σκέφτηκα την Diana. Μου είχε έρθει η ιδέα μίας πριγκίπισσας που μένει αποκομμένη από την κοινωνία στο δωμάτιο του παλατιού της, μένει ξύπνια τα βράδια και κάθεται και σκέφτεται. Και τι θα γινόταν αν ένα τέτοιο βράδυ ξαφνικά της ανακοίνωναν ότι κάποιος δολοφόνησε τον πατέρα της, τον Βασιλιά; Πώς θα άλλαζε η ζωή της; Και μετά από αυτό, άρχισα να εξελίσσω την ιστορία στο μυαλό μου.

-Διαβάζοντας το βιβλίο σου παρατήρησα ότι πουθενά δεν περιγράφονται οι εμφανίσεις των χαρακτήρων και έτσι τους φανταζόμουν αρκετά διαφορετικούς από αυτούς που φαντάζονταν άλλα άτομα που διάβασαν το ίδιο βιβλίο. Γιατί αποφάσισες να χρησιμοποιήσεις αυτήν την τεχνική;
Αν και στην αρχή είχα σκεφτεί να περιγράψω την εμφάνιση των δύο πρωταγωνιστών, τελικά αποφάσισα το ότι αν η Diana ήταν ξανθιά ή μελαχρινή δεν θα προσέδιδε κάτι στην ιστορία. Αντίθετα, με αυτό τον τρόπο ο αναγνώστης μπορεί να φαντάζεται τους χαρακτήρες όπως εκείνος θέλει, που νομίζω ότι είναι και ενδιαφέρον, καθώς ο καθένας, ανάλογα με τα βιώματα του, θα φαντάζεται ένα διαφορετικό άτομο. Γενικά, προσπάθησα να περιορίσω τις περιγραφές μόνο σε αυτές που πίστευα ότι ήταν χρήσιμες στην πλοκή και την ανάπτυξη των χαρακτήρων.

Όσον αφορά τις περιγραφές, νομίζω ότι αν και το “show don’t tell” είναι κυρίως του κινηματογράφου είναι χρήσιμο και στη συγγραφή. Είναι καλύτερο να γνωρίσεις έναν χαρακτήρα μέσα από τις πράξεις και τις σκέψεις του, παρά να σου πει κάποιος ότι αυτός είναι έτσι και έτσι. Είναι και περισσότερο ρεαλιστικό, εξάλλου, καθώς και στη καθημερινή ζωή, δεν γνωρίζουμε τους ανθρώπους με το να μας λένε ότι εγώ είμαι αυτό, αλλά τους μαθαίνουμε μέσω της συμπεριφοράς και των κινήσεων τους.

-Και οι τεχνικές της αφήγησης του κειμένου, όμως, διαφέρουν ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές. Αυτό πώς το ερμηνεύεις;
Οι αφηγήσεις που χρησιμοποίησα ήταν δύο, καθώς αυτή της Diana είναι σε τρίτο πρόσωπο, με παντογνώστη αφηγητή, και αυτή του Δημήτρη σε πρώτο πρόσωπο, όπου αφηγείται ο ίδιος την ιστορία του. Οι λόγοι που αποφάσισα να το κάνω με αυτόν τον τρόπο είναι δύο. Ο πρώτος είναι τεχνικός, καθώς, έτσι, αμέσως ξεχωρίζεις ποιος από τους δύο αφηγείται. Ο δεύτερος έχει να κάνει με τον χαρακτήρα τους. Ο Δημήτρης είναι πιο ανοιχτός, συναισθηματικός και δοτικός χαρακτήρας και η πρωτοπρόσωπη αφήγηση του σε κάνει να αισθάνεσαι πιο κοντά σε αυτόν και τα προβλήματα του. Από την άλλη, η Diana αρχικά εμφανίζεται απόμακρη, αδιάφορη και κρατάει τις αποστάσεις από τους γύρω της, πράγμα το οποίο γίνεται πιο έντονο με μία τριτοπρόσωπη αφήγηση, καθώς δεν μοιράζεται η ίδια τις σκέψεις της μαζί μας, αλλά τις μαθαίνουμε μέσω ενός τρίτου.

-Πόσο καιρό σου πήρε να γράψεις το βιβλίο σου;
Η συγγραφή, ουσιαστικά, πήρε περίπου έναν μήνα, αλλά καθώς, όπως είπα, είναι μία ιστορία που είχα στο μυαλό μου καιρό τώρα, είχα πολύ καιρό να την πλάσω κατάλληλα και να ξέρω πώς θέλω να κινηθεί. Υπήρχαν ακόμα και σκηνές που είχα γράψει καιρό πριν και που της χρησιμοποίησα με αλλαγές και τώρα. Οπότε, εξαρτάται από πότε ξεκινάει να μετράει το ρολόι, από τη σύλληψη της ιδέας ή από την αρχή της συγγραφής;

-Σκέφτεσαι να δημιουργήσεις ένα sequel για αυτό το βιβλίο, ή έστω να γράψεις κάποιο ακόμα, ή το ταξίδι σταματά εδώ;
Δεν νομίζω ότι θα σταματήσω ποτέ να γράφω ή, τουλάχιστον, έτσι ελπίζω, είτε πρόκειται για έργα με σκοπό την έκδοση τους είτε όχι. Ούτε αυτό, εξάλλου, είχε αρχικό σκοπό να εκδοθεί, προέκυψε στην πορεία. Για αυτό το βιβλίο, προς το παρόν, δεν προβλέπεται κάποιο sequel, αλλά έχω σκεφτεί ιδέες για ένα άλλο βιβλίο, που θα αποτελείται από αυτοτελής ιστορίες και θα ανήκει στον χώρο του φανταστικού.
_______
Ερμιόνη, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τις απαντήσεις σου. Με τη σειρά μου σου εύχομαι να συνεχίσεις να γράφεις ιστορίες και να τις μοιράζεσαι μαζί μας, αφού είναι κάτι που αγαπάς πολύ και σε γεμίζει.
Αν σας αρέσουν, λοιπόν, τέτοιου είδους βιβλία, το «Όταν σκοτώνουν έναν Βασιλιά» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΕΛΚΥΣΤΗΣ και μπορείτε να το αποκτήσετε είτε διαδικτυακά είτε από κάποιο βιβλιοπωλείο.

No related posts.