100 τεύχη εΜΜΕίς – 100 λέξεις ο καθένας! Jul17

Θεματικη

ΠΟΤΕ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ;

Σχετικα αρθρα

Μοιρασου το!

100 τεύχη εΜΜΕίς – 100 λέξεις ο καθένας!

Άνοιξα τα μάτια μου και είδα τη «μαμά» να ετοιμάζει, όπως κάθε φορά, το πρωινό μου γεύμα. Το σερβίρισε στο πολύχρωμο, λουλουδάτο πιατάκι, που μου αρέσει πολύ, και έμεινε εκεί, να περιμένει να φάω, για να με πνίξει στην αγκαλιά της.

«Τι θες να κάνουμε, σήμερα, Νάντια;», ρώτησε, ενώ εγώ είχα ήδη σκύψει πάνω από το φαγητό μου και το καταβρόχθιζα χωρίς ανάσα.

Ξαφνικά, όμως, άκουσα ένα δυνατό χτύπημα στο πάτωμα. Γύρισα το κεφάλι και είδα τη «μαμά» μου ξαπλωμένη ανάσκελα. Πήγα κοντά της και κατάλαβα ότι δεν ανέπνεε. Τα μάτια μου γέμισαν με δάκρυα και άρχισα να γαβγίζω λυπημένα.

Το μόνο που θυμάμαι είναι πολύς κόσμος να έρχεται στο σπίτι με δάκρυα στα μάτια και μαύρα ρούχα, ενώ εγώ δεν ξανά είχα πια το λουλουδάτο μου πιατάκι από εκείνη.

Μου λείπουν ήδη οι υπέροχοι περίπατοι που κάναμε μαζί με τις ώρες κάθε απόγευμα, καθώς και οι συναντήσεις που είχα με τον Φιντέλο, ένα όμορφο λαμπραντόρ που μου έχει κλέψει την καρδιά. Η «μαμά» μου και ο «μπαμπάς» του ήταν πολύ καλοί φίλοι και αποτελούσαν συντροφιά ο ένας για τον άλλον πολλά χρόνια. Δεν τους έχω δει από εκείνη την ημέρα που η «μαμά» ταξίδεψε στον μαγικό εκείνο ανέμελο πλανήτη.

Μόλις έφυγε η «μαμά» μου, άκουσα πολλούς γνωστούς και φίλους να λένε:

«Και τι θα γίνει τώρα με αυτό; Ποιος θα το κρατήσει;».

Είδα άλλα μάτια να με κοιτούν απαξιωτικά και άλλα μάτια να με κοιτούν με συμπόνια. Η λύπη μου ένιωσα να γίνεται πιο μεγάλη και από εμένα την ίδια. Αναρωτιόμουν:

«Μα κανείς δεν με θέλει; Γίνεται να υπάρχει τόση σκληρότητα στον κόσμο;».

Και, όμως, ήταν αλήθεια! Εγώ, η πιο αγαπημένη ύπαρξη της «μαμάς», ήμουν, πλέον, εντελώς μόνη. Δεν με ήθελε κανείς. Ήταν ολοφάνερο! Ήμουν βάρος γι’ αυτούς. «Κάτι» που ήθελαν να ξεφορτωθούν, αλλά δεν ήξεραν πώς και πότε.

Καθόμουν σκυθρωπή, ξαπλωμένη πάνω στο χαλάκι μου, κοιτάζοντας τη φωτογραφία της «μαμάς», που έστεκε πάνω στο μικρό καρυδένιο τραπεζάκι του σαλονιού. Και τότε ξαφνικά, άκουσα πίσω μου μία φωνή. Ήταν η ίδια μελωδική φωνή που με φώναζε χρόνια τώρα, μπαίνοντας στο σπίτι:

«Πού είναι η μικρή μου Νάντια;».

Γύρισα και την είδα. H Άλις! Η «αδερφή» μου, η κόρη της «μαμάς» μου. Όρμηξα πάνω της με απροσδιόριστη χαρά!

«Ω μικρή μου Νάντια…», είπε η Άλις παίρνοντάς με αγκαλιά.

Όμως, το ένιωθα, το έβλεπα… Στο πρόσωπό της είχε σχηματιστεί μια χαρμολύπη, την οποία μάταια προσπαθούσα να διώξω με τα φιλιά μου.

Άραγε η «αδερφή» μου θα ήθελε να με πάρει σπίτι;

«Μακάρι να μπορούσα να σε πάρω σπίτι μου, αλλά ο Μάικι είναι αλλεργικός στα σκυλιά».

