Ένας δύσκολος επαναπατρισμός

Η έννοια του επαναπατρισμού ήχησε αρκετά στα αυτιά μας τον τελευταίο μήνα, ενώ αποδείχθηκε ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, αφενός για όσους Έλληνες το επιχείρησαν και αφετέρου και για την ελληνική κυβέρνηση. Έλληνες από διάφορα μέρη στον κόσμο κατάφεραν να επαναπατριστούν για να περάσουν αυτή την περίοδο της πανδημίας μαζί με τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Άλλοι τους έκριναν κι άλλοι τους δικαιολόγησαν. Αυτή είναι η ιστορία επαναπατρισμού της νεαρής φοιτήτριας Μ.Γ., η οποία επέστρεψε από τη Μεγάλη Βρετανία μαζί με ακόμα εκατοντάδες Έλληνες.

Η καθυστέρηση λήψης περιοριστικών μέτρων στην Αγγλία

Η Μ. μας εξηγεί πως στην Αγγλία δεν υπήρχε ο φόβος, δεν είχε συνειδητοποιήσει ο κόσμος τι συμβαίνει. Οπότε κι εκείνη ζούσε κανονικά, με τους ρυθμούς της ζωής εκεί. Το μεγάλο σοκ το έπαθε όταν έμαθε πως στην Ελλάδα είχαν κλείσει όλα, σχολεία, μαγαζιά, πανεπιστήμια. Εκεί τότε όλα ακόμα κυλούσαν κανονικά. Όταν, όμως, ο κόσμος άρχισε να συνειδητοποιεί ότι στις γύρω χώρες έπαιρναν μέτρα, επικράτησε πανικός.

«Πήγαιναν όλοι για προμήθειες, όμως εγώ καθυστέρησα. Στις 20 Μαρτίου έκλεισαν τα πανεπιστήμια κι εγώ εκείνο το Σ/Κ πήγα στο σούπερ μάρκετ. Σοκαρίστηκα, επειδή οι καταψύκτες ήταν άδειοι και γενικότερα είχαν εξαφανιστεί όλα τα προϊόντα μακράς διαρκείας. Τότε σκέφτηκα ότι και να θέλω να μπω σε καραντίνα εδώ πέρα δεν μπορώ, επειδή δε μπορώ να βρω ούτε τα απαραίτητα». Η Μ. εξηγεί πως δεν ήθελε να γυρίσει, επειδή θεωρούσε ότι θα ήταν πιο επικίνδυνο για την οικογένειά της. Όμως, η μητέρα της δεν ήθελε να βρίσκεται μακριά τους σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο.

«Τότε σκέφτηκα πιο σοβαρά το ενδεχόμενο της ιατρικής περίθαλψης μίας συνομήλικης Αγγλίδας και της δικής μου, πιθανότερο θα ήταν να δοθεί προτεραιότητα σε εκείνη και όχι σε εμένα. Χωρίς να θέλω, βέβαια, να υπονοήσω κάποιο ρατσιστικό κίνητρο, μιας και οι Άγγλοι είναι πολύ δίκαιοι με όλες τις εθνικότητες με τις οποίες συμβιώνουν. Απλώς, βίωσα μία τεράστια ανασφάλεια όσον αφορά το κομμάτι της εύρεσης τροφής, μασκών, αντισηπτικών και το πώς θα με αντιμετώπιζαν σε περίπτωση που θα χρειαζόμουν ιατρική περίθαλψη. Επειδή δεν μπορούσα να βρω μάσκες, μου έδωσε μια φίλη μου εδώ που φτιάνει νύχια και ο φίλος μου έφερε γάντια από τη δουλειά του για να μπορέσω να πάω στο αεροδρόμιο».

Εκκίνηση της διαδικασίας του επαναπατρισμού

Η Μ. μας περιγράφει την ανασφάλεια που βίωσε, εφόσον δεν είχε τα απαραίτητα για να παραμείνει σε καραντίνα. «Είμαι μόλις 20 χρονών και δεν έχω ξαναζήσει κάτι παρόμοιο, όπως και κανείς μας. Επίσης εφόσον τα πανεπιστήμια παρέμεναν ανοιχτά προγραμμάτιζα να ασχοληθώ με τη πτυχιακή μου. Προφανώς και είδα την ενημέρωση για το κλείσιμο των ελληνικών συνόρων, όμως έψαχνα για πτήσεις και όλες ήταν γεμάτες και τα ποσά ήταν τρελά για ένα εισιτήριο μονής διαδρομής». Αναφέρεται, μάλιστα, και στον αδερφό της, ο οποίος ήρθε από το Νιούκαστλ του Ηνωμένου Βασιλείου για να φύγουν μαζί, επειδή από εκεί δεν υπήρχαν καθόλου πτήσεις προς Ελλάδα.

