Οι ιστορίες γίνονται αληθινές αν τις πιστεύουμε

Zone Blanche (Σήμα Μηδέν)

Όποιος παρακολούθησε την Παρασκευή 21 Ιουνίου 2019 την τελετή έναρξης των Ευρωπαϊκών Αγώνων στο Μινσκ της Λευκορωσίας θα ξαφνιάστηκε από το κεντρικό της θέμα, που αφορούσε το δάσος και τους θρύλοι και μύθους που συνδέονται μαζί του. Το κάθε δάσος (όπου έμεινε, φυσικά)! Οι μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις και το καλλιτεχνικό τους μέρος, όπως οι τελετές έναρξης και λήξης, αποτελούν εξαιρετικές ευκαιρίες για να προβληθούν ζητήματα που εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον δεν συνδέονται με τους αγώνες. Τέτοια είναι η ειρήνη, η προστασία του περιβάλλοντος, η έγνοια για τους υδάτινους πόρους, η διαφύλαξη της παράδοσης και τόσα άλλα. Φέτος, το Μίνσκ μας θύμισε το δάσος.

Ένα πυκνό, βαθύ και ζωντανό δάσος, όπως όλα άλλωστε, είναι ο πρωταγωνιστής της σειράς του Netflix, “Zone Blanche”. Το δάσος είναι που ακούει, που βλέπει, που φροντίζει τον πεζοπόρο, που διατάζει τα πλάσματά του να μιλήσουν με όποιον το επιβουλεύεται, που ανησυχεί, που θυμώνει, που ξεσηκώνεται όταν το πληγώνουν. Οι κάτοικοι, μόνιμοι και περαστικοί της μικρής ευημερούσας πόλης Βιλμπλάνς, που φωλιάζει στην αγκαλιά του, πιστεύουν, όχι όλοι όμως, πως το δάσος βρίσκεται εκεί για να υπηρετεί την ευημερία τους και, ακόμη περισσότερο, την απληστία τους και, έτσι, το δηλητηριάζουν.

Η Λορέν Βάις είναι η επικεφαλής της μικρής αστυνομικής δύναμης που αγωνίζεται να ελέγξει την εγκληματικότητα της μικρής της πόλης, που, όμως, με 37 (και στο πρώτο επεισόδιο 38), φόνους μέσα στο έτος βρίσκεται ψηλότερα από τον εθνικό μέσο όρο εγκληματικότητας. Για να συνδράμει στο έργο της, αλλά και να την ελέγξει, έρχεται με δυσμενή μετάθεση στη Βιλμπλάνς ο εισαγγελέας Σιριανί που τον καταδιώκουν οι Ερινύες από τις προηγούμενες υποθέσεις που διαχειρίστηκε. Ο Σιριανί, ευσυνείδητος και σχολαστικός, υποφέρει από φοβίες και αλλεργίες και μία στενότητα αντίληψης που υποχωρεί σταδιακά. Όπως όλες οι επαρχιακές πόλεις, ένα πυκνό πλέγμα σχέσεων, μυστικών και παθών συνδέει τους κατοίκους της.

Οι σχέσεις αυτές είναι που υποκινούμενες από μια ακαταμάχητη δύναμη, η οποία μπορεί να είναι το δάσος ή το φεγγάρι και κάθε άλλη δύναμη, που εμείς οι άνθρωποι της πόλης αλλά και οι πιο κυνικοί της Βιλμπλάνς μάθαμε να αγνοούμε και να κοροϊδεύουμε. Αυτές οι δυνάμεις προκαλούν φονική μανία και ποτίζουν κάθε επεισόδιο με αίμα. Η εμμονική Λορέν, με τη βοήθεια των συνεργατών της, εξιχνιάζει τις υποθέσεις, όχι, όμως, και αυτήν που στοιχειώνει τα βράδια της, όπου περιπλανιέται στο δάσος, της απαγωγής της πριν από 20 χρόνια από κάποιον άγνωστο. Κάθε επεισόδιο θα μπορούσε να είναι αυτοτελές, αφού η παρεξηγημένη ομάδα διαλευκαίνει τα εγκλήματα που στρώνουν με πτώματα τους δρόμους της Βιλμπλάνς.