Μου έβαλε ένα πιάτο φαΐ. Τα σάλια μου έτρεξαν όταν είδα τις αφράτες μπίλιες κρέατος να πέφτουν στο χρωματιστό πιατάκι μου. Το φαγητό ήταν πάντα η αγαπημένη μου παρηγοριά και τώρα θα μου θυμίζει και τη «μαμά» μου.

«Όχι τόσο λαίμαργα, δεν θα στο φάει κανείς!» έλεγε και γελούσε.

Αφού τέλειωσε η χαρά του φαγητού, ξάπλωσα με τη μουσούδα μου στο πάτωμα. Η Άλις γύρισε από την κουζίνα και με κοίταξε.

«Ω Νάντια, μη στεναχωριέσαι».

«Τηλεφωνώ αμέσως στο Λάμπρο! Σίγουρα θα σε φιλοξενήσει στον μεγάλο του κήπο!».

Κι έτσι άλλαξε η ζωή μου. Κάθε πρωί τεμπελιάζω, γευματίζω στη φύση και κυλιέμαι στο γρασίδι για ώρες, παίζοντας με φωσφοριζέ παιχνίδια που αγόρασε ο Λάμπρος.

Ανάμεσά τους, εκείνο το πορτοκαλί παιχνίδι. Μου θυμίζει τη μητέρα. Όχι ακριβώς πορτοκαλί… Τζίντζερ! Όπως το τρίχωμά της. Εκείνη πάντα φώναζε να μην πιέζω τα δόντια μου. Μεγάλωσα όμως. Έχω δική μου αυλή και σπίτι. Μπορώ να ανοίξω πόρτες με το ένα πόδι. Ξέρω να γαβγίζω δυνατά, όταν κάποιος προσπαθήσει να πλησιάσει την Άννούλα.

Η Αννούλα είναι η μικρή κόρη του Λάμπρου.

Μια από εκείνες τις φορές που άνοιξα την πόρτα με το ένα πόδι, έφυγα από το σπίτι. Η Αννούλα άργησε να το καταλάβει και όταν βγήκε από τον φράχτη είχα ήδη απομακρυνθεί.

Ήθελα οπωσδήποτε να δω τη «μαμά» και ήξερα πού θα τη βρω. Έπρεπε να το είχα κάνει μέρες τώρα.

Δεν μπήκα τόσο αποφασιστικά όσο περίμενα. Επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Η μύτη μου με οδήγησε σε αυτήν. Γύρω πέτρες, στη μέση πολλά λουλούδια και στο κέντρο των λουλουδιών μία φωτογραφία της Τζιντζερούς μου. Άρχισα να πιέζω τα δόντια μου με τόση μανία μήπως και την ακούσω να μου θυμώνει ξανά.

Είχα μείνει να κοιτάω ώρα. Μπορεί και ώρες. Δεν ξέρω, είχα χάσει το μέτρημα. Περίμενα να ακούσω τη «μαμά», καθώς σκεφτόμουν όλες τις όμορφες στιγμές που περάσαμε μαζί. Μα η φωνή της δεν ακούστηκε. Τότε κατάλαβα πόσο μου έλειπε η «μαμά». Tα παιχνίδια, οι βολτούλες, ακόμα και ο θυμός της.

Ξαφνικά, συνειδητοποίησα ότι κρυώνω. Μερικές ψιχάλες με έβγαλαν από τις σκέψεις μου.

Θυμήθηκα την Αννούλα, και φαντάστηκα ότι μπορεί να ανησύχησε. Η καημένη, δεν την είχα συνηθίσει να ξεμυτίζω τόσο πολύ, τόσο μακριά. Πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Οι ψιχάλες πλέον έγιναν βροχή. Έπρεπε να τρέξω. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει.

Μουσκεμένα άκρα, βραχυκυκλωμένο σώμα. Μία οργανική και νοητική παράλυση κυριεύει τις θνησιγενείς μου προσπάθειες να πλοηγηθώ στα στενορύμια της επιστροφής. Μάταια σκούζω «Αννούλα», μάταια ψαρεύω γνώριμες μυρωδιές – η νεροποντή είχε ξεπλύνει τα πάντα.

Το ψύχος ροκανίζει τα κόκαλα από μέσα. Τα πόδια υποχωρούν. Νερό και λάσπη. Καταχνιά, υγρό σκοτάδι, βουβές βροντές στο βάθος. Μία τελευταία βόλτα, το μόνο που ζητάω. Σιωπή. Σιωπή. Φως. Μία κόκκινη φωτονεφέλη. Η φωνή της – της «μητέρας». «Σήκω, Νάντια. Σήκω».