Όσες υπήρχαν, έφευγαν μόνο από το Λονδίνο, και συγκεκριμένα από το “Stansted”, ένα μικρό αεροδρόμιο λίγο πιο έξω από την πόλη. Η Μ. βρήκε δύο πτήσεις, τη Δευτέρα (23 Μαρτίου) και την Τρίτη (24 Μαρτίου), αλλά η Ελλάδα είχε ήδη ενημερώσει ότι στις 23 Μαρτίου θα έκλεινε τα σύνορα. Μαζί με την μητέρα της επικοινώνησαν με δύο αεροδρόμια, η πρώτη με το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης κι η Μ. με του “Stansted” για να σιγουρευτούν ότι οι πτήσεις που έβλεπαν θα πραγματοποιηθούν. Η αεροπορική τους το διαβεβαίωσε κι έτσι η Μ. έκλεισε την πτήση της Τρίτης.

«Προσπάθησα να επικοινωνήσω με την ελληνική πρεσβεία τηλεφωνικά, αλλά δεν απαντούσαν, οπότε τους έστειλα και email ενημερώνοντάς τους για όλα τα βήματα που ακολούθησα. Ωστόσο, η μόνη απάντηση που έλαβα ήταν ένα αυτόματο μήνυμα που με ενημέρωνε σχετικά με τα μέτρα που έχει λάβει η ελληνική κυβέρνηση για όσους βρίσκονται ήδη στην Ελλάδα. Έπειτα ξαναπήρα τηλέφωνο, μου απάντησαν μετά από 45’ αναμονής και με διαβεβαίωσαν πως οι δύο πτήσεις θα πραγματοποιηθούν κανονικά. Καθησυχάστηκα και από μια φίλη μου που κατάφερε να επιστρέψει στην Ελλάδα με την πτήση της Δευτέρας, ενώ έλαβα κι ένα μήνυμα από την αεροπορική εταιρεία ότι η πτήση θα πραγματοποιηθεί, αλλά μπορούν να επιστρέψουν μόνο Έλληνες υπήκοοι».

Η ημέρα της πτήσης και η ακύρωσή της

«Φτάνει το πρωί της Τρίτης και για να είμαι απόλυτα σίγουρη ξαναπήρα τηλέφωνο στο αεροδρόμιο του “Stansted” και στο αεροδρόμιο Μακεδονία στη Θεσσαλονίκη και με διαβεβαίωσαν πάλι. Πήγα, λοιπόν, στο αεροδρόμιο και μου έκανε αρχικά εντύπωση πόσο λίγες πτήσεις αναγράφονταν στον πίνακα αναχωρήσεων, συνολικά 20 για όλη τη μέρα. Έλεγχα συνεχώς τον πίνακα, γιατί έβλεπα κάτι ακυρώσεις και επικοινωνούσα συνεχώς με τους δικούς μου. Τη βαλίτσα μου δεν την είχα παραδώσει ακόμη, επειδή περίμενα τον αδερφό μου να έρθει κι εκείνος στο αεροδρόμιο».

Ξαφνικά, όμως, άκουσε μία κυρία να φωνάζει ότι της ακύρωσαν την πτήση και είδε ότι από τον πίνακα είχαν εξαφανιστεί οι δύο πτήσεις για Ελλάδα, δύο ώρες πριν την καθορισμένη αναχώρησή τους. Απευθύνθηκαν στον εκπρόσωπο της εταιρείας, ο οποίος τους ενημέρωσε ότι η πτήση ακυρώθηκε ενώ η ενημέρωση έφτασε από την Ελλάδα μόλις πέντε λεπτά πριν.

«Όπως πιθανότατα θα ακούσατε, η αεροπορική εταιρεία κατηγορεί την ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική κυβέρνηση την αεροπορική για την ακύρωση της πτήσης. Δεν με ένοιαζε όμως ποιος έφταιγε, ήθελα να επιστρέψω στην Ελλάδα! Μαζευτήκαμε, λοιπόν, όλοι οι Έλληνες που βρισκόμασταν εκεί και προσπαθούσαμε να σκεφτούμε μία λύση. Ο καθένας έπαιρνε τηλέφωνο όπου μπορούσε, ενημερώσαμε ακόμα και τα κανάλια. Ήρθε και η ασφάλεια και προσπαθούσε να μας ηρεμίσει, όμως ήμασταν όλοι αναστατωμένοι. Ειδικά όσοι είχαν παραδώσει βαλίτσες και έπρεπε να περιμένουν πόση ώρα για να τις πάρουν πίσω. Εγώ ευτυχώς δεν τις είχα παραδώσει, αλλά δεν ενημέρωσα κανέναν στην αρχή, ούτε τον αδερφό μου που ερχόταν, επειδή δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι, όντως, μας ακύρωσαν την πτήση».

