Περί προσδοκιών

Στη σύγχρονη εποχή της πολιτικής αστάθειας σε παγκόσμιο επίπεδο, του πολιτικού αμοραλισμού και της παραφροσύνης που επικρατεί στη χώρα μας, της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, του διάχυτου κοινωνικού μίσους και της απαισιοδοξίας, είναι σημαντική η παράθεση ιδεών και επιχειρημάτων σε ένα δοκίμιο σχετικά με τις προσδοκίες. Το παρόν δοκίμιο θα πραγματευτεί το ζήτημα αυτό σε όλες τις εκφάνσεις του σύγχρονου ανθρώπινου βίου, δημόσιου και ιδιωτικού, με ιδιαίτερη έμφαση στον δεύτερο.

Αρχικά, οι πολίτες-κοινωνοί της χώρας μας, συνήθως, λίγο, πολύ -ή και καθόλου- τρέφουμε προσδοκίες από τους κυβερνώντες, όταν αυτοί εκλέγονται στην εκτελεστική εξουσία μέσω των εθνικών εκλογών. Όσον αφορά αυτούς που είχαν αρκετές προσδοκίες από την εκλογή της σημερινής κυβέρνησης στην εξουσία, βλέποντας τα όνειρά τους να τσακίζονται και το ηθικό τους να αποδυναμώνεται ακόμη περισσότερο, απογοητεύτηκαν παντελώς. Αφενός μεν, πλανήθηκαν, έτρεφαν αυταπάτες και μέσα στην απελπισία τους πίστεψαν όλες τις υποσχέσεις που τους έδωσε η σημερινή κυβέρνηση προεκλογικά, αφετέρου, αντικειμενικά, λογικά και εύλογα υπήρχε μεγάλη δόση υπερβολής στις εξαγγελίες αυτές (π.χ. σκίσιμο των μνημονίων), δυνάμει των οποίων η κοινωνία μας θα μετέβαινε ως διά μαγείας από την δυστυχία στην ευτυχία.

Αντιθέτως, οι προσδοκίες αυτές καταρρίφθηκαν, καθώς η σημερινή ελληνική κυβέρνηση επέβαλε πρόσθετα οικονομικά μέτρα. Συγχρόνως, δε, ξέσπασαν, γι’ άλλη μία φορά στην ελληνική μεταπολιτευτική ιστορία, οικονομικά σκάνδαλα για διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Το αποκορύφωμα όλων αυτών των παράλογων γεγονότων που συμβαίνουν στην Ελλάδα ήταν η υπογραφή της βλαπτικής για τα εθνικά μας συμφέροντα συμφωνία των Πρεσπών, κατά παράβαση τόσο του Συντάγματός μας όσο και του δημοσίου διεθνούς δικαίου. Ως προς το πιο πρόσφατο παράδειγμα, πρέπει να σημειωθεί ότι αντικειμενικά και ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, η κυβερνητική αυτή πράξη είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Κι όπως φαίνεται από τα τεκταινόμενα στην Τουρκία, με αρκετή δόση ρεαλισμού, διαφαίνεται ότι έχει ξεκινήσει μία επικίνδυνη εποχή για την εξωτερική πολιτική της χώρας.

Σε άμεση συνάρτηση με τα ανωτέρω, όσοι από τους πολίτες της χώρας μας βρίσκονται στην έσχατη ένδεια, στη πλειονότητά τους, λειτουργούν με υπερβολικό τρόπο, συνεχίζοντας να πλανώνται και να τρέφουν αυταπάτες. Για παράδειγμα, κάποιοι από αυτούς μπορεί να στραφούν σε ακραίες ιδεολογίες του αριστερού και του δεξιού φάσματος ή να προβούν σε πράξεις βιαιότητας, ως αντίποινα και ως εκτόνωση στην δικαιολογημένη αγανάκτησή τους, μέσα από διαδηλώσεις ή μέσα από την υποστήριξη κάποιων ποδοσφαιρικών ομάδων. Σημειώνεται, όμως, ότι το να τρέφουν κάποιοι αυταπάτες και να βρίσκονται σε πλάνη, σε έναν βαθμό, τους απενοχοποιεί των ευθυνών τους, καθώς με το να θυματοποιούνται μπορούν να επιρρίπτουν την ευθύνη των ενεργειών τους, συμπεριλαμβανομένων των πράξεων και των παραλείψεών τους, στους κυβερνώντες, την στιγμή που δεν αναγνωρίζουν τον δικό τους μικρότερο βαθμό ευθύνης της σημερινής κατάντιας, ψηφίζοντάς τους.

