Μοτοσικλετώντας με τα μάτια του Πασχάλη Τσαλίκη

Ο Πασχάλης Τσαλίκης είναι ένας πολυταξιδεμένος άνθρωπος που καταγράφει τις ταξιδιωτικές του εμπειρίες σε ένα ιστολόγιο, θέλοντας να μεταδώσει το πάθος του. Μας μίλησε για τα ταξίδια του και επέλεξε να μας αφηγηθεί ένα πολύ κοντινό του ταξίδι. Τον δρόμο για το Κιλκίς. Μία φαινομενικά βαρετή διαδρομή.

Τι βλέπει και τι παρατηρεί ένας μοτοσικλετιστής στα ταξίδια του; Πώς βιώνει και πώς αντιλαμβάνεται το καινούργιο που του προσφέρουν οι δύο του ρόδες;

Πολλές φορές όταν κρυώνω και είμαι σε κλειστό χώρο σκέφτομαι γιατί να μην βγω έξω. Τουλάχιστον να αναπνέω καθαρό αέρα. Ήμουν εξοπλισμένος, και από μοτοσικλετιστικά «αξεσουάρ» αλλά και από τα φωτογραφικά αξεσουάρ, που δεν τα αποχωρίζομαι ποτέ. Καβαλάω τη μοτοσικλέτα και ξεκινάω για το Κιλκίς. Ήθελα να τελειώσει γρήγορα ο περιφερειακός και να αναπνεύσω αέρα πέρα από το Δερβένι.

Εκείνη τη μέρα ο Βαρδάρης είχε φτιάξει τον καιρό για τους οδηγούς. Η υγρασία εξαφανισμένη από παντού. Ήταν μία παγωμένη αλλά ηλιόλουστη μέρα. Όσον αφορά τη χρωματική παλέτα, ψυχρές αποχρώσεις από το χιονισμένο Μπέλες και τον ουρανό και το κόκκινο της σέλας μου. Όπως πάντα, ασυμβίβαστο το κόκκινό μου στις δυσκολίες που θέλει ο χειμώνας να προσθέτει στους καβαλάρηδες.

Κάποια στιγμή, στα δεξιά μου, βλέπω ένα μηχάνημα, περιτριγυρισμένο με ξύλινα κάγκελα και στεγασμένο με το ίδιο ξύλο. Από τα λίγα που ξέρω με αυτό πρέπει να ξεκαθάριζαν το κριθάρι. Η καλή του κατάσταση και η καθαριότητα του χώρου με έκανε να πιστέψω ότι χρησιμοποιείται ακόμα. Μπορεί και ναι, δεν ρώτησα.

Προχωρώντας, λίγο πράσινο ξεκινάει να ξεπροβάλλει στο οπτικό μου πεδίο. Αν και Φεβρουάριος, η φύση μοιάζει να βάζει τα δυνατά της για μία πιο γρήγορη άνοιξη. Φτάνω στο χωριό Κρηστώνη. Καθώς διέσχιζα την πόλη του Κιλκίς, η λαϊκή αγορά μου κέντρισε το ενδιαφέρον και έκανα στην άκρη για μία στάση. Ρούχα παλιά. Θα μπορούσαν να είχαν αντικατασταθεί. Τα αμάξια το ίδιο. Η προσπάθεια για να θυμίζει το τοπίο κάτι από Ευρώπη έκδηλη σε εκείνες τις καφετέριες με τα ψηλά σταντ που μόνο άβολα μπορούν να είναι. Τα πρόσωπα των ανθρώπων που περιφέρονται μέσα και έξω από την καφετέρια μαρτυρούν την αποτυχία της προσπάθειας αυτής. Είχα ξαναπάει στο μέρος αυτό και ήταν αναπόφευκτο να εστιάσω στα πρόσωπα. Το καμουφλάρισμα της φτώχειας και υπανάπτυξης, με τα στολίδια και τα ευρωπαϊκά κομματάκια, προδίδεται από τα μελαγχολικά πρόσωπα. Η ανία και η κούραση είναι ζωγραφισμένη σε κάθε βλέμμα που με προσπερνά.