Η Μ. μας εξηγεί πως παρέμειναν στο αεροδρόμιο με την ελπίδα ότι θα άλλαζε κάτι και η πτήση τελικά θα πραγματοποιούνταν. Υπήρχαν πάρα πολλά άτομα από όλες τις ηλικίες, όχι μόνο φοιτητές, αλλά και οικογένειες και ηλικιωμένοι άνθρωποι που ήθελαν να επιστρέψουν. Επίσης, ήρθαν από διάφορα μέρη της Αγγλίας και οι περισσότεροι διέθεσαν πολλά χρήματα για την πτήση, ειδικά οι οικογένειες. Άλλοι ξενοίκιασαν τα σπίτια τους και δεν είχαν πού να μείνουν. Από τη στιγμή που σταμάτησαν να εργάζονται κάποιοι δεν είχαν και εισόδημα για να συντηρηθούν στο Λονδίνο.

«Εν τέλει μείναμε κολλημένοι σε ένα αεροδρόμιο, επειδή μας έλεγαν ότι θα πετάξουμε τη μία στις 22:00, μετά στις 00:00. Η αεροπορική εταιρεία μας έλεγε πως τα αεροπλάνα υπάρχουν, απλώς περίμεναν την έγκριση από την ελληνική κυβέρνηση. Επειδή το έζησα, ο κόσμος βίωσε μεγάλη ταλαιπωρία. Εγώ έμεινα στο αεροδρόμιο με τον αδερφό μου μέχρι τις 22:00, ενώ ο αδερφός μου αρχικά επέμενε να περιμένουμε κι άλλο, μήπως αλλάξει κάτι. Αλλά τελικά γυρίσαμε πίσω στο σπίτι μου στο Μπράιτον».

Η παραμονή επιβατών στο αεροδρόμιο και η αντιμετώπισή τους

«Παρόλο που βρισκόμουν στο Μπράιτον διατηρούσα επικοινωνία με το παιδί που βρισκόταν στο αεροδρόμιο και με ενημέρωνε για την περίεργη κατάσταση που επικρατούσε εκεί. Υπήρχε κόσμος, συγκεκριμένα 72 άτομα που παρέμεναν εκεί, επειδή δεν έβρισκαν πλέον ανοιχτά ξενοδοχεία για να μείνουν. Το προσωπικό του αεροδρομίου τους βοηθούσε αρκετά, αν και τους ανακοίνωσαν πως δεν υπήρχε θέρμανση λόγω βλάβης. Η Πρεσβεία ενημέρωσε πως θα διέθετε 50 δωμάτια για ένα βράδυ, στα οποία μπορούσαν να μείνουν όσοι επιθυμούσαν, χωρίς ωστόσο να διευκρινίσει αν ήταν μονόκλινα ή δίκλινα ή τετράκλινα. Ελάχιστοι πήγαν να μείνουν και δεν τους αντιμετώπισαν με τον καλύτερο τρόπο εκεί».

Η τελική προσπάθεια επαναπατρισμού

Η Μ. και ο αδερφός της παρέμειναν στο Μπράιτον πέντε μέρες, δηλαδή μέχρι το Σάββατο. Τους ειδοποίησαν τηλεφωνικά από την Πρεσβεία, την ίδια μέρα στις 16:00 το μεσημέρι, για μία πτήση επαναπατρισμού στις 22:00 και τους ρώτησαν αν μπορούμε μέχρι τις 19:00 να βρίσκονται στο αεροδρόμιο. Ωστόσο, όπως η ίδια μας εξομολογήθηκε, η ενημέρωση εκτός του ότι ήταν της τελευταίας στιγμής, ήταν διαφορετική από εκείνη που έλαβε ο αδερφός της και ελλιπής, καθώς δεν τους έδωσαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Με το που έκλεισαν το τηλέφωνο μάζεψαν τα πράγματα και έφυγαν.

«Φτάνοντας εκεί είδαμε γνωστά πλέον πρόσωπα, όμως πάνω στη συζήτηση γύρω στα 15 άτομα μας είπαν πως δεν έλαβαν το τηλεφώνημα από την Πρεσβεία και φοβόντουσαν. Εντωμεταξύ, ανησυχούσα κι εγώ, επειδή είχα ένα προαίσθημα ότι δεν με πέρασαν στη λίστα με τα ονόματα. Και βγήκε αληθινό, δεν με είχαν περασμένη στο σύστημα ενώ τον αδερφό μου τον είχαν. Πήρα τηλέφωνο στο νούμερο που με κάλεσαν από την Πρεσβεία και δεν το σήκωσαν τις δύο πρώτες φορές. Την τρίτη μου το έκλεισαν κιόλας. Απαράδεκτη η συμπεριφορά τους, σε αντίθεση με τη συμπεριφορά του προσωπικού στο αεροδρόμιο που προσπαθούσαν συνεχώς να έρθουν σε επικοινωνία με την Πρεσβεία και να μας βοηθήσουν να περάσουμε. Τους ευχαριστώ πραγματικά όπου και να ‘ναι. Άλλος θα μπορούσε να μην ασχοληθεί καν.

