Ένας άλλος Οδυσσέας (μέρος 1ο)

Χρώμα είναι η ένταση. Το κόκκινο, για παράδειγμα, είναι πιο έντονο από το μαύρο. Είναι ένα χρώμα εκρηκτικό. Κόκκινο. Υπάρχουν πολλές αποχρώσεις κόκκινου χρώματος. Είναι τα συνηθισμένα και αδιάφορα, αλλά είναι και εκείνα τα ξεθωριασμένα, που αφήνουν την υπόνοια ότι κάποτε υπήρξαν κόκκινα της φωτιάς. Εκείνα τα λίγο πιο ταλαιπωρημένα. Τα ξεθωριασμένα και ταλαιπωρημένα κόκκινα δεν παύουν να είναι κόκκινα που θυμίζουν πόλεμο, άλλες φορές αληθινό και άλλες φορές ψεύτικο. Και όταν λέω ψεύτικο, έχω στο μυαλό μου εκείνον τον πόλεμο που κάνει η ψυχή για να επιβιώσει. Έναν πόλεμο εσωτερικό, που φανερώνει ψυχική δύναμη και ενέργεια που δεν καταλαγιάζει. Αυτό, λοιπόν, το έντονο κόκκινο της αποφασιστικότητας και της αγάπης, γιατί δεν μπορείς παρά να αγαπήσεις με ένα τέτοιο κόκκινο, είναι εκείνο που αναδεικνύει το κουράγιο και μας κάνει να προσέξουμε τον κ. Νίκο, που πλέει στην Τσιμισκή πάνω στη δική του «Σχεδία». Ο κ. Νίκος δεν κουβαλάει απλά ένα κόκκινο γιλέκο στις πλάτες του, αλλά κουβαλάει μία ζωή και μία προσωπικότητα γεμάτη αξίες. Το λιγότερο που του αξίζει είναι η «Καλημέρα» που έχεις να του πεις.

Κεφάλαιο 1

Δεν υπήρξε γάμος. Είμαι παιδί εκτός γάμου. Βρεθήκαν η μητέρα μου και ο πατέρας μου και αφού ήρθα στον κόσμο, ο πατέρας μου με εγκατέλειψε. Έζησα αναγκαστικά χωρίς πατέρα. Η μητέρα μου ιατρικό φαινόμενο, με γέννησε στα 52. Ήταν μητέρα και γιαγιά ταυτόχρονα. Ήμουν οχτώ χρονών και η μάνα μου 60.

Γνώρισα τον πατέρα μου όταν ήτανε να πάω φαντάρος, αλλά δεν με ενδιέφερε. Ένιωθα εγκαταλελειμμένος. Ήμουν εγκαταλελειμμένος. Είχα τάσεις αυτοκτονίας ως έφηβος. Πιέστηκα πολύ για να καταφέρω να ζήσω. Δεν θα το κρύψω. Ζούσα χωρίς προστάτη. Χωρίς να μου πει κάποιος πώς πρέπει να ζήσω. Ήταν κάτι που έπρεπε να το ανακαλύψω μόνος μου. Χωρίς πόρους.

Η μητέρα μου, πολύ φτωχή. Οπότε αναγκάστηκα να μεγαλώσω. Να χάσω την παιδικότητα μου, να μην ζήσω την εφηβεία μου, συνεχώς να δουλεύω και να διακατέχομαι από ένα μόνιμο σύμπλεγμα κοινωνικής κατωτερότητας.

Ήμουνα ρακοσυλλέκτης. Μάζευα αντικείμενα και τα πουλούσα. Πήγαινα στις οικοδομές, έκανα μικροθελήματα στους γείτονες, έκανα το καθετί που μπορούσα να κάνω. Τα κάλαντα… Τα κάλαντα τα έλεγα από το πρωί μέχρι το βράδυ, έτσι ώστε να μαζέψω όσο περισσότερα χρήματα μπορούσα. Μετά πήγαινα στον μπακάλη και αγόραζα τρόφιμα για να έχουμε στο σπίτι. Στα δώδεκά μου, σταμάτησα το σχολείο για να δουλέψω. Δεν ήθελα να σταματήσω από το σχολείο. Η μαμά μου ήταν 64, δεν υπήρχε σύνταξη τότε. Έπρεπε να δουλέψω, αλλιώς δεν θα μπορούσαμε να ζήσουμε.

Δεν μπόρεσα ποτέ να γυρίσω πίσω και να δω τον εαυτό μου ως παιδί ή ως έφηβο. Αυτό μου δημιούργησε κάποια απωθημένα τα οποία προσπαθώ να τα έχω υπό έλεγχο.

Και αν πρέπει να θυμηθώ κάποια όμορφη στιγμή από την παιδική μου ηλικία δυσκολεύομαι πολύ. Δεν μπορώ να θυμηθώ κάποια καλή στιγμή από την παιδική μου ηλικία.

Η μητέρα μου ήταν μεγάλη σε ηλικία, ανήμπορη και ανύπαντρη. Δεν μπορούσε να με υπερασπιστεί.

Με κορόιδευαν. Θεωρούσαν ότι είμαι αλήτης επειδή δεν είχα πατέρα.

Τότε οι γειτονιές ήτανε πολύ ανοιχτές, υπήρχε επικοινωνία και οι γείτονες ήταν φίλοι μεταξύ τους, νοιάζονταν ο ένας για τον άλλο. Τα ρούχα τα οποία φορούσα ήταν από άλλα παιδιά. Τα οποία με έβλεπαν. Όταν φορούσα, λοιπόν, τα ρούχα τους, ερχόντουσαν και μου λέγανε, «Βγάλ’ το αυτό, είναι δικό μου».