Ένα πόδι πάνω. Δεύτερο πόδι. Το κεφάλι ατίθασο, σκίζει την επιφάνεια της βροχής. Σηκώνομαι, η Νάντια είναι όρθια. Και τρέχει να βρει την Αννούλα.

Η φωτιά δεν σβήνει όταν βρέχει. Έφτασα πρώτη. Δεν είναι καλό να ζεις στην εξοχή. Όταν χρειάζεσαι γείτονες, λείπουν. Η Αννούλα στρίγγλιζε. Οι σκύλοι δεν κάνουν δεύτερες σκέψεις. Όρμηξα στις σκάλες. Η φωτιά καψάλιζε τη γούνα μου. Οι πατούσες μου έκαιγαν. Ανέβηκα τις σκάλες πηδώντας. Το πόμολο ζεματούσε. Οι κούκλες παίρνουν εύκολα φωτιά. Κρίμα. Δάγκασα τον γιακά της και την έσυρα. Η Αννούλα συνήλθε. Κατρακυλήσαμε. Το κεφάλι της προσγειώθηκε στην κοιλιά μου και χτύπησε τα πλευρά μου… Όσοι ήταν εκεί, έπεσαν πάνω μας κλαίγοντας.

«Τι ηρωικό κορίτσι! Κινδύνεψε για το σκυλάκι της», είπε η πυροσβέστης.

Τι να της πεις τώρα…

Θυμάμαι ότι ξύπνησα πάνω σε ένα κρύο μέταλλο. Η ανάσα μου βαριά. Ακόμα δεν μπορούσα να καταλάβω τι είχε συμβεί, όταν άκουσα μία γνώριμη φωνή. Ήταν ο Λάμπρος! Άνοιξα διστακτικά τα μάτια μου και τον είδα να μιλάει με κάποιον άλλο. Η Αννούλα που ήταν άραγε;

«Νάντια! Επιτέλους! Πόσο χαίρομαι που είσαι καλά! Γιατρέ, σας ευχαριστώ για την άμεση ανταπόκριση».

«Να είσαι καλά, Λάμπρο, και περήφανος που απέκτησες μία τόσο σπουδαία φίλη». Χάιδεψε απαλά το τρίχωμά μου κι εγώ κούνησα σαν τρελή την ουρά μου. Μπορεί να μην τον γνώριζα, αλλά αισθανόμουν πως με κάποιον μαγικό τρόπο με είχε βοηθήσει.

Ο Λάμπρος με κοίταξε γεμάτος ανακούφιση και μου έκανε νόημα να μπω στο αυτοκίνητο. Επιτέλους θα επέστρεφα σπίτι. Ήθελα τόσο πολύ να δω την Αννούλα.

Ύστερα από λίγη ώρα, κατηφορίσαμε το γνώριμο μονοπάτι και σταματήσαμε έξω από τη μεγάλη αυλή. Το σπίτι είχε ακόμα τα σημάδια της πυρκαγιάς, αλλά ευτυχώς ήταν σε καλή κατάσταση. Δρασκέλισα τα λίγα μέτρα που χωρίζουν την καγκελόπορτα από την είσοδο και τότε, η πόρτα άνοιξε διάπλατα και η μικρή μου, αγαπημένη Αννούλα έτρεξε χαχανίζοντας στην αγκαλιά μου. Ήμουν τόσο ευτυχισμένη που ήταν καλά που δεν μπορούσα να σταματήσω να την αγκαλιάζω και να τη γλείφω.

Παίξαμε για ώρα με την Αννούλα και νυστάξαμε. Κοιμήθηκα καλά, πρώτη φορά μετά από μέρες, κι ονειρεύτηκα τη «μαμά», να γελάει με τις ζαβολιές μου.

Μας ξύπνησε το τηλέφωνο μέσα στη νύχτα. Ταράχτηκα κι άρχισα να γαβγίζω. Ήταν η «αδερφή» μου ταραγμένη κι έκλαιγε.

«Τι λες τώρα, βρε Άλις; Πώς συμπέραναν δηλαδή ότι δεν ήταν φυσικά τα αίτια;», ρώτησε με αγωνία ο Λάμπρος και πετάχτηκε από το κρεβάτι.

Χάλασα τον κόσμο με τη φωνή μου και η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Δεν καταλάβαινα γιατί, μα ήθελα ξαφνικά να μπήξω τα δόντια μου σε σάρκα. Μονάχα έτσι θα ένιωθα ανακούφιση.

