Cold Skin (2017)

«Φοβάσαι πως αν σκοτώσεις τους εχθρούς σου, δεν θα υπάρχει κανείς να μισείς»

Ως φανατικός θιασώτης της κληρονομιάς του H.P. Lovecraft, έσπευσα να αποκτήσω και να δω, μετά από πρόταση φίλου, ακόμη μία ταινία που έχει επηρεαστεί από το έργο του. Με μία ευρεία αντίληψη που αγκαλιάζει έναν τεράστιο χώρο της πολιτιστικής παραγωγής (λογοτεχνία, μουσική, κινηματογράφος, εικαστικές τέχνες, κ.ά.), οι δημιουργοί πολλών ταινιών πιστεύεται ότι αντλούν έμπνευση από το έργο του Μεγάλου Μάστορα του Κοσμικού Τρόμου. Έτσι το “Allien”, του Ridley Scott (με τη Sigourney Weaver), που συμπλήρωσε φέτος σαράντα χρόνια από την… κάθοδό του στον πλανήτη μας, καθώς και όλα τα sequels και prequels του, όπως το “Prometheus” (2012) και το “Alien: Covenant” (2017), αλλά και άλλες εξαιρετικές όπερες του διαστήματος όπως το “Europa Report” (2013) θεωρείται πως αναφέρονται στα πλάσματα της φαντασίας (ή μήπως της πραγματικότητας;) του Lovecraft.

Σε αυτά τα έργα, βέβαια, σημαντικό ρόλο παίζουν τα πλοκάμια που ο ίδιος ο συγγραφέας απεχθανόταν ακόμη και ως τροφή. Το ίδιο αποστρεφόταν και το κρύο, όπως μας περιέγραψε στο διήγημα του «Κρύος αέρας». Όμως, στο «Παγωμένο Δέρμα» του Xavier Gens, που αντλεί έμπνευση από το ομότιτλο παρθενικό βιβλίο του Καταλανού συγγραφέα Albert Sánchez Piñol (με τους Jesús Olmo και Eron Sheean να έχουν αναλάβει τη διασκευή), κάποια άλλα πλάσματα της φαντασίας του H.P.L. στοιχειώνουν συγγραφέα και σκηνοθέτη, οι «Αβυσσαίοι» ή οι “Deep Ones”. Ο Xavier Gens είναι γνωστός στους θιασώτες του κινηματογραφικού τρόμου για το αιματοβαμμένο “Frontier(s)” (2007).

Βρισκόμαστε στο μακρινό 1914, όταν ένα πλοίο αποβιβάζει σε ένα νησί του Νότιου Ειρηνικού, κοντά στην Αυστραλία, τον μοναδικό του επιβάτη, έναν Ιρλανδό μετεωρολόγο (David Oaks) που έρχεται για να αντικαταστήσει τον προηγούμενο παρατηρητή των ανέμων μετά από έναν ολόκληρο χρόνο. Οι ελληνικές κριτικές της ταινίας δεν έδωσαν σημασία στην αναφορά του πρωταγωνιστή στο «αυστραλιανό καλοκαίρι» και τοποθετούν το νησί κάπου μεταξύ του Βόρειου Ατλαντικού και του Νότιου. Όμως, ο συγγραφέας πρέπει να είχε στο νου του τις συντεταγμένες που δίνει ο Lovecraft στο «Κάλεσμα του Κθούλου» και να αναφέρεται στα αβυσσαλέα βάθη του Νότιου Ειρηνικού. Ο νέος επιστήμονας δεν βρίσκει τον προκάτοχό του στο μοναδικό σπίτι του νησιού και ενημερώνεται από τον ιδιότροπο φαροφύλακα (Ray Stevenson) ότι αυτός απεβίωσε από τύφο. Ο Ιρλανδός θα διαπιστώσει πως ο προκάτοχός του ίσως υπήρξε τυχερός που έφυγε από ασθένεια, καθώς η δικιά του ζωή κινδυνεύει από τα τρομακτικά πλάσματα που πολιορκούν τον φάρο κάθε βράδυ.

Τη ζωντανή περιγραφή τους θα βρει όποιος διαβάσει τον «Ίσκιο πάνω από το Ίνσμουθ», όπου οι μεταλλαγμένοι κάτοικοι του Ίνσμουθ κολυμπάνε και ζευγαρώνουν με τα πλάσματα του βυθού στον «Ύφαλο του Διαβόλου», στην είσοδο του λιμανιού. Μπορείτε, βέβαια, να δείτε τα ίδια πλάσματα και στο υπέροχο “Dagon”. Τα αμφίβια κυανά πλάσματα του “Cold Skin” επιτίθενται κάθε βράδυ στο φάρο του νησιού, προσπαθώντας να καταβροχθίσουν τους υπερασπιστές του, που αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη φιλία χαρακωμάτων μέσα από τον κοινό τους αγώνα επιβίωσης και τις δυσκολίες του. Μαζί τους, σε ένα βλάσφημο ερωτικό τρίγωνο, ζει και μία θηλυκή εκπρόσωπος της φυλής των πλασμάτων (Aura Garrido), με το όνομα Aneris, την οποία ο φαροφύλακας έχει «εξημερώσει» και μετατρέψει σε ερωμένη, σύντροφο αλλά και ανδράποδό του. Ο συμπαθής, μέσα στην τρέλα του, φαροφύλακας ερμηνεύει τον αδυσώπητο πόλεμο που μαίνεται κάθε βράδυ με την μόνιμη κραυγή του Lovecraft: «Εμείς είμαστε οι ξένοι σε αυτόν τον τόπο». Όπως η Γη (στο έργο του Lovecraft), είναι ο τόπος όπου εξορίστηκαν οι Μεγάλοι Παλαιοί που θα ξαναπερπατήσουν πάνω της και θα πάρουν πίσω ότι τους ανήκει. Αυτή του, όμως, η διαπίστωση δεν τον εμποδίζει από το να πολεμάει τα πλάσματα με μανία και μίσος, που προκαλεί έκπληξη και θυμό στον συμπολεμιστή του, που προσπαθεί να φέρει την ειρήνη ανάμεσα στα είδη.

Οι Αβυσσαίοι της ταινίας είναι πραγματικά καλοφτιαγμένοι, αλλά με ένα κυανό χρώμα (πιστεύω πως το πράσινο θα ήταν πιο κατάλληλο αλλά και λιγότερο «συμπαθητικό») που ανακατεύει το γκόλουμ του “The Lord of the Rings” με τα γαλάζια Na’vi του “Avatar”. Γίνονται, όμως, τρομακτικά αυθεντικοί όταν κολυμπούν στα νερά του νησιού και το ηφαιστιακό έδαφος της κολασμένης γης, με τα υπολείμματα αλλόκοτων πλασμάτων, μεταφέρει στον θεατή την αγωνία των πρωταγωνιστών. Οι επιθέσεις στο σπίτι και οι μάχες στον φάρο είναι σκληρές και αγχωτικές.

Ο θεατής νιώθει πως στέκεται ο ίδιος στην κουπαστή του φάρου, κάτω από το φως του και το χιόνι, πυροβολώντας ακατάπαυστα για ώρες τους φρικαλέους πολιορκητές του. Νιώθει τυχερός που δίπλα του πολεμάει ένας, έστω και αλλόκοτος, φίλος και αισθάνεται, καμιά φορά, πως οι δύο τους γίνονται ένα. Ο συμπολεμιστής του γίνεται τότε ο άλλος του εαυτός. Ένας δεσμός που δεν μπορεί να καταλύσει καμιά γυναίκα ή… ό,τι άλλο.

No related posts.