Αντικαθιστώντας τα «πρέπει» με τα «θέλω»

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε μεγαλώσει σε μία κοινωνία όπου οι πάντες προσπαθούσαν να μας κάνουν από μικρά παιδιά καθ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Πόσες φορές δεν ακούσαμε από τους γονείς μας τη φράση «πρέπει να διαβάζεις, για να μπεις στο πανεπιστήμιο και να βρεις μία καλή δουλειά» ή, τέλος πάντων, κάτι παρεμφερές;

«Μην φωνάζεις, ακόμη κι αν κάποιος ή κάτι σε έχει φτάσει στο αμήν. Γιατί δεν πρέπει να μας ακούσουν οι γείτονες!». Κι ας μην είναι ώρα κοινής ησυχίας, και ας τους ακούς εσύ εκείνους να γκαρίζουν όλη μέρα και όλη νύχτα, με σκυλιά, γατιά, παιδιά, γκόμενους, γκόμενες ή συζύγους. Εσύ απαγορεύεται να εκνευριστείς για τον οποιονδήποτε λόγο, γιατί «θα σε ακούσουν οι γείτονες και θα γίνεις ρεζίλι».

Και όταν έρχεται το Πάσχα ή κάποια άλλη μεγάλη γιορτή, «πρέπει να νηστέψεις, γιατί πρέπει να πας να κοινωνήσεις… Γιατί έχω αποφασίσει -εγώ για σένα- ότι είσαι Χριστιανός και, έτσι, πρέπει να φέρεσαι». Και ας έτρωγες εσύ οχτώ κιλά καμαράκια στην καθισιά. Σημασία είχε ότι επάνω τους είχαν αυτήν τη… μαμαδίστικη-γιαγιαδίστικη σφραγίδα, που έλεγε «νηστίσιμο».

Αργότερα, φτάνοντας στα 20, «πρέπει μαζί με τις σπουδές σου να βρεις και μία δουλειά, όχι όλο καφέδες και αραλίκι». Και αν σου δίνουν λίγα χρήματα ή, για κάποιον άλλον λόγο, δεν είσαι ευτυχισμένος σε αυτήν, «δεν είναι αυτός λόγος να την παρατήσεις, αλλά να λες κι ‘ευχαριστώ’, γιατί οι εποχές είναι δύσκολες». «Και πρέπει, αν είσαι αγόρι, μέχρι τα 25 σου να έχεις τελειώσει, γιατί πρέπει να πας και φαντάρος». Αν είσαι κορίτσι, «πρέπει να αρχίσεις να βοηθάς στις δουλειές του σπιτιού, γιατί πρέπει αύριο-μεθαύριο να μπορείς να κρατήσεις το νοικοκυριό σου και να φροντίζεις όπως πρέπει τον άντρα σου».

Τα «πρέπει», φυσικά, δεν πηγάζουν μόνο από το οικογενειακό μας περιβάλλον, καθώς πολλά από αυτά τα ακούμε από φίλους ή, πολύ χειρότερα, γνωστούς. Και, ασφαλώς, δεν έχουν πάντα την ίδια μορφή. Από μία ηλικία και μετά κανείς δεν μας λέει ευθέως «πρέπει να κάνεις το τάδε» ή «πρέπει να κάνεις το δείνα». Τα «πρέπει» που μας βάζει η κοινωνία όταν ενηλικιωνόμαστε, είναι, συνήθως, πιο έμμεσα και κρύβονται πίσω από το «πότε θα πας στον στρατό;» προς τον 25χρονο φοιτητή που έχει πάρει αναβολή για να σπουδάσει ή στο «άντε με το καλό και ένα παιδάκι, τώρα» προς το 27χρονο κορίτσι που έχει, μόλις, παντρευτεί.

Στην πραγματικότητα, είναι πολύ δύσκολο να προσδιοριστεί το από πού ακριβώς πηγάζουν, αφού ακόμη και τα «πρέπει» που θέτουν οι γονείς μας, πιθανότατα, τα παρέλαβαν από τους δικούς τους γονείς, που και εκείνοι τα είχαν παραλάβει από τους δικούς τους γονείς. Από γενιά σε γενιά, σαν να λέμε! Στην ουσία, τα «πρέπει» είναι, σε έναν μεγάλο βαθμό, η επιθυμία των ανθρώπων να είναι αρεστοί στον περίγυρό τους. Σε συγγενείς, φίλους ή ακόμη και… γείτονες. Κανείς, βέβαια, δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια το γιατί κάποιοι άνθρωποι αποφάσισαν, εξαρχής, να βάλουν τους εαυτούς τους σε αυτό το τρυπάκι, αλλά και το πώς κατάντησε «φυσιολογικό» το να ασχολούνται με το τι κάνουν οι «άλλοι», περισσότερο, ίσως, απ’ ό,τι το να ασχολούνται με το τι κάνουν οι «ίδιοι».

Ο μόνος τρόπος για να αλλάξει η όλη κατάσταση και να είμαστε όλοι πιο ήρεμοι και πιο χαρούμενοι είναι οι άνθρωποι με… ζωή να σπάσουν τον φαύλο αυτό κύκλο που έχουν φτιάξει οι άνθρωποι χωρίς… ζωή. Ας κάνουμε όλοι μία λίστα με τα «πρέπει» της κοινωνίας που ακούμε ή νιώθουμε καθημερινά. Όλα όσα μας πνίγουν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, και σε καθένα από αυτά, ας αντικαταστήσουμε τη λέξη «πρέπει» με τη λέξη «θέλω». Τώρα, ας τα σκεφτούμε όλα ένα προς ένα και ας κυκλώσουμε όλα όσα, όντως, θέλουμε, διαγράφοντας τα υπόλοιπα. Οριστικά και αμετάκλητα!

Η μόνη χρησιμότητα των «πρέπει» είναι να αποτελούν το όχημα για να φτάνουμε πιο κοντά στα «θέλω» μας. Αν, λόγου χάρη, κάποιος θέλει να γίνει σεφ, πρέπει να πάει σε μία σχολή για να αποκτήσει εξειδίκευση. Κατά τα άλλα, τα «πρέπει» δεν έχουν θέση στις ζωές μας, αποτελούν κατασκευές της κοινωνίας, που για κάποιον -σαδομαζοχιστικό- λόγο έχει επιλέξει να ζει σε καλούπια!

No related posts.