Δεν κοιμηθήκαμε ξανά μέχρι που ξημέρωσε. Μόλις μου είχε ετοιμάσει η Αννούλα το πρωινό, όταν ακούσαμε την πόρτα να χτυπά. Ήταν η Άλις, και μαζί της – ω, τι έκπληξη, Θεέ μου! – ο Φιντέλο με τον «μπαμπά» του.

«Λάμπρο, να σου συστήσω τον αστυνόμο Παπαστεργίου. Είναι ο μόνος που υποστηρίζει εξαρχής ότι ο θάνατος της μαμάς μου δεν ήταν ατύχημα».

«Ναι, κ. Οικονόμου, έχω λόγους να πιστεύω ότι ο θάνατος της καλής μου Σοφίας δεν ήταν ατύχημα και, μάλιστα, νομίζω ότι η φωτιά στο σπίτι σας έχει σχέση με τη δολοφονία της», είπε με τη σειρά του ο «μπαμπάς» του Φιντέλο.

Δεν μπορούσα να πιστέψω ούτε αυτό που άκουγα ούτε αυτό που έβλεπα. Μου είχαν λείψει τόσο πολύ και οι τρεις. Μακάρι με κάποιον τρόπο να τους έβλεπα πιο συχνά.

Ο Φιντέλο με θυμήθηκε και ήρθε προς το μέρος μου γαβγιζοντας. Εγώ ήμουν δίπλα στην Αννούλα μου και προσπαθούσα να καταλάβω τι έλεγε ο αστυνόμος.

«Έτυχε να ερευνήσω και τις δύο υποθέσεις και υπάρχει κάτι που μου γέννα ερωτηματικά».

«Τι είναι αυτό, κύριε Παπαστεργίου;», αναρωτήθηκε ο Λάμπρος.

«Είναι ένα πρόσωπο που εμφανίστηκε και στα δύο συμβάντα και αποτελεί άτομο υπεράνω υποψίας. Δεν ξέρω πώς να το πω αυτό!», απάντησε ο αστυνόμος.

Η κούκλα της Αννούλας έπεσε από τα τρεμάμενα χέρια της. Ο Λάμπρος άκουγε με ανοιχτό το στόμα. Εγώ χάθηκα στις σκέψεις μου…

«Μα, πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν το κακό των άλλων;».

Ξαφνικά άκουσα τον Λάμπρο να λέει: «Μοιάζουν απίστευτα όσα λέτε, αλλά πρέπει να λάμψει η αλήθεια και ο ένοχος να τιμωρηθεί! Δεν θα περάσει αυτό έτσι».

Σκέφτηκα μεμιάς πως έπρεπε να βοηθήσω και εγώ όσο μπορούσα, ώστε να λυνόταν το μυστήριο. Εξαιτίας κάποιου αγνώστου, έχασα τον μοναδικό άνθρωπο που με αγάπησε περισσότερο και από τον εαυτό του, ενώ κόντεψα να στερηθώ και τη γλυκιά Αννούλα.

Γιατί να θέλει κάποιος να βλάψει τη «μαμά» μου; Τι θα κέρδιζε; Το θέμα ήταν να βρεθεί για να μην πειράξει κάποιον άλλον ξανά. Για να μην στεναχωρηθούν άλλοι όπως εγώ…

Τι θα μπορούσα να κάνω εγώ, ένα ταπεινό σκυλί; Για την ώρα μπορώ μόνο να προσέχω την Αννούλα μου. Φαίνεται τρομαγμένη, ούτε να με χαϊδέψει δεν θέλει. Έπρεπε, όμως, να είμαι δίπλα της. Είχα μάθει από μικρή ότι μερικές φορές οι άνθρωποι, όταν περνάνε δυσκολίες, δεν έχουν όρεξη για χάδια, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θέλουν να είναι μόνοι τους. Θέλουν να ξέρουν ότι έχουν κάποιον να τους στηρίζει.

Σας έχει τύχει ποτέ να ξαπλώσετε να κοιμηθείτε και να μην θέλετε να σηκωθείτε, όσες ώρες κι αν περάσουν, όσο κι αν χορτάσατε τον ύπνο σας; Ο χρόνος σταματά.

Έτσι έγινε και όταν είδα το άψυχο κορμί της, ακίνητο, βουβό εκείνο το βράδυ. Το μυαλό μοιάζει να χάνεται και να μην υπακούει τις εντολές σου. Γνωρίζεις, αλλά αρνείσαι. Καταλαβαίνεις, μα το αναβάλεις.

Μα πάει καιρός. Και οι άνθρωποι δεν δίνουν σημασία. Έχουν τις δικές τους υποθέσεις. Δουλειά, λογαριασμοί, γυμναστήριο, βόλτα με το σκύλο, γιατί «έτσι πρέπει». Πρέπει να αντικαταστήσουμε την επαφή με τη φύση με βόλτα σκύλου στην τσιμεντένια πόλη.

