Ένας, κανένας και εκατό χιλιάδες

Όλα ξεκίνησαν από ένα αθώο κοίταγμα στον καθρέφτη για τον Βιτάντζελο Μοσκάνρτα. Οι απορίες, οι ερωτήσεις άρχισαν όταν η σύζυγός του, Ντίντα, του είπε, απλώς, ότι η μύτη του κλείνει προς τα δεξιά. Αυτό δεν το είχε προσέξει ποτέ. Αυτή η ξαφνική και αναπάντεχη ανακάλυψη αυτού του ελαττώματος τον έβαλε σε βαθιές σκέψεις.

Έτσι, ξεκινά ένα ταξίδι ερωτήσεων και αναζητήσεων για την εικόνα που έχει ο ίδιος για τον εαυτό του, για το πώς τον βλέπει η Ντίντα, η σύζυγός του, και πώς τον βλέπουν οι άλλοι, οι φίλοι και οι συνεργάτες του. Από την αμφισβήτηση θα προσπαθήσει να συνθέσει μία καινούργια εικόνα του εαυτού του. Η ανακάλυψη ενός νέου «εγώ», που ποτέ δεν θα μπορέσει να το δει όπως το βλέπουν οι άλλοι, όλοι εκείνοι που τον κοιτάζουν με τα δικά τους μάτια και του προσδίδουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, τη δική τους πραγματικότητα.

Μέσα σε όλα τον βασανίζει το πιο σημαντικό ερώτημα: Αν για τους άλλους δεν ήμουν εκείνος που μέχρι τώρα πίστευα ότι ήμουν για μένα, ποιος ήμουν;

Ο Βιτάντζελο Μοσκάρτα είναι ο ίδιος ο συγγραφέας, Λουίτζι Πιραντέλλο, που, μέσα από τον χαρακτήρα αυτόν που φτιάχνει, προσπαθεί εναγωνίως να βρει απαντήσεις σε χιλιάδες ερωτήσεις που τον ταλανίζουν για την εικόνα του εαυτού. Δεν είναι μία εικόνα του εαυτού ίδια για όλους, είναι ίσως και εκατό χιλιάδες εικόνες. Έτσι, στην ίδια ερώτηση υπάρχουν διαφορετικές απαντήσεις.

Σε έναν διάλογο με τον εαυτό του, ο Μοσκάρντα, ή όπως τον αποκαλεί διαφορετικά η γυναίκα του, η Ντίντα, ο Τζεντές, μας δίνει ένα παράδειγμα για ένα φίλο του, τον Τίτσιο. Λέει: «Γνωρίζω τον Τίτσιο. Ανάλογα με τον τρόπο που τον γνωρίζω, του δίνω μία πραγματικότητα για μένα. Τον Τίτσιο, όμως, τον γνωρίζετε κι εσείς, και σίγουρα εκείνος που γνωρίζετε εσείς δεν είναι ο ίδιος που γνωρίζω εγώ, διότι ο καθένας από μας τον γνωρίζει με τον δικό του τρόπο και του δίνει με τον δικό του τρόπο μία πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι πράγματι ο Τίτσιο είναι ένας με εμένα, ένας με εσάς, ένας άλλος με κάποιον τρίτο, ένας άλλος με κάποιον τέταρτο και πάει λέγοντας, έχοντας βέβαια την ψευδαίσθηση κι εκείνος, ειδικά εκείνος μάλιστα, ότι είναι ένας για όλους».

Η εξήγηση που δίνει ο ίδιος μετά από βασανιστήρια σκέψεων και προβληματισμών είναι ότι δεν φταίνε οι λέξεις, διότι αυτές είναι κενές. Ο καθένας τις γεμίζει με το δικό του νόημα. Αυτός που αποστέλλει το μήνυμα γεμίζει τις λέξεις με το δικό του νόημα κι αυτός που αποδέχεται το μήνυμα γεμίζει τις λέξεις με το δικό του νόημα, επίσης. Και, στο τέλος, ενώ όλοι αυτοί νομίζουν ότι έχουν συνεννοηθεί, κάτι τέτοιο δεν ισχύει!

No related posts.