«Ο Ταχυδρόμος»

Διαβάζοντας τον «Ταχυδρόμο», του Γιώργου Παπαδάκη, πίστευα ότι δεν είναι δυνατόν κάποιος να νυμφευθεί χωρίς να έχει δει το πρόσωπο της γυναίκας με την οποία θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του. Και, όντως, αν το δει κανείς με τη σημερινή ματιά, μπορεί να φαίνεται εξωπραγματικό και θα το πρώτο που θα σκεφτεί είναι ότι πρόκειται για αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα, όμως σε συνέντευξή του, ο ίδιος αναφέρει ότι το μυθιστόρημα έχει βασιστεί σε κάποιο πραγματικό γεγονός.

Η ιστορία του βιβλίου διαδραματίζεται σε ένα χωριό της Κρήτης, στα περίχωρα του Ρεθύμνου τη δεκαετία του ’50 – ’60. Μία κοινωνία περίκλειστη, άκρως συντηρητική, με πατροπαράδοτα έθιμα και αυστηρά ηθικούς κανόνες, που ρυθμίζουν τις ζωές των κατοίκων. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας ταχυδρόμος, ο Αλέξιος Δαφέρμος. Ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, φιλήσυχος και χαμηλών τόνων, ο οποίος προσπαθεί να ημερεύει τις εσωτερικές του θύελλες, ενώ αναγκάζεται από τον περίγυρο να υποταχθεί σε αυτό που του έχει ορίσει η κοινωνία. Βρίσκεται δεσμευμένος, χωρίς να το καταλάβει, υποκύπτοντας στα κελεύσματα των γονέων του.

Όπως ο ίδιος ο πρωταγωνιστής αφηγείται: «Έχασα την ελευθερία μου για να δώσω χαρά στους γονείς μου». Ο γάμος από συνοικέσιο, λοιπόν, και οι προσωπικές σχέσεις του ταχυδρόμου αποτελούν τον κεντρικό άξονα του βιβλίου. Ένα συνοικέσιο που είναι το αποτέλεσμα μίας πλεκτάνης. Μία προξενήτρα σε πλήρη συνεργασία με τους γονείς της υποψήφιας νύφης τον παγιδεύουν. Αυτός, αν και έχει καταλάβει εκ των υστέρων την πλεκτάνη που του έστησαν, δεν τολμάει να αντιδράσει.

Διστάζει να έρθει σε σύγκρουση με το κοινωνικό κατεστημένο, αν και είναι πεπεισμένος ότι έχει πέσει σε παγίδα. Όλη αυτή την κατάσταση την περιγράφει ο ίδιος με δικά του λόγια: «Βρέθηκα παντρεμένος χωρίς να το καταλάβω, με μία γυναίκα που δεν την ήξερα». Παρόλα αυτά, είναι διατεθειμένος να τα αγνοήσει όλα και να ζήσει μία ήσυχη οικογενειακή ζωή. Αποδέχεται σιωπηλά τις επιλογές που οι άλλοι κάνουν για αυτόν. Ζει σε ένα κοινωνικό περιβάλλον με αυστηρούς περιορισμούς. Αναγκάζεται να καταπνίξει κάθε αίσθημά του.

Ο έρωτας του Αλέξη για τη Αθηνά, τη δασκάλα του χωριού είναι ένας ανεκπλήρωτος έρωτας. Κανένας από τους δύο δεν είχε τολμήσει να εκφράσει αυτά που ένιωθε. «Δεν το είχαμε καταλάβει, γιατί οι λέξεις δεν είχαν αγγίξει ποτέ το αίσθημα. Εκείνη η αναθεματισμένη σιωπή θα έφταιγε. Που σιωπούσαμε. Που δεν είχαμε αρκετές λέξεις ανάμεσα στις παύσεις», αφηγείται ο Αλέξης.

Ένας άγραφος κώδικας τιμής που έχει οριστεί ως ο ρυθμιστής των κοινωνικών σχέσεων. Διαβάζοντας το βιβλίο μπορώ να πω ότι δεν περίμενα αυτό το απρόσμενο τέλος…

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί λιτό και απλό λόγο, χωρίς πομπώδεις φράσεις, που διεισδύει στο ψυχισμό των χαρακτήρων και σε συνεπαίρνει με την απλότητά του. Σε κρατά σε αγωνία, να δεις το πώς θα εξελιχθεί η ιστορία στις επόμενες σελίδες…

Related posts:

  1. Η ψιθυριστή κραυγή όλων των ανθρώπων
  2. «Ένας καλός γιος», του Pascal Bruckner
  3. Η «Λάθος Χώρα», του Gazmend Kapllani