Εκείνη την ημέρα δεν ήθελα βόλτα. Ήμουν πολύ κουρασμένη για να έχω στο μυαλό βόλτες.

Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να κλέψω τη δουλειά του Φιντέλο, αλλά το θέμα ήταν προσωπικό. Έπρεπε να πάρω την υπόθεση στα δόντια μου. Στο τραπέζι σκόρπιες φωτογραφίες από το σκηνικό του σπιτιού μας, κατά τη διάρκεια και μετά την πυρκαγιά. Τις είχε αφήσει ο «μπαμπάς» του Φιντέλο λέγοντας: «Η υπόθεση είναι υπό διερεύνηση. Ωστόσο, έχω βάσιμες υποψίες ότι ο ένοχος εμφανίζεται στις φωτογραφίες».

Έπρεπε με κάποιο τρόπο να τις πάρω από το τραπέζι. Ήθελα να ξέρω σε ποια σάρκα θα κάρφωνα τα δόντια μου.

Το τραπέζι ήταν μικρό, ξύλινο και όχι πολύ σταθερό. Βεβαιώθηκα ότι όλοι έλειπαν από το δωμάτιο, όταν το πήρα απόφαση. Λίγα σπρωξίματα χρειάστηκαν και οι φωτογραφίες βρέθηκαν ξαφνικά στο πάτωμα. Μαζί έπεσαν και μερικά άλλα αντικείμενα: κλειδιά, μολύβια, αλλά και μία κούπα που έσπασε. Ποιος τον ακούει τώρα τον Λάμπρο;

Αλλά δεν με ένοιαζε. Υπήρχαν πολύ σημαντικότερα θέματα για να ανησυχήσω. Έπρεπε να βρω ένα στοιχείο, κάτι που να μπορεί να μου δώσει μία απάντηση. Αφού οι άνθρωποι δεν ήθελαν να μου πουν τι συνέβαινε, θα το έβρισκα μόνη μου.

Κοίταξα τις φωτογραφίες μία προς μία. Και τότε τον είδα…

Ένας κόκκινος γιακάς, όρθιος σαν καγκελόπορτα, που εμφανίζεται σε κάθε φωτογραφία. Σε καθεμία. Ένας γιακάς μόνος του, ακέραιος, με τον ιδιοκτήτη και αφέντη του κρυμμένο σε μουντζουρωμένες σκιές.

Ροκανίζοντας την (από καιρό) διαμελισμένη Μπάρμπι της Αννούλας απέφερε τελικά καρπούς.

Με μία και δύο και τρεις δρασκελιές βρέθηκα ήδη στην εξώπορτα. Γνώριζα ακριβώς σε ποιον ανήκει ο άλικος γιακάς, ήξερα τα καλογυαλισμένα του σκαρπίνια, το άρωμα λεμόνι που συνοδεύει τον ερχομό του και το μπαστούνι που έχει «φιλήσει» βίαια τόσες φορές τον πισινό μου.

«Όλα τώρα βγάζουν απόλυτο νόημα», σκέφτηκα με την έξοδό μου, καθώς πήγαινα να βρω τον ερυθρό γιακά.

Η «μητέρα» λάτρευε την περίεργη δραστηριότητα των ανθρώπων που ονόμαζε «ποίηση». Συχνά μαζεύονταν στο σαλόνι μας πολλοί άνθρωποι και με ψεύτικες φωνές, έτσι έμοιαζαν, διάβαζαν τις σελίδες που κρατούσαν. Ο άνδρας στη φωτογραφία τσίριζε όταν το έκανε. Κουνούσε χέρια και καμιά φορά… έκλαιγε.

Κάποτε έκανα το λάθος να μυρίσω τη μυρωδιά λεμόνι που ανέδιδε ολόκληρος και με φιλοδώρησε με ένα χτύπημα. Με κούτσανε για μέρες.

Ένα τέτοιο λάθος έκανε και η «μητέρα» σαν γέλασε με τις ανοησίες του το βράδυ πριν τη δολοφονία. Εγώ κυνηγούσα την ουρά μου. Η Άλις έκλαιγε από τα γέλια. Όλοι τους. Αλλά μόνο εμάς εκδικήθηκε.

Θυμάμαι την Τζιντζερού να αναφέρει συχνά το όνομά του, όταν το τηλέφωνο χτυπούσε αργά τη νύχτα. Στις συγκεντρώσεις ερχόταν πάντα πρώτος και έφευγε τελευταίος, πολιορκώντας λίγο παραπάνω χρόνο από εκείνη.

Οι άνθρωποι που κάθονταν στο σαλόνι μας σχημάτιζαν έναν κύκλο. Μου άρεσε να κάθομαι στο κέντρο και να τους χαζεύω. Όμως, όταν φώναζαν, έτρεχα γρήγορα στα πόδια της «μητέρας» μου. Μόλις έφευγε και αυτός ο τελευταίος, η Τζιντζερού με έπαιρνε στην αγκαλιά της και μου μιλούσε για τις ιστορίες που εκείνοι διηγούνταν, καμιά φορά με περίεργο τρόπο.

Μου εξηγούσε πως συχνά η ανθρώπινη ψυχή βασανίζεται και πως εκείνη τους βοηθούσε.

Ενώ έφερνα στο μυαλό μου τούτες τις συζητήσεις, αναζητούσα εναγωνίως τον δρόμο που θα με οδηγούσε στον άνθρωπο με τα καλογυαλισμένα σκαρπίνια, εκείνου που ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο της «μαμάς».

Είχα πια ξεμακρύνει αρκετά από το σπίτι, αλλά δεν ήθελα να επιστρέψω πριν πάρω την εκδίκησή μου. Λίγα μέτρα από τον κεντρικό δρόμο, εισέβαλε στα ρουθούνια μου αυτή η αποκρουστική μυρωδιά λεμονιού. Ήταν τόσο έντονη που δεν μου άφηνε περιθώρια, έπρεπε να την ακολουθήσω. Σε λίγο άκουσα το «κρατς» ενός ξερού φύλλου. Κάποιος ήταν κοντά μου και, πριν προλάβω να κάνω το οτιδήποτε, δέχτηκα ένα αψύ χτύπημα στο κεφάλι.

Τινάχτηκα σαν να δέχτηκα το χειρότερο ηλεκτροσόκ.

Σηκώθηκαν οι τρίχες στον αυχένα μου, τα αυτιά μου τεντώθηκαν -μη τύχει και χάσω κανέναν ήχο- και ξαφνικά έβλεπα πολύ καλύτερα, οι αισθήσεις μου είχαν οξυνθεί. Ήξερα ότι είχε έρθει η ώρα να κάνω την επίθεσή μου. Είχα, άλλωστε, μάθει από τη «μαμά» μου πως οι κακοί πρέπει να τιμωρούνται, ακριβώς γιατί είναι κακοί.

Γύρισα με ένα μόνο τίναγμα προς τη μεριά του, ξεγυμνώνοντας τόσο τα μυτερά δόντια μου όσο και το οργισμένο συναίσθημά μου.

Ένιωσα τον αποκρουστικό, σηκωμένο, κόκκινο γιακά του να με απειλεί και, ξαφνικά, ήξερα ακριβώς πού ήθελα να στοχεύσω.

 

(όχι από την αφήγηση της Νάντιας)

Βγήκε στο μπαλκόνι και κάθισε στην αγαπημένη του κουνιστή πολυθρόνα. Ήταν χαρούμενος! Άλλαξε όλη τη ζωή του φεύγοντας, δεκαπέντε χρόνια πριν, από την Ιταλία και ευτυχώς όλα πήγαιναν βάσει σχεδίου.

«Εντάξει, η Αννούλα δεν έχει βγει ακόμη από τη μέση, αλλά σιγά, ένα χαζοκόριτσο είναι! Αμ εκείνο το σκυλί; Έχει ένα βλέμμα, σαν αγελάδα κοιτάει! Ευτυχώς το δικό μου είναι έξυπνο. Θα το σκότωνα αν ήταν σαν το δικό τους».

Τις σκέψεις του διέκοψε το τηλέφωνο που χτύπησε. Φόρεσε τα ρούχα της δουλειάς και έφυγε.

Για ακόμη μία φορά, θα υποδυόταν τον ρόλο του…

 

Τον είδα με εκείνον τον κόκκινο γιακά και τυλιγμένο στις φλόγες να γίνεται ήρωας στα μάτια πολλών. Πού να ξέρουν ποιος πραγματικά είναι;

Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα μόνη μου. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να τα δείξω όλα στον Λάμπρο και μαζί να ξεσκεπάσουμε τον πυροσβέστη Φολκλάρ. Αυτόν τον γέρο που ήθελε όσο τίποτα να εκδικείται κάθε φορά που έχανε το παιχνίδι.

«Μα πώς θα τον κάνω να με πιστέψει; Και πώς θα ακολουθήσουν η Άλις, ο αστυνόμος και ο Φιντέλο; Δεν μπορώ να περιμένω να ξημερώσει. Πρέπει να γυρίσω σπίτι, να ξυπνήσω τον Λάμπρο και να τον φέρω εδώ!».