Επιπρόσθετα, η έκρυθμη πολιτική κατάσταση σε συνδυασμό με την διάψευση των προσδοκιών των πολιτών συνδέεται άρρηκτα με την σχέση που οι τελευταίοι δημιουργούν και με το χρήμα. Πιο συγκεκριμένα, οι περισσότεροι έχουμε υπομείνει όλες τις δυσμενείς συνέπειες της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, έχοντας αναπτύξει ανοχή και αντοχή στην οικονομική στέρηση κάποιων πραγμάτων. Βέβαια, υπάρχουν και πολλοί συμπολίτες μας οι οποίοι δεν μπορούν να καλύψουν τις βασικές βιοτικές τους ανάγκες, πράγμα που είναι ποιοτικά τελείως διαφορετικό από τις περικοπές στην διασκέδαση και στην ψυχαγωγία. Ως προς αυτούς, τα λόγια είναι περιττά, γιατί μόνο αυτοί γνωρίζουν και βιώνουν με σκληρό τρόπο τις οδυνηρές συνέπειες της οικονομικής κρίσης, που αρχίζουν από την έλλειψη επαρκών χρηματικών πόρων για την καθημερινή διαβίωσή τους (π.χ. καθημερινά ψώνια, λογαριασμοί, μετακινήσεις και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη) και φθάνουν μέχρι την κατάσχεση της κύριας κατοικίας τους, λόγω διογκωμένων οφειλών στα τραπεζικά ιδρύματα και στους δημόσιους φορείς.

Μετά από αυτήν την παρένθεση λοιπόν, όσον αφορά αυτούς που δυσκολεύονται να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές υποχρεώσεις, αλλά καλύπτουν τις βασικές τους ανάγκες, σημειώνεται ότι έχουν την προσδοκία πως η απόκτηση χρημάτων θα αποτελέσει τρόπο για την επίλυση των περισσότερων προβλημάτων τους και θα τους καταστήσει ευτυχισμένους. Σε έναν βαθμό, αυτό είναι εύλογο, γιατί το χρήμα μπορεί να αποτελέσει σημαντικό δίαυλο για την πρόσβαση στην παιδεία, την πνευματική εξέλιξη μέσω ταξιδιών αλλά και την προσφορά βοήθειας σε συνανθρώπους μας, σε ευαγή ιδρύματα που έχουν έλλειψη στοιχειωδών αναγκών. Παρόλα αυτά, η απόκτηση χρημάτων δεν συνεπάγεται αυτόματα και την επέλευση της ευτυχίας, αν ο καθένας μας ατομικά δεν έχει επικοινωνία με τον βαθύτερο εαυτό του, πράγμα που θα ίσχυε και στην περίπτωση που η χώρα μας βρισκόταν σε οικονομική άνθιση.

Σε αυτό μπορεί να προστεθεί το γεγονός ότι τα Μ.Μ.Ε. και τα social media προβάλλουν λανθασμένα πρότυπα συμπεριφοράς και ζωής. Για παράδειγμα, προβάλλουν άτομα, κυρίως, χωρίς παιδεία, χωρίς μορφωτικό επίπεδο, «φθηνά» ως προς τις ηθικές τους αξίες και αρχές, αγενείς, νάρκισσους, νεόπλουτους, φιλοχρήματους, αλαζόνες, χυδαίους και πρόστυχους. Υποσυνείδητα γίνεται προσπάθεια πλύσης του ανθρώπινου εγκεφάλου ότι με αυτόν τον τρόπο πρέπει να ζούμε, δηλαδή ως προς τις κοπέλες το σημερινό πρότυπο ζωής είναι να βγάζουμε προκλητικές φωτογραφίες στα social media και να παίρνουμε χιλιάδες likes, να διαφημίζουμε συνεχώς προϊόντα ομορφιάς, περιποίησης, ενδύματα, αξεσουάρ, μέσα από διαγωνισμούς, λες κι έχουμε ένα τηλεοπτικό παζάρι, να διάγουμε πολυτελή βίο ταξιδεύοντας σε διάφορες χώρες, να επιδεικνύουμε την πλουσιοπάροχη ζωή μας, ποζάροντας με λάγνο βλέμμα ξεβράκωτες σαν πορνοστάρ μέσα στα χλιδάτα ξενοδοχεία, καθώς και να έχουμε ύφος πολλών καρδιναλίων ή αντιθέτως, χαμογελώντας αφελώς (έως και βλακωδώς – λες και ερχόμαστε από άλλον πλανήτη), γράφοντας κάτω από την λεζάντα της εκάστοτε φωτογραφίας κάποιο απόφθεγμα που θα βρούμε στο Ίντερνετ. Επί της ουσίας, μία κοπέλα που είναι γύρω στην ηλικία μου, ήτοι γύρω στα 25, για να είναι ευτυχισμένη, «πρέπει» να κάνει όλα τα ανωτέρω. Άρα, η προσδοκία της να πετύχει την πολυπόθητη ευτυχία πρέπει να υλοποιηθεί μέσω τέτοιου είδους ενεργειών. Αυτή η μόδα βέβαια είναι όλως λαθεμένη και δεν θα διστάσω να την χαρακτηρίσω ως πρότυπο προς αποφυγήν.

Όσον αφορά την κοινωνία είναι ακόμη σημαντικό το να τονιστούν τα εξής αναφερόμενα. Η κοινωνία μας σήμερα είναι πλήρως αποδιοργανωμένη, με το κοινωνικό μίσος να είναι διάχυτο τόσο έξω στους δρόμους όσο και στα κοινωνικά Μέσα δικτύωσης. Φερειπείν, ο κόσμος έχει δικαιