Ανήθικοι άνθρωποι, ανήθικη μόδα!

Θύμα του σκληρού ανταγωνισμού του λιανεμπορίου έπεσε η αμερικανική αλυσίδα καταστημάτων ένδυσης Forever 21. Η κήρυξη της πτώχευσης αυτής υποδεικνύει τα όρια της fast fashion.

O συγκεκριμένος όρος ακούγεται ολοένα και συχνότερα τις τελευταίες δεκαετίες, παρόλο που στο ευρύ κοινό είναι άγνωστος. Μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, οι κολοσσοί των καταστημάτων ZARA, H&M, TOPSHOP, αλλά και πολλές άλλες, επιδιώκουν τη μαζική παραγωγή προϊόντων, με ταχύτατους ρυθμούς, σε χαμηλές τιμές λιανικής πώλησης.

Αν και το φαινόμενο της fast fashion βρίσκεται σε έξαρση σήμερα, το πρόβλημα έχει τις ρίζες του στη δεκαετία του 1960. Πιο συγκεκριμένα, το 1962, o Ισπανός Amancio Ortega ίδρυσε τον όμιλο Inditex με έδρα την πόλη Λα Κορούνια. Το 1975, άνοιξε το πρώτο κατάστημα εμπορικής ένδυσης και υπόδησης, με το όνομα ZARA, και, στη συνέχεια, και άλλα σήματα, όπως Bershka και Stradivarius.

Ο πατριάρχης της ισπανικής ένδυσης και υπόδησης ήταν εξαρχής πάρα πολύ ικανοποιημένος, καθώς ήδη από το πρώτο τρίμηνο τα κέρδη του συνεχώς αυξάνονταν και ξεπερνούσαν τις προβλέψεις των αναλυτών του. Το γεγονός αυτό τον έστρεψε στην εδραίωση πολλών καταστημάτων σε ολόκληρο τον κόσμο. Με την πάροδο του χρόνου, τα καταστήματα της fast fashion εξαπλώθηκαν, δημιουργώντας ένα σοβαρό και καίριο πρόβλημα στη σύγχρονη εποχή.

Ειδικότερα, τον τελευταίο καιρό, ο όρος fast fashion εμφανίζεται παντού, καθώς τα ποσοστά κατανάλωσης από την αλυσίδα καταστημάτων fast fashion έχουν φτάσει στο ναδίρ. Πλέον, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχουν 52(!) σεζόν, αφού τα ρούχα και γενικότερα τα προϊόντα μόδας ανανεώνονται κάθε εβδομάδα.

Κάποιος, βέβαια, λογικότατα, θα αναρωτιόταν πώς είναι η εφικτή η παραγωγή προϊόντων με τέτοια ταχύτητα. Λοιπόν, η στρατηγική των συγκεκριμένων καταστημάτων προϋποθέτει φθηνά υφάσματα, φθηνά εργατικά χέρια και ολοένα και αυξανόμενη ταχύτητα. Γενικότερα, όλη η φιλοσοφία των εταιριών της fast fashion έγκειται στο τελικό αποτέλεσμα λιανικής πώλησης οικονομικών προϊόντων, τα οποία είναι προσιτά στις μάζες. Για τους λόγους αυτούς, η ποιότητα των αγαθών αυτών είναι αρκετά αμφίβολη, γεγονός που, ωστόσο, δεν δείχνει να επηρεάζει τους καταναλωτές.

Οι τελευταίοι δεν στοχεύουν σε αγορές προϊόντων με ποιότητα μακράς διαρκείας, γιατί δεν πρέπει, σύμφωνα με τους κανόνες της μόδας, όπως έχουν διαστρεβλωμένα διαμορφωθεί, να τα έχουν στην κατοχή τους για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κάθε εβδομάδα παρουσιάζονται νέες τάσεις που πρέπει να τηρούμε.

Πώς, όμως, είναι δυνατή η γρήγορη μαζική παραγωγή αγαθών, και σε χαμηλές, μάλιστα, τιμές; Οι εταιρείες της fast fashion δραστηριοποιούνται σε τριτοκοσμικές και αναπτυσσόμενες χώρες, όπως για παράδειγμα στην Ινδία, στο Μπαγκλαντές, στο Βιετνάμ. Εταιρίες που συνθέτουν την παγκόσμια βιομηχανία μόδας εκμεταλλεύονται την δεινή οικονομική κατάσταση και το πρόβλημα του υπερπληθυσμού που επικρατούν στις συγκεκριμένες χώρες και αναπτύσσονται, ώστε να φτάσουν σε πρωτοφανές μέγεθος και εξουσία. Υποχρεώνουν τους κατοίκους των περιοχών αυτών να δουλεύουν υπερωρίες, σε καθημερινή βάση, κάτω από άθλιες και επικίνδυνες συνθήκες εργασίας. Το χρηματικό εισόδημα των εργατών αυτών δεν ξεπερνάει τον κατώτατο μισθό του ενός δολαρίου για 14 ώρες τη μέρα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα που επιβεβαιώνει αυτά τα δεδομένα αποτελεί η κατάρρευση του κτιρίου Rana Plaza, ενός οκταώροφου εργοστασίου κλωστοϋφαντουργίας στην Ντάκα, έξω από την πρωτεύουσα του Μπαγκλαντές, το 2013. Οι εταιρίες σαφώς και γνώριζαν ότι το κτίριο είχε αμέτρητες ρωγμές που θα ωθούσαν στην κατάρρευσή του. Παρόλα αυτά, ανάγκασαν τους υπαλλήλους να βρίσκονται μέσα και να δουλεύουν, ώστε να μην χάσουν ποσοστά παραγωγής και εν γένει κέρδος. Αυτό είχε ως απότοκο τον θάνατο και τον τραυματισμό χιλιάδων ανθρώπων.

Εκτός από την υπονόμευση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, οι εταιρίες της fast fashion παραβιάζουν και τα περιβαλλοντικά δικαιώματα. Τα χημικά που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή των προϊόντων καταστρέφουν το φυσικό ανάγλυφο της γης, ενώ ταυτόχρονα παρεμβαίνουν αλόγιστα και άμετρα στη γη δημιουργώντας έλλειμα στις μη ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Μόνο για την κατασκευή ενός T-shirt χρειάζονται 2.700 λίτρα νερό. Κατανοούμε λοιπόν το ποσό των πηγών ενέργειας που σπαταλούνται καθημερινά για την παραγωγή μαζικών προϊόντων. Βέβαια ένα τεράστιο μέρος των προϊόντων αυτών αφήνονται στις χωματερές, αφού δεν έχουν καταναλωθεί, γεγονός που δείχνει ότι δεν είναι απαραίτητη η παραγωγή τόσο μεγάλων ποσοτήτων.

Το φαινόμενο της fast fashion υποβοηθιέται από τις αξίες που επικρατούν στην εποχή του 21ου αιώνα, τον ατομικισμό και το κυρίαρχο πρότυπο του υλικού ευδαιμονισμού. Ο αντίκτυπος της υπερκατανάλωσης είναι φανερός τόσο σε ανθρώπινο επίπεδο όσο και σε περιβαλλοντικό. Αποτελεί, λοιπόν, αδήριτη ανάγκη η ιεράρχηση αναγκών, η οποία θα οδηγήσει στην ευαισθητοποίηση των ανθρώπων σε αυτό το καίριο πρόβλημα και κατ’ επέκταση στην κινητοποίηση ομάδων στην προσπάθεια για επίλυσή του.

No related posts.