Τον είχα ακούσει στο τηλέφωνο να λέει πως εκείνο το βράδυ είχε βάρδια. Περίμενα, λοιπόν, να φύγει. Είχα ήδη από την προηγουμένη ανακαλύψει ένα εύθραυστο παράθυρο του σπιτιού. Ήταν η μόνη έξοδος διαφυγής. Δεν το ήξερε. Δεν το περίμενε. Εγώ όμως το είχα βρει.

Μόλις άκουσα το αυτοκίνητό του να φεύγει, έβαλα όλη τη δύναμη της ψυχής μου και έσπασα το παράθυρο. Τον δρόμο τον ήξερα. Δεν άργησα να φτάσω στο σπίτι του Λάμπρου. Ήταν σαν να με περίμεναν. Με το που ακούμπησα με τα νύχια μου την πόρτα, η Αννούλα έτρεξε να μου ανοίξει. Χάθηκα μέσα στα φιλιά της.

Κάπου ανάμεσα στα χοροπηδητά, μου ήρθε μία ιδέα. Στον καλόγερο κοντά στην πόρτα, ήταν κρεμασμένη μία κόκκινη ζακέτα της Αννούλας. Έτρεξα προς το μέρος της και τη δάγκωσα, ελπίζοντας ότι θα έδινα κάποιο στοιχείο.

«Τι είναι, κορίτσι μου; Θες βόλτα;».

Με το που πήγε να την πάρει, την τράβηξα και έτρεχα μέσα στο σαλόνι, ενώ η Αννούλα με κυνηγούσε.

Ήξερα ότι σε λίγη ώρα θα επέστρεφε ο Λάμπρος. Έπρεπε να βρω μία σύνδεση του χρώματος με τον φόνο της «μαμάς» μου. Στο χολ του πάνω ορόφου είχαν μία φωτογραφία μαζί της. Ανέβηκα πάνω, λοιπόν, με την κόκκινη ζακέτα στο στόμα.

Έντονο λαχάνιασμα, τρεχαλητό και αγωνία. Το κόκκινο πανί σκούπιζε το πάτωμα και βρεχόταν από τα δόντια μου. Στάθηκα ακριβώς μπροστά στη φωτογραφία της «μητέρας» και της οικογένειας. Με μικρά πνιχτά γαβγίσματα έδινα σήμα πως κάτι με απασχολούσε, με κατέτρωγε. Με βουρκωμένα μάτια, κλαψούριζα μπροστά στο νέο μου αφεντικό. Την είδα να ανταποκρίνεται.

«Τι σου συμβαίνει μικρή μου; Τι μυρίζεις εκεί; Τι μου δείχνεις;», ρώτησε, όσο εγώ κοίταζα τη φωτογραφία και τα μάτια της κοπέλας και έπειτα ξανά τη φωτογραφία, σαν να της δείχνω να καταλάβει.

Την ίδια ώρα, ο Λάμπρος έκανε με τα κλειδιά του τον χαρακτηριστικό ήχο στην εξώπορτα.

 

(όχι από την αφήγηση της Ναντιας)

Τον λένε Γιώργο.

Χαμηλή ενσυναίσθηση. Παραβατική συμπεριφορά. Δύσκολη προσαρμογή σε κάθε κοινωνικό περιβάλλον. Όλοι τα ήξεραν στο πυροσβεστικό σώμα.

Μπορούσε όμως να ελέγχει τη συμπεριφορά του και για αυτό υποστήριζε κάθε του ρόλο.

Όλοι γέλασαν με το αστείο του εκείνο το βράδυ στη συνάντηση θεραπείας. Κανέναν δεν ακούμπησε η ουσία. Ούτε καν την εμψυχώτρια. Στιγμιαία τουλάχιστον. Αυτό ήταν η αρχή. Ακολούθησε η εμμονή με καθετί αγαπημένο της, πρόσωπο και μη.

Δεκαπέντε χρόνια, μετά, κανείς δεν τον ήξερε. Κυκλοφορούσε με πλαστή ταυτότητα και οι πλαστικές επεμβάσεις μετά τα εγκαύματα της πυρκαγιάς ήταν το καμουφλάζ του.

 

Ο Λάμπρος δεν είχε καλά-καλά περάσει το κατώφλι, όταν απόρησε: «Τι φασαρία είναι αυτή; Μέχρι έξω ακούγεται».