Η απληστία μίας οικογένειας που εκμαυλίζει και ελέγχει την πόλη, των Στάινερ, μας βοηθάει να κρατάμε τη σύνδεση μας με τη μεγαλούπολη, καθώς η δράση της περιλαμβάνει κάθε γνώριμη δράση μίας εγκληματικής οργάνωσης, όπως εκβιασμούς, απαγωγές, ξυλοδαρμούς, εξαγορές δημοτικών συμβούλων, αλλά και ένα οργανωμένο, συνωμοτικό, νεανικό, αναρχικό κίνημα, την Αρντουίνα, που μάχεται με τα συμφέροντα που θέλουν να μετατρέψουν το δάσος σε εργοτάξιο. Μας θυμίζει την ομάδα των «12 Πιθήκων» στην ομώνυμη ταινία, μόνο που η πορεία του μετασχηματισμού της Αρντουίνα από μία ρομαντική παρέα που βάζει ιούς στο Διαδίκτυο σε μία δυναμική ομάδα κρούσης διαφέρει από την πορεία της παρέας του Μπραντ Πιτ.

Όσοι παρακολουθούμε τη μάχη που μαίνεται στη Χαλκιδική, όπου η ξένη εταιρεία “Eldorado” (όπως το όνομα του μπαρ της Βιλμπλάνς) ξεκοιλιάζει τα σπλάχνα των αιωνόβιων δασών και τα μπολιάζει με δηλητήριο, θα βρούμε ομοιότητες στην κλιμάκωση των αγώνων των κατοίκων, που αντιδρούν στα τούνελ που άνοιξε η εταιρεία, υπονομεύοντας το μέλλον τους, μέσα από διαμαρτυρίες, δημοσιεύματα, ακόμη και πυρπόληση των εγκαταστάσεών της.

Αυτό που ίσως δεν μπορούμε να δούμε είναι πως «το δάσος αντιδρά». Ο Σιρανί βρίσκει πως «στη Βιλφράνς όλα είναι πιο επικίνδυνα». Και αν το καταλαβαίναμε, προφανώς οι περισσότεροι δεν θα δεχόμασταν πως είναι ένας ζωντανός και ενιαίος οργανισμός και ακόμη περισσότερο πως υπάρχει ένας Θεός του Δάσους που το προστατεύει και το συγχρονίζει. Οι πολλοί αιώνες που μεσολάβησαν από τη βίαια εξάλειψη της παγανιστικής θρησκείας θόλωσαν την όραση και την κρίση μας. Τα ζώα του δάσους δεν είναι πλέον αγγελιοφόροι της Μητέρας Φύσης, αλλά θηράματα και ζημιογόνοι παράγοντες για τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Η σειρά μας θυμίζει ότι τα κοράκια, οι μέλισσες, ο λύκος και το ελάφι μιλούν, βοηθούν, εμπνέουν και υπερασπίζονται τον συνεχώς μειούμενο κόσμο τους. Η συζήτηση, όμως, για το κυνήγι, για την «ανάπτυξη» που φέρνει η μεταλλευτική δραστηριότητα, για τους μύθους και τη σχέση τους με την πραγματικότητα δεν είναι θέμα μίας παρουσίασης σε τηλεοπτική σειρά, ασχέτως αν η δυναμική ιδιοκτήτρια του “Eldorado” τονίζει πως «ολόκληρη η πόλη χτίστηκε πάνω σε τέτοιους μύθους».