Δεκαπέντε μέρες πριν την εξόρμηση μου, τα παιδιά της Βόρειας Παρέας, με ιχνηλάτη και πλοηγό τον δάσκαλο Μάκη, είχαν ανακαλύψει κρυμμένα χωριά στην περιοχή και έτσι πήρα πληροφορίες από αυτούς.

Μία ευθεία ήταν το κεντρικό χωριό και εγώ ανυπομονούσα να περάσω από το μυστικό πέρασμα το οποίο θα με οδηγούσε από τον Νομό Κιλκίς στον Νομό Σερρών. Από όλα τα χιλιόμετρα που διανύεις τα πιο ωραία είναι αυτά που οδηγάς πρώτη φορά. Και δεν έχει σημασία ούτε καν αν είναι στο Κιλκίς.

Ένα μπλε καφενείο στο Θεοδώρειο με υποδέχεται. Σουφρώνω τα φρύδια και χαμογελάω. «Πρέπει να φέρω και τους άλλους εδώ για τσίπουρα και συμπάθεια!».

Από εκεί περνούσε ένα παιδί, περισσότερο από 10 χρονών δεν ήταν. Αγόρι. Τον είδα που χάζευε τη μηχανή μου. Είναι εύκολο για εμάς τους μοτοσικλετιστές να πιάσουμε κουβέντα με τους ντόπιους. Μία σύνδεση περίεργη. Έτσι και με τον μικρό. Μιλήσαμε λίγο για την μηχανή μου και λίγο πιο μετά μου είπε κάποια πράγματα για το χωριό και για το ποτάμι τους.

Ο στόχος μου είναι το Άγκιστρο, έτσι συνεχίζω τον δρόμο μου για να βγω πια στη Ροδόπολη Σερρών.

Όταν έφτασα στο Μανδράκι, είδα από μακριά την Κερκίνη. Τα πλοιαράκια είχαν βγει από το πρόγραμμα αναχώρησης τους. Η λίμνη ήταν πια κάμπος. Το μόνο νερό που υπήρχε ήταν, μάλλον, από τη βροχή, που δεν είχε απορροφήσει το χώμα. Εκτός από το νερό, το λιμανάκι έχασε και την ισορροπία του.

Βγαίνοντας στην Εθνική, η σιδηροδρομική γέφυρα Στρυμόνα. Σταματάω μόνο για να νοσταλγήσω. Η μπογιά έχει ξεβάψει και δεν θυμίζει τις γέφυρες της Ευρώπης, αλλά είναι όμορφη, παλιά, αλλά όμορφη. Ο ποταμός τη στολίζει. Εκείνη την ώρα σκέφτηκα:

«Κι ήλθαν πνοές απ᾽ τον Στρυμόνα πούκαμαν να πλανώνται σε πληκτική αργία οι άνδρες νηστικοί στο κακορρίζικο λιμάνι. Ο άνεμος, που μάκραινε τον χρόνο, έφερνε ζημιά και στα σχοινιά και στα καράβια κι έφθειρε στον δρόμο της του Άργους τη νεότητα».

 

Αισχύλου Αγαμέμνων, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη.

Επόμενη και τελευταία στάση το Άγκιστρο, παίρνω τον επαρχιακό για να ξανά βγω στον Προμαχώνα. Στο τέλος, μένουμε οι δυο μας στην Εθνική. Αναρωτιέμαι πώς ταξιδεύει έτσι αυτό το πλοίο, το σετ σέλας ανεμοθώρακα με το διπλό εκκεντροφόρο για κερασάκι είναι εντελώς ερωτεύσιμο!

_______

Δείτε εδώ τo ταξιδιωτικό blog του Πασχάλη Τσαλίκη!

No related posts.