Δεν πρόλαβε να τελειώσει τη φράση του, όταν έτρεξα κάτω και όρμησα καταπάνω του. Σχεδόν τον έριξα τον καημένο, αλλά ήθελα να μάθει κι αυτός.

«Θέλει βόλτα; Άντε Αννούλα, να την πας. Θα ερχόμουν κι εγώ, αλλά είμαι κουρασμένος».

Κουρασμένος; Αχ, όχι. Πρέπει να έρθει κι ο Λάμπρος μαζί. Πρέπει να μάθει! Ήμουν αναγκασμένη να επιμείνω. Γραπώθηκα πάνω του και τον έσφιξα.

«Μάλλον θέλει κι εσένα», είπε η Αννούλα. «Αχ, ας είναι», έκανε ο Λάμπρος, βάζοντας το πανωφόρι του που μόλις είχε βγάλει.

Σκοτάδι. Διακοπή ρεύματος σε όλο το σπίτι. Ο Λάμπρος είχε το χέρι στο πόμολο της εξώπορτας.

Ο οξύς ήχος μίας σειρήνας θρήνησε απέξω, πνίγοντας τα λόγια του Λάμπρου. Μίας σειρήνας ενός αρχαίου πυροσβεστικού, το «άρμα» ενός άντρα που είχε έρθει για να τελειώσει τη δουλειά του.

Κανείς από τους τρεις μας δεν κουνήθηκε, όταν στο χλωμό τζάμι της εξώπορτας κινήθηκε μία φιγούρα, στα κόκκινα ντυμένη. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί τη μυρωδιά του καπνισμένου ξύλου, που είχε ήδη ξεκινήσει να εισέρχεται στο σπίτι.

Η ετοιμοθάνατη σειρήνα, οι βαριές μας ανάσες, ένας άλικος γιακάς. Το πόμολο στο χέρι του Λάμπρου γύρισε. Ήρθε!

Η πιο έξυπνη εφεύρεση του ανθρώπου είναι το πορτάκι του σκύλου στην εξώπορτα. Ο δολοφόνος προσπάθησε να μπει από την πόρτα της κουζίνας. Ήθελε να σκορπίσει βενζίνη…

Θα άλλαζα με ευχαρίστηση τα μπροστινά μου πόδια με ένα ζευγάρι χέρια. Δεν μπορούσα να κάνω και πολλά. Κατούρησα (ποτέ δεν το έκανα) μπροστά στην πόρτα. Ο άνδρας μπήκε αθόρυβα και γλίστρησε θεαματικά!

Από μέσα ο Λάμπρος φώναξε και η Αννούλα ούρλιαζε. Γύρισε να με πιάσει. Το έσκασα από το πορτάκι. Στην αυλή ήταν ήδη η Αστυνομία. Κάποιοι είπαν πως κατουρήθηκα από τον φόβο. Ας είναι. Σωθήκαμε, τον έπιασαν και επρόκειτο να τιμωρηθεί.

Βρέθηκα επιτέλους σε πλεονεκτική θέση. Τον είχα μπροστά μου ξαπλωμένο και κατάλαβα ότι προσπαθούσε να σηκωθεί ενώ ταυτόχρονα με έβριζε.

Ξεκίνησα να γρυλίζω και ένιωθα την οργή να ξεχειλίζει από μέσα μου. Σχεδόν ασυναίσθητα πήδηξα πάνω του και άρχισα να του ξεσκίζω με μανία τον άλικο γιακά. Όσο εκείνος σφάδαζε από πόνο, έπαιρνα όλο και περισσότερη δύναμη.

Ήταν η ευκαιρία μου να του ανταποδώσω τον πόνο που προκάλεσε.

Ξαφνικά ένιωσα μία δύναμη να με σπρώχνει στο πάτωμα και το μόνο που πρόλαβα να δω ήταν τον αστυνόμο Παπαστεργίου να με κοιτάζει με οργή.

«Άστο πάνω μου», άκουσα να του λέει.

*Ομαδικό διήγημα τριών (3) γύρων, όπου σε κάθε γύρο, το κάθε άτομο έγραφε 100 λέξεις! Έγραψαν οι: Βασίλης Μαυρόπουλος, Γεωργία Καραπαύλου, Αγγελική – Ελένη Μπιτζούνη, Χρήστος Παναγόπουλος, Νικολέτα Αποστολίδου, Εύη Διακουμή, Άντρη Φλουρέντζου, Αργύρης Εμμανουλούδης, Νικήτας Διαμαντόπουλος, Γιάννης Μπαχάς, Χριστίνα Καραδήμου, Ελένη Σκρίμπα, Δήμητρα Φουρκαλίδου.

No related posts.