Θεός (ή παρανοϊκός δολοφόνος για τον διοικητή Σουτάρ), «δεν πρέπει να τον φοβόμαστε. Οι χριστιανοί τον ονόμασαν διάβολο για να μας προσηλυτίσουν, μα ήταν ελεύθερος Θεός. Ζούσαμε ειρηνικά μαζί του μέχρι που αρχίσαμε να καταστρέφουμε το δάσος». Ο Θεός των Κελτών, Κερνούνος, έρχεται και ξανάρχεται στις έρευνες της μικρής αστυνομικής ομάδας, πότε σαν όραμα της διασαλευμένης φαντασίας της Λορέν, πότε σαν εμμονή από την έρευνα στα βιβλία και τα ευρήματα της ρωμαϊκής εποχής (να διαβάσουμε και εμείς τον Πλίνιο, για μεγαλύτερη εμβάθυνση στο θέμα), πότε σαν απτή πραγματικότητα. Αν και στα πρώτα επεισόδια οι εικόνες του πυκνού δάσους, που εκτείνεται σε μία τεράστια απόσταση που τονίζει το ασήμαντο μέγεθος της ανθρώπινης πόλης στην αγκαλιά του, δημιουργεί κλειστοφοβικά αισθήματα στον θεατή, εντούτοις σε λίγο το δάσος χαμογελάει, τα ζώα του δεν τρομάζουν, εκείνο που τρομάζει είναι τα εγκλήματα των ανθρώπων που εκδηλώνουν όλη την απέραντη γκάμα της νοσηρότητας. Το δάσος είναι σκληρό αλλά δίκαιο, ακούει μουσική («του αρέσουν ιδιαίτερα τα τριημιτόνια»), θεραπεύει, καθοδηγεί και σώζει, όμως οι άνθρωποι του καταφέρνουν μαχαιριές, όπως, άλλωστε, κάνουν και μεταξύ τους. Τελικά, η Λορέν αποφαίνεται πως «η πόλη απειλεί το δάσος, όπως οι Ρωμαίοι πριν από 2000 χρόνια».

Από τότε που μας δίδαξαν πως μέσα στα δέντρα δεν κατοικούν δρυάδες και στις πηγές δεν λούζονται νηρηίδες, πως αν και βλέπουμε τα δέντρα να γεννιούνται, να μεγαλώνουν και να πεθαίνουν, εντούτοις δεν έχουν ψυχή. Από τότε που πιστεύουμε πως το κομμάτι του νεκρού «τίμιου ξύλου» είναι πιο ιερό από ένα ζωντανό δέντρο και πως ο λύκος και η αλεπού βλάπτουν τα οικόσιτα μας και λαμβάνουμε αμοιβή για την εξόντωσή τους. Από τότε που μεταφέραμε τα κεφάλια των θηραμάτων μας στους τοίχους του εξοχικού μας, ενώ έξω το δάσος έπαψε να υπάρχει.

Και, τέλος, από τότε που θεωρήσαμε σημαντικότερη μία εργασία στις στοές κάτω από το δάσος από μία βόλτα σε αυτό. Από τότε, λοιπόν, έπαψε να έχει οποιαδήποτε αξία για εμάς. Όμως, ακόμη και εάν δεν υπάρχουν κερασφόροι Θεοί για να το υπερασπιστούν, όπως ο Κέλτης Κερνούνος, η φύση θα αντιδράσει. Και όπως συνηθίζουμε εμείς οι Θεσσαλονικείς να λέμε… «Σαν τη Χαλκιδική δεν έχει», θα συνεχίσει να ισχύει και στο μέλλον το ίδιο, όμως το νόημα θα έχει αλλάξει, αφού και σαν τη Σελήνη δεν έχει πουθενά και, κάπως έτσι, οι δύο προορισμοί, πλέον, θα μοιάζουν.

Το «Σήμα Μηδέν» μιλάει για το «σημείο μηδέν», εκείνο, δηλαδή, που δηλώνει το μέρος που πέφτει μια βόμβα. Η σειρά είναι ένας ύμνος στη φύση και μία προειδοποίηση για τα πλήγματα που της καταφέρνουμε. Όπως διαπιστώνει ο Εισαγγελέας Σιριανί, «μέσα σε τόσους θανάτους, καλό είναι να πιστεύουμε ότι υπάρχει και κάτι καλό».

Φέτος το καλοκαίρι, αν επιλέξετε τη Χαλκιδική για τις διακοπές σας, περπατήστε στα αιωνόβια δάση της και αναλογιστείτε τα όσα θα δείτε στη σειρά. Γράψτε σε έναν τοίχο το σήμα της Αρντουίνα, ένα Άλφα από κλαδιά, και ζητήστε να σταματήσει η “Eldorado” την καταστροφή του δάσους. Τότε ο λύκος που θα συναντήσετε θα σας χαμογελάσει. Γιατί, «οι ιστορίες γίνονται αληθινές αν τις πιστεύουμε» ή, όπως έλεγαν οι πρόγονοί μας, «ει εισί βωμοί, εισί και Θεοί».

No related posts.