Μέχρι που ψήλωσα και φαινόμουν πιο δυνατός. Η φύση με φρόντισε και, ευτυχώς, στα 15 μου ήμουν 1.85μ.

Όταν μεγάλωσα, πήρα πολλά ρούχα, πάρα πολλά ρούχα. Τώρα δεν έχω, αλλά τότε είχα.

Κεφάλαιο 2

Δεν έχω ζήσει καλά. Το μόνο ευχάριστο που μπορώ να θυμηθώ ήταν η κατασκήνωση. Τέσσερα χρόνια κατασκήνωση. Πάντα ως στέλεχος-ομαδάρχης. Μου άρεσε. Ενώ δεν είχα τελειώσει κάποια σχολή, γιατί έπαιρναν αυτούς που είχαν τελειώσει σχολές, με πήραν. Κατάφερα από την πρώτη στιγμή, παρατηρώντας, να ξεχωρίσω, να γίνω ο καλύτερος ομαδάρχης. Απλά αγαπούσα τα παιδιά, με αγαπούσαν και αυτά. Υπήρχε το νοιάξιμο, το ενδιαφέρον. Μου άρεσε γιατί ήμουν ο καλύτερος. Όλοι μιλούσαν για μένα, δεν μπορούσαν να έχουν αυτό που έχω εγώ, που το έχω μέχρι και σήμερα. Εγώ τους ανθρώπους τους αγαπάω. Αισθάνομαι αυτό το οποίο αισθάνονται. Δεν μου αρέσει η τριβή, η σύγκρουση. Το αποφεύγω. Εμείς οι άνθρωποι, όπως και αν λεγόμαστε, όπου και αν είμαστε, όπως και αν είμαστε, θέλω να επικοινωνούμε. Έχεις κάτι στο μυαλό σου; Πες το. Αλλά αυτό που έχεις στο μυαλό σου, άμα το περιπλέξεις, θα βγει λάθος και θα καταλάβω και εγώ λάθος και θα σου φερθώ και εγώ λάθος και θα φταίω εγώ τελικά. Δεν είναι έτσι. Μου αρέσουν οι ομάδες, γιατί έχουν τον άνθρωπο και την επικοινωνία μέσα. Η πρώτη ομάδα που έχεις στη ζωή σου, χωρίς καν να την επιλέξεις, είναι η οικογένεια σου. Ανήκουμε σε ομάδες. Ο καθένας πρέπει να καταθέτει ό,τι έχει, για να ανοίξει η ομάδα. Με τα ψέματα δεν καταφέρνει κάτι. Κοινωνικό συμβόλαιο δεν έχει υπογράψει κανείς με τη γέννηση του. Όλοι μας υιοθετήσαμε κανόνες, άλλων ανθρώπων. Γεννιόμαστε μέσα στο ψέμα. Υποκρινόμαστε.

Στα παιδιά μου, άμα δεν μου αρέσει κάτι θα το πω: «Δεν μου αρέσει αυτό το παντελόνι». Και να λέει η Θεοδώρα: «Μα αφού είναι στη μόδα». Και να κάθομαι να εξηγώ τι είναι η μόδα. Μια προσταγή στην οποία όλοι υποτάσσονται. Κατά συνέπεια όλοι είμαστε ίδιοι. Γιατί δεν υιοθετούμε κάτι άλλο; Να δούμε τι μας ταιριάζει καλύτερα. Πρέπει να δοκιμάσουμε κάτι άλλο και αυτό να το υιοθετήσουμε, και στην αντίληψη μας για τη ζωή γενικότερα. Έτσι, θα ανακαλύψουμε ο κάθε ένας μας ποιος είναι και πού ξεχωρίζει.

Μόνο ό,τι μου ταιριάζει έχω στη ζωή μου. Αυτό δεν κάνει λάθος. Και δεν θέλει και πολύ κόπο για να το καταλάβεις. Ο οργανισμός σου, πας, κάθεσαι με έναν άνθρωπο και ο οργανισμός σου δεν κάθεται καλά. Το σώμα σου σφίγγεται. Καταλαβαίνουμε ότι δεν μας ταιριάζει αυτό το πρόσωπο, γιατί να έχω επαφή με αυτό το πρόσωπο;

Είναι κακό να κάνεις πράγματα και να σκέφτεσαι τι κέρδος θα έχω. Κανένα. Την ανθρώπινη επαφή. Τα συναισθήματα. Δεν έχουν να κάνουν όλα με το τι θα κερδίσω. Δεν έχουν να κάνουν όλα με την ύλη. Έχουμε χάσει την ανθρώπινη μας διάσταση. Άλλοι την ξέχασαν και άλλοι δεν την έχουν μάθει ποτέ. Είναι ωραίο να είσαι σε μία ομάδα και να καταθέτεις το κεφάλαιο που μπορείς. Μην προσδοκώντας από τους άλλους τι θα καταθέσουν και αυτοί. Μπορείς να κάνεις προτάσεις, αλλά όχι να επιβάλλεις στα άλλα μέλη τι θα κάνουν. Έτσι θα τους δυσκολέψεις, και αυτοί με τη σειρά τους θα δυσκολέψουν εσένα.

Με κάποιο τρόπο όλοι οι άνθρωποι είναι σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Ενώνονται οι δυνάμεις των ανθρώπων, θετικές και αρνητικές. Εγώ το πιστεύω. Εγώ και μερικοί άλλοι μόνο. Άμα σε εκνευρίσω εγώ εσένα και πας να συναντήσεις κάποιο άλλο πρόσωπο, θα κουβαλήσεις εμένα, αυτό το αρνητικό που σου μετέφερα…

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ…

No related posts.