Περιμέναμε πόση ώρα και στις 21:30 έκλεινε η πύλη. Ο αδερφός μου δεν θα έφευγε χωρίς εμένα και για να ηρεμήσω σκεφτόμουν ότι τουλάχιστον σε περίπτωση που δεν με έπαιρναν θα είχα ένα σπίτι να γυρίσω. Τελευταία στιγμή, όμως, περάσαμε τέσσερα άτομα από τους 18 που είχαμε απομείνει εκτός συστήματος. Είναι άδικο, γιατί μέσα σε αυτά τα άτομα υπήρχαν άνθρωποι που έμεναν στο αεροδρόμιο αυτές τις μέρες, τους ενημέρωσαν ότι θα έβαζαν άλλη πτήση για αυτούς. Για παράδειγμα, ο άνθρωπος που μας εκπροσωπούσε στα κανάλια και φαινόταν, κυρίως, για εμάς δεν πέρασε τότε μαζί μας, ήταν πολύ άδικο».

Η στάση του Πρέσβη

«Μου έκανε εντύπωση που είδα άτομα άγνωστα, άτομα που δεν ήταν μαζί μας την πρώτη φορά στο αεροδρόμιο, άρα δεν γνωρίζω πώς ενημερώθηκαν αυτοί και δεν πέρασαν μερικοί που προσπάθησαν από την αρχή. Υπήρχαν κάποια άτομα που μίλησαν και με τον Πρέσβη, ήταν πιο μακριά από εμένα, αλλά πλησίασα και άκουγα πως τον επέκριναν έντονα για τη στάση του και την απόφαση να μην περάσουν όλα τα άτομα που περίμεναν. Τον ρώτησαν, μάλιστα, τον λόγο που δεν παρευρέθηκε αυτοπροσώπως στο αεροδρόμιο για να δώσει στον κόσμο οδηγίες και να τους ενημερώσει. Διαμαρτυρήθηκε κιόλας κατά τη διάρκεια της κλήσης ότι τον ξύπνησαν! Άλλοι είχαν τέσσερις μέρες να κοιμηθούν σε κρεβάτι. Στο αεροπλάνο, πάντως, τηρήθηκαν αποστάσεις ασφαλείας στις περισσότερες θέσεις, αν και υπήρχε χώρος ακόμα και για τα άτομα που έμειναν πίσω. Προσπαθήσαμε κι εμείς να καθυστερήσουμε την απογείωση, μήπως καταφέρουν και τους περάσουν, αλλά τελικά δεν άλλαξε κάτι».

Η επιστροφή και η αντιμετώπισή τους στο αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης

«Όταν μπήκαμε στο αεροπλάνο μας δόθηκε να συμπληρώσουμε μια φόρμα με όλα τα στοιχεία μας, όπως πληροφορίες σχετικά με τη πτήση, τη μόνιμη κατοικία μας και στοιχεία ενός οικείου προσώπου σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, καθώς και την τοποθεσία όπου θα περάσω την καραντίνα των δύο εβδομάδων. Με το που κατεβήκαμε συνειδητοποίησα ότι ήμασταν το μόνο αεροπλάνο στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», δεν έχω δει ξανά το αεροδρόμιο τόσο άδειο. Μπαίνοντας μέσα, μας έβαλαν σε μία σειρά, τηρώντας αποστάσεις και μας μέτρησαν τη θερμοκρασία. Όλο το προσωπικό πάντως ήταν ανήσυχο. Στο σπίτι επιστρέψαμε με ταξί, καθώς δεν επιτρέπονται παραπάνω από δύο ενήλικα άτομα στο αυτοκίνητο».

Η Μ. παραμένει σε ξεχωριστό διαμέρισμα από την οικογένειά της, όπως και ο αδερφός της για 14 ημέρες. Κατά τη διάρκεια της συνομιλίας μας, χτύπησε η πόρτα του σπιτιού και με ενημέρωσε πως ήρθε το φαγητό της. Δεν έχει δει τους γονείς της παρά μόνο από απόσταση όταν κάποιος της κατεβάζει το φαγητό της. Περιμένει τη λήξη της καραντίνας της μόνο και μόνο για να συνομιλήσει με έναν αληθινό άνθρωπο, εκτός κάμερας… Μέχρι τότε διαβάζει και γράφει την πτυχιακή της εργασία. Νιώθει ευγνώμων που κατάφερε να επιστρέψει.

Την ευχαριστώ θερμά για τον χρόνο της και την προθυμία της να μοιραστεί μαζί μου την ιστορία της.

No related posts.