Στους τυφλούς ο μονόφθαλμος(;)

Το ελληνικό… αγωνιστικό 2019 ολοκληρώνεται με ανάμεικτα αισθήματα για φιλάθλους, οπαδούς και όλους όσοι σχετίζονται με τον ελληνικό αθλητισμό. Ποδόσφαιρο, βόλεϊ και χάντμπολ έχουν ουσιαστικά δρομολογηθεί, με τον Ολυμπιακό να κυριαρχεί, πλήρως, στο δεύτερο και στο τρίτο και μένει το πονεμένο, φέτος, λόγω εξωαγωνιστικών παραγόντων, μπάσκετ, για να ολοκληρωθεί το καρέ. Ας μην κοροϊδευόμαστε, όμως, ακόμα και στο μπάσκετ, αν οι δύο αιώνιοι τα βρουν επιτέλους και αφήσουν στην άκρη παράπονα για διαιτητές, κλίκες και… Αδριατικές, ένας από τους δύο θα κατακτήσει το πρωτάθλημα, γιατί, για πολλοστή, και συνεχόμενη, μάλιστα, φορά ο ανταγωνισμός στην Ελλάδα περιορίζεται σε ένα μόνιμα οικονομικά ενισχυμένο δίπολο.

Στη σύγχρονη αθλητική πραγματικότητα, ο καθοριστικότερος παράγοντας για την ανάδειξη πρωταθλητών, νικητών και πρωταγωνιστών είναι τα χρήματα, το κεφάλαιο, οι επενδύσεις και η ευρύτερη επιχειρηματική επιθυμία για ενασχόληση με τον αθλητισμό. Και αυτό υπό άλλες συνθήκες δεν θα ήταν τόσο επιζήμιο για τα αγαπημένα μας σπορ, αν δεν καθρεπτιζόταν σε αυτά η ελιτιστική οικονομική στάση της σημερινής κοινωνίας, του σημερινού κόσμου, όπου τα χρήματα συσσωρεύονται στα χέρια των λίγων και ισχυρών και αυτοί και μόνο αυτοί έχουν λόγο στη διαχείριση και την αξιοποίησή τους.

Τα αθλητικά σωματεία, πλέον, στην Ελλάδα (και όχι μόνο), χωρίζονται σε κατηγορίες δυναμικότητας ανάλογα με την οικονομική ισχύ του επενδυτή ή των χορηγών τους, ή ακόμα και την ύπαρξη ή την απουσία αυτών. Στην περίοδο της οικονομικής ύφεσης, λοιπόν, γίνεται αντιληπτό ότι δεν είναι λίγες οι ομάδες αυτές που δεν διαθέτουν κάποιο ισχυρό κεφάλαιο προκειμένου να τους δοθεί η ευκαιρία να πρωταγωνιστήσουν ή έστω να είναι ανταγωνιστικές. Αποτέλεσμα των παραπάνω, ο περιορισμός των πραγματικά ανταγωνιστικών ομάδων και η δημιουργία χάσματος ανάμεσα στις οικονομικά ενισχυμένες και τις οικονομικά αποδυναμωμένες ομάδες.

Ο ποδοσφαιρικός Π.Α.Ο.Κ., φέτος, ήταν, αναμφίβολα, ο απόλυτος κυρίαρχος στο ελληνικό πρωτάθλημα το οποίο δίκαια κατέκτησε. Κατάλληλο βάθος στον πάγκο, απαραίτητες ανάσες για τα δύσκολα παιχνίδια, συγκέντρωση, τύχη και ανάδειξη ηγετικών προσωπικοτήτων σε σημαντικά σημεία της σεζόν ήταν οι βασικοί λόγοι που οδηγήθηκε στο νταμπλ. Η πιο επιτυχημένη ομάδα του «Δικεφάλου», με τον πιο επιτυχημένο προπονητή και πρόεδρο στην ιστορία, κατέκτησε το όνειρο κάθε φιλάθλου του σωματείου και άφησε άπαντες ικανοποιημένους. Η διαφορά από τους αντιπάλους αισθητή και χαοτική σε ορισμένα αγωνιστικά και εξωαγωνιστικά σημεία. Ιδού και το πρόβλημα! Μπορεί η ομάδα της Θεσσαλονίκης να ήταν κυρίαρχη, αλλά το επίπεδο του ελληνικού πρωταθλήματος έχει πέσει αισθητά τα τελευταία χρόνια και αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό από την πορεία των ομάδων μας στην Ευρώπη. Όταν ο δευτεραθλητής Ολυμπιακός και η τρίτη Α.Ε.Κ. διαθέτουν μόνο 2-3 παίκτες που θα μπορούσαν να χωρέσουν στο ρόστερ του «Δικεφάλου» και, φυσικά, χωρίς κανένας να τους εγγυηθεί φανέλα βασικού, τότε ζούμε σε μία άρρωστη σύγχρονη ποδοσφαιρική πραγματικότητα.

Ο Π.Α.Ο.Κ. εμφανίστηκε σε πολλά ματς φέτος κακός αγωνιστικά, με έλλειψη ποιοτικού ποδοσφαίρου και αδυναμία παραγωγής έστω καλού θεάματος. Το πρωτάθλημα μπορεί να ήρθε, αλλά κανένας σώφρων Έλληνας οπαδός δεν μπορεί να δηλώνει ικανοποιημένος από το ποδόσφαιρό που βλέπει κάθε Κυριακή που πάει στο γήπεδο. Πολύ απλά γιατί αυτό που βλέπει σπάνια θυμίζει ποδόσφαιρο! Ο φετινός νταμπλούχος και αήττητος, λοιπόν, ΠΑΟΚ κατά πόσο θα βρισκόταν στην ίδια θέση ή θα ήταν αήττητος το 2010 ή το 2014 όπου στο πρωτάθλημα μας υπήρχαν πραγματικά ποιοτικοί παίκτες;

Τροφή για σκέψη το γεγονός ότι ιστορικές ομάδες όπως ο Ο.Φ.Η., ο ΠΑΣ Γιάννενα και η Τρίπολη όχι απλώς δεν διεκδικούν κάτι, αλλά κάθε χρόνο σταδιακά αποδυναμώνονται και παρουσιάζονται σαν ερασιτεχνικά σωματεία που ανεβοκατεβαίνουν κατηγορίες. Ο «Δικέφαλος» έχτισε επιτέλους μία δυνατή και αξιόλογη ομάδα που έβγαινε μπροστά στα δύσκολα και δεν πετούσε βαθμούς από εδώ και από εκεί. Του πήρε, όμως, οχτώ χρόνια από την άφιξη Σαββίδη και το έκανε μόνο όταν οι αντίπαλοι του είχαν περιοριστεί στους δύο – και αυτοί όχι ιδιαίτερα αξιόλογοι. Χωρίς να προσπαθώ να μειώσω την προσπάθεια που έγινε, φέτος, οφείλουμε να αποδεχτούμε ότι δεν είναι όλα ρόδινα και το ελληνικό ποδόσφαιρο νοσεί, αποτελούμενο από ομάδες με παρωπίδες και αποκλειστικότητες ως στόχους. Η εικόνα μας εκτός συνόρων αντικατοπτρίζει την αντίστοιχη εντός των τειχών. Μια εικόνα που δεν θα χαρακτηριζόταν ποτέ και από κανέναν θετική ή έστω ελπιδοφόρα. Και αυτό είναι απλά θλιβερό.

Ανάλογες καταστάσεις σε βόλεϊ, μπάσκετ και χάντμπολ, όπου μοναδικά δίπολα και τρίπολα βρίσκονται στο προσκήνιο για δεκαετίες, χωρίς να απειλούνται από άλλες ανερχόμενες δυνάμεις. Πολύ απλά γιατί με εξαίρεση των ήδη μεγάλων σωματείων που βρίσκουν ευκολότερα χρηματοδότηση, καμία άλλη ομάδα δεν διαθέτει την δυνατότητα να σπάσει τα αγωνιστικά μονοπώλια και τις κατακτήσεις τροπαίων που μοιάζουν ρουτίνα. Ο ελληνικός αθλητισμός μπορεί να μην είχε τρομακτικές διαφοροποιήσεις πριν από 10 χρόνια αλλά τουλάχιστον είχε την ευχέρεια να διατηρεί το ενδιαφέρον αμείωτο και συνεχές, έστω και με την ακραία μορφή πάθους και έντασης που διαθέτει το ελληνικό οπαδικό κοινό. Πλέον το ενδιαφέρον έχει χαθεί, γιατί κάθε χρόνο είμαστε πρωταγωνιστές σε μία ίδια πραγματικότητα της οποίας το σενάριο ελαφρώς διαφοροποιείται ανάλογα με το πού θα κάτσει η (οικονομική) μπίλια. Γήπεδα άδεια, νέοι άνθρωποι αδιάφοροι για την αθλητική ζωή και περιστατικά χουλιγκανισμού και πλήξης ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Κάθε χρόνο και χειρότεροι ή πιο αδιάφοροι Υφυπουργοί Αθλητισμού, αδύναμες κυβερνήσεις και αμφιλεγόμενες αποφάσεις για μεγάλα αθλητικά δρώμενα, που μόνο θλίβουν και απομακρύνουν τον κόσμο από την ενασχόληση με την Ελληνική αθλητική ζωή.

Πίσω στο θέμα μας, ο περιορισμένος ανταγωνισμός και τα μονοπώλια στον αθλητισμό, βέβαια, δεν είναι ένα φαινόμενο που παρουσιάζεται μόνο στη χώρα μας. Ανάλογα προβλήματα παρατηρούνται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου ορισμένες ομάδες και σωματεία έχουν ξεφύγει κατά πολύ από τους αντιπάλους τους (Μπάγερν-Γερμανία, Γιουβέντους-Ιταλία, ΤΣΣΚΑ-Ρωσία κ.λπ.) Η διαφορά αυτών με την Ελλάδα είναι ότι ανεξάρτητα ποιος κάθεται στην κορυφή, από κάτω διατηρείται ένα υψηλό αγωνιστικό επίπεδο, που γίνεται αισθητό στους φιλάθλους.

Κλείνοντας, θα ήθελα να παραθέσω και τη θετική και αισιόδοξη πλευρά του θέματος γιατί όπου πρόβλημα και λύση. Ο ελληνικός αθλητισμός παρακμάζει τα τελευταία χρόνια, αλλά ανέκαθεν παρουσιάζονταν κρίσεις και εμπόδια στην πορεία του προς την κοινή αναγνώριση. Ο Έλληνας κουβαλάει βαριά αθλητική ιστορία και, διαχρονικά, με το παθός του, την προσωπικότητά του, το πείσμα του και το ταπεραμέντο του έχει καταφέρει θαύματα. Ας είναι, λοιπόν, αυτά, τα στοιχεία που θα τον οδηγήσουν και πάλι στη δόξα, στην ποιότητα και ανάκαμψη από όποιες τυχόν δυσκολίες παρουσιάζονται…

Related posts:

  1. Τελικά, πόσο ζυγίζει μία φανέλα;