«Επίμονη Τέχνη» στο Μπενσουσάν Χαν

Πριν λίγο καιρό έγινα μάρτυρας μίας βραδιάς που όμοιά της δεν έχω ξαναζήσει ποτέ μου. Δεν θα ξεχάσω τη νύχτα που ένιωσα πόσο προνομιούχα είμαι, καθώς ο Στέλιος Ντοκούζ, καλλιτεχνικός διευθυντής του Μπενσουσάν Χαν (ενός από τους πιο όμορφους χώρους εκδηλώσεων που έχω επισκεφτεί και που χρήζει ανάγκης δικού του άρθρου) μου έκανε την πρόταση να πάω εκείνο το βράδυ της Τρίτης να παρακολουθήσω μία έκθεση διαφόρων έργων τέχνης, με το όνομα «Επίμονη Τέχνη» και αν ήθελα να πάρω από τους καλλιτέχνες μία μικρή συνέντευξη. Φυσικά, εγώ, αναγνωρίζοντας τη μεγάλη τιμή δέχτηκα με χαρά και ενθουσιασμό.

Καθώς δεν ήξερα τι μπορεί να με περίμενε εκείνο το βράδυ, μόλις έφτασα στο Μπενσουσάν Χαν και βρήκα τον Στέλιο τον ακολούθησα. Εκείνος, με οδήγησε σε έναν από τους πιο όμορφους χώρους μέσα στο κτήριο. Τον πρώτο όροφο. Μόλις έκανα την είσοδό μου, αντίκρισα έργα τέχνης διαφόρων ειδών, από πίνακες και γλυπτά, μέχρι προβολές και action painting. Κατάλαβα ότι η έμπνευση που θα μου έδιναν θα ήταν αστείρευτη. Ο πρώτος όροφος, ένας χώρος που, πάνω-κάτω, φιλοξενεί κάπου στα έξι δωμάτια που επικοινωνούν μεταξύ τους, ήταν το τέλειο αρχιτεκτονικό πλεονέκτημα για τις ανάγκες της έκθεσης, καθώς κάθε δωμάτιο είχε το δικό του θέμα, τους δικούς του καλλιτέχνες και τα δικά του έργα. Η αίσθηση ότι βρίσκεσαι σε ένα διαφορετικό σύμπαν κάθε φορά ήταν χαρακτηριστική.

Κούκλες σαν από παραμύθι

Κατάμεστος ο χώρος από κόσμο που φαινόταν να περνάει υπέροχα, μπερδεύτηκα μέσα στο πλήθος και άρχισα να παρατηρώ τα πάντα γύρω μου μέχρι να βρω το πρώτο ερέθισμα που θα με προσκαλούσε να αρχίσω να βγάζω φωτογραφίες και να κάνω ερωτήσεις στους καλλιτέχνες. Και, φυσικά, δεν άργησα να το βρω. Η πρώτη καλλιτέχνιδα, που τα έργα της μου τράβηξαν την προσοχή, ήταν η Μαρίνα Σουζντάλτσεβα. Τα δημιουργήματα της Μαρίνας ήταν κούκλες, τόσο ρεαλιστικές που εύκολα περνιούνταν για αληθινές. Φτιαγμένες από απλά υλικά, όπως πηλό και βαμβάκι, οι κούκλες μόνο απλές δεν ήταν. Έμοιαζαν με πρωταγωνίστριες κάποιου παλιού παραμυθιού, με νεράιδες και πριγκίπισσες μίας εποχής ξεχασμένης από καιρό.

Όμως οι ιστορίες πίσω από τα έργα τέχνης είναι αυτές που τα κάνουν ξεχωριστά. Η Μαρίνα, μητέρα μίας κορούλας με αρκετές αλλεργίες, είχε παρατηρήσει ότι η κόρη της ενοχλούνταν από τις κούκλες που είχε, αφού μάλλον δεν ήταν κατασκευασμένες από αντιαλλεργικά υλικά. Τότε, πήρε την κατάσταση στα χέρια της και αξιοποίησε το χόμπι της στο έπακρο. Παραγγέλνοντας τα κατάλληλα υλικά, έφτιαξε τις δικές της κούκλες για την κόρη της, εξελίσσοντας αυτό το ταλέντο σε κάτι μοναδικό και μαγικό.

Οι Arc n Scu

Ο δεύτερος καλλιτέχνης ή μάλλον μία οικογένεια καλλιτεχνών που συστήνονται και με το όνομα Arc n Scu, ήταν εκείνοι που αμέσως μετά μου διέγειραν την περιέργεια. Οι Νίκος και Κώστας Παπαδόπουλος (γιος και πατέρας) ήταν εκείνοι που με υποδέχτηκαν στη δική τους γωνιά της έκθεσης. Μου παρουσίασαν τα έργα τους, κάποια σκίτσα και ζωγραφιές, αλλά και κάποια γλυπτά. Τα υλικά που χρησιμοποίησαν ήταν, κυρίως, μέταλλο σε μία προσέγγιση που προσωπικά θα τη χαρακτήριζα κάπως «βιομηχανική». Αργότερα, έμαθα ότι το αντικείμενο σπουδών του Νίκου ήταν μηχανολόγος-μηχανικός, κάτι που ο ίδιος εκμεταλλεύεται ως πηγή έμπνευσης για τη δημιουργία των έργων του. Πολλά δημιουργήματά τους είχαν σχέση με το πάντρεμα αλλά και την αντίθεση της φύσης με τη μοντέρνα ζωή και κοινωνία. Προβάλλοντας μηνύματα ενός ξεχασμένου παρελθόντος και ενός, για μένα ίσως, θλιβερού μέλλοντος…

Μήδεια εάλω

Η επόμενη καλλιτέχνιδα που με έκανε να ενδιαφερθώ ήταν η Καντιφένια Ζαφειριάδου ή Καφείρα (Ωκεανίδα, κόρη του Ωκεανού), όπως της αρέσει να αυτοαποκαλείται. Μία γυναίκα με βαθιά ευαισθησία ψυχής και καλλιτεχνική ευφυΐα. Το έργο της Καντιφένιας ήταν η προβολή ενός μικρού μήκους βίντεο με τίτλο «Μήδεια εάλω», όπου αναπαριστά τη δική της θλιβερή ιστορία αγάπης, άμεσα συνδεδεμένη με εκείνη της Μήδειας. Πρωταγωνιστώντας στο βίντεο, δίνει μία παράσταση που αφηγείται τα συναισθήματα μίας βαθιά πληγωμένης και προδομένης από τον έρωτα καρδιάς. Γεμάτο κρυφά μηνύματα, η κατανόηση του δημιουργήματος ισούται με την κατανόηση της πραγματικής ιστορίας της καλλιτέχνιδος.

Το “Kuro”

Τελευταία στην λίστα αλλά εξίσου σημαντική, η παρουσία της Πηνελόπης Νέλλη. Μία καλλιτέχνιδα, σχεδιάστρια και μουσικός, η οποία με μαγνήτισε με ένα νούμερο action painting (στυλ αφηρημένης ζωγραφικής, στην οποία το χρώμα, τυχαία, ρίχνεται ή χύνεται στον καμβά). Έτσι περίεργη που είναι η φύση μου, λοιπόν, μετά από λίγη ώρα, αφού τελείωσε το σόου, την πλησίασα και προσπάθησα να καταλάβω το νόημα και την έμπνευση του πιο περίπλοκου -για τον δικό μου τρόπο σκέψης- δημιουργήματος. Εκείνη, τότε, με υπομονή και χαμόγελο, μου εξήγησε ότι η ιδέα πίσω από όλο αυτό που μόλις είχα δει είναι το “kuro”. To “kuro” είναι στα ιαπωνικά το μαύρο. Το μαύρο το οποίο υπονοεί βαθύτερες έννοιες και αλήθειες, συνδέεται με το υποσυνείδητο και μπορεί να εφαρμοστεί σε καθετί τριγύρω μας. Σε ρούχα, πίνακες, κούκλες, μέχρι και ιδέες.

Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση, όμως, ήταν ότι κατά τη διάρκεια του action painting, η δημιουργός φορούσε μάσκα. Η μάσκα, έμαθα αργότερα από την ίδια, σηματοδοτεί την ασφυξία του καλλιτέχνη να ζωγραφίσει το φουξ του “kuro”, καθώς το φουξ, για εκείνον, βρίσκεται έξω από τη ζώνη ασφάλειάς του, είναι κάτι διαφορετικό και αποτελεί αντικείμενο άγχους. Παρόλα αυτά, το ζωγραφίζει πηγαίνοντας κόντρα στη δυσφορία του.

Πολλοί ακόμα καλλιτέχνες εξέθεσαν τα έργα τους εκείνο το βράδυ. Το κάθε ένα ξεχώρισε για τη δική του ιστορία και πραγματικότητα και για τον δικό του δημιουργό. Όλοι άξιοι να αναφερθούν. Σε αυτό το άρθρο, μπήκαν καλλιτέχνες οι οποίοι μίλησαν στο δικό μου μυαλό και στη δική μου καρδιά. Καλλιτέχνες που με συγκίνησαν για δικούς μου, προσωπικούς λόγους. Τους ευχαριστώ όλους για τον χρόνο τους και ελπίζω μία μέρα να ξαναδώ τα έργα τους, αλλά και τους ίδιους.

Ιδιαίτερες ευχαριστίες στον Στέλιο Ντοκούζ, καλλιτεχνικό διευθυντή του Μπενσουσάν Χαν και τη Χρύσα Μπαρζόκα, αρχιδιοργανώτρια της «Επίμονης Τέχνης».

No related posts.