Λογοτεχνία και Μοτοσικλέτα

Σύμβολα, μηνύματα και προβληματισμοί

Κι όμορφα αγόρια, πιο περιποιημένα απ’ τα κορίτσια, χτενισμένα στα κομμωτήρια, κι αυτά ντυμένα παράξενα, πολύχρωμα, με μακριά κίτρινα ή κόκκινα κασκόλ, ξαναμμένοι και κουρασμένοι από μία πρατραβηγμένη ένταση, κομψοί από μία επιδιωγμένη ατημελισιά, αυτοί που τους λένε καμικάζι ή Χούλιγκανς, παιδιά της μοτοσικλέτας, […], ξαφνιασμένα από τον εαυτό τους, κι απ’ όλα, φασαριόζοι από την πολλή σιωπή που κατακάθιζε μέσα τους, λάτρες της ταχύτητας, πιθανόν σε αντιστοιχία με την άγνωστη ταχύτητα μέσα τους.

 

Γιάννης Ρίτσος

«Ίσως να ‘ναι κι έτσι»

Ο πρώτος μοτοσικλετιστής της λογοτεχνίας, το 1938, ήταν ο «Γιουγκερμαν» του Μ. Καραγάτση. Ωστόσο, αυτοτελή κείμενα για μοτοσικλέτες έχουμε μετά το 1970. Διάφοροι λογοτέχνες, πεζογράφοι, ποιητές εμπνεύστηκαν από το δίτροχο και το πρόσθεσαν στα κείμενα τους. Άλλοι έκαναν πρωταγωνιστή τον Καβαλάρη και άλλοι την ίδια την μοτοσικλέτα. Άλλοι θέλησαν να περάσουν ένα μήνυμα μέσω της μοτοσικλέτας, άλλοι να αναδείξουν ζητήματα και άλλοι χρησιμοποίησαν τη μοτοσικλέτα ως σύμβολο.

Στο μυθιστόρημα του Νίκου Νικολαΐδη, «Οργισμένος Βαλκάνιος», η μοτοσικλέτα δεν συνδέεται σε κανένα σημείο με τον θάνατο, τον κίνδυνο και το ατύχημα, αλλά ούτε και με τον εθισμό, όπως τα συνδέουν άλλοι συγγραφείς. Ο Νικολαΐδης χρησιμοποιεί τη μοτοσικλέτα ως ένα μέσο, με το οποίο ο ήρωας του μπορεί να ξεφύγει και να λυτρωθεί από τις δύσκολες μέρες του 1967. Με παρόμοιο τρόπο, παρουσιάζεται και στην προσωπική μαρτυρία του Χρήστου Μπρατάκου, «ΜΑΤ, οι κρανιοφόροι», όπου ο Χρήστος, στην αντίδρασή του στις ενστάσεις του αδερφού του να μπει στα ΜΑΤ, εκτονώνεται σε μία πρόχειρη, χωμάτινη πίστα μοτοσικλετιστών. Η επιλογή του να εκτονωθεί σε μία πίστα και όχι να μπερδευτεί στον αυτοκινητόδρομο, κάνοντας σούζες, δείχνει και ωριμότητα, την οποία απαιτείται να έχει ένας μοτοσικλετιστής.

Ωστόσο, η τέχνη τροφοδοτείται και από τα ατυχήματα με τις μοτοσικλέτες. Το πλήθος των ατυχημάτων αποτελεί μία ακατέργαστη ύλη για τον τεχνίτη του λόγου. «Η Βέσπα», του Τριαντάφυλλου Πίττα, είχε θέμα ατύχημα με μοτοσυκλέτα. Επίσης, θάνατο με μοτοσικλέτα πραγματεύεται το βιβλίο του Βασίλη Κατσικονούρη, «Το μπουφάν της Χάρλεϊ», αλλά και το πεζό του Μιχάλη Φακίνου, «Αυτοκίνητο Φάντασμα».

Σε πολλά από τα κείμενα της λογοτεχνίας, ο μοτοσικλετιστής παρουσιάζεται ως ένα πρόσωπο, όχι και πολύ καθαρό. Για παράδειγμα, στο διήγημα του μοτοσικλετιστή Δημήτρη Βάρσου, «Με την άδεια του ήρωα», ο πρωταγωνιστής είναι ανακατεμένος με υποθέσεις του υπόκοσμου. Όσο τυχαίο και να φαίνεται, είναι και κάτοχος μοτοσικλέτας. Το ίδιο συμβαίνει και στο διήγημα του Μάκη Μηλάτου, «Σπινταριστό μοτεροκεφαλογράφημα», όπου οι ήρωες-μοτοσικλετιστές, φαίνεται να είναι βίαιοι και η κάθε τους πράξη αποτελεί πρόκληση για αναμέτρηση.

Η μοτοσικλέτα παρουσιάζεται και στο διήγημα «Χελιδόνι», του μοτοσικλετιστή Στέφανου Ιωαννίδη, δίνοντας, αυτήν τη φορά, κοινωνικά μηνύματα. Η πλοκή έχει να κάνει με έναν ανάπηρο λογιστή, του οποίου το μεταφορικό μέσο είναι μοτοσικλέτα. Ο Ιωαννίδης εμπλέκει με τόσο φυσικό τρόπο τη μοτοσικλέτα στο διήγημά του που σχεδόν περνάει απαρατήρητο το γεγονός ότι την οδηγεί κάποιος που είναι καθηλωμένος σε καρότσι.

Η νουβέλα του μοτοσικλετιστή Γιάννη Ρεμούνδου, «Το σελοτέιπ δεν αντέχει στην υγρή νύχτα», θίγει μία φοβία που έχουν πολλοί μοτοσικλετιστές και, ίσως, και τον κίνδυνο του νυχτερινού οδηγήματος. Ο μοτοσικλετιστής του Ρεμούνδου, σε κάποιο σημείο, εκφράζει αυτήν τη φοβία λέγοντας: «Δεν μου αρέσει να οδηγώ τη νύχτα, αλλά αυτό είναι ένα δικό μου πρόβλημα. Η νύχτα μου δημιουργεί ένα αίσθημα τρέλας».

Στο διήγημα της Άννας Δαμιανίδη, «Μικρός θάνατος και ανάσταση», έχουμε την παρουσία μιας μοτοσικλετίστριας. Έμμεσα είναι και αυτό ένα σύμβολο ότι οι μοτοσικλετιστές δεν είναι πάντα γένους αρσενικού. Η πρωταγωνίστρια είναι μία γυναίκα που απολαμβάνει την οδήγηση της μοτοσικλέτας και παίρνει χαρά κάθε φορά που προσπερνάει κάποια λακκούβα.

Παρατηρούμε ότι ακόμα και οι μοτοσικλετιστές που έγραψαν λογοτεχνία με θέμα την μοτοσικλέτα δεν θέλησαν να δώσουν κάποιο «πειστικό λόγο» στους πολέμιούς της, για να είναι υπέρ της. Αντίθετα, στην περίπτωση του Δημήτρη Βάρσου στο κείμενο, «Με την άδεια του ήρωα», ο πρωταγωνιστής είναι ανακατεμένος με υποθέσεις του υπόκοσμου. Ένας μοτοσικλετιστής, γράφοντας, μπορεί να αναδείξει ζητήματα που απασχολούν τους μοτοσικλετιστές και να μπει πιο εύκολα στο «πετσι του ρόλου», όπως συμβαίνει με τον Γιάννη Ρεμούνδο.

Μηνύματα, σύμβολα και ανάδειξη ζητημάτων είναι αυτά που προβάλλονται μέσα σε ένα δείγμα ελληνικής λογοτεχνίας που ασχολείται στην πλοκή της με τη μοτοσικλέτα. Η μοτοσικλέτα είναι ένα πολύπλοκο όχημα, τόσο στην οδήγηση όσο και στην διαχείρισή του ως αντικείμενο δημιουργίας. Η τέχνη, για ακόμα μία φορά, εμπνεύστηκε από τη μοτοσικλέτα και προσέφερε στο κοινό της μικρά διαμαντάκια, κατάλληλα για μοτοσικλετιστές και μη.

Η τέχνη, και στη συγκεκριμένη περίπτωση η λογοτεχνία, επιτέλεσε ένα έμμεσο έργο σε όλες τις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν. Παρουσίασε τις καταστάσεις με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην θίγει και να μην κατατάσσει όλους τους μοτοσικλετιστές σε μία κατηγορία. Έτσι και αλλιώς, ο κάθε μοτοσικλετιστής είναι μία κατηγορία μόνος του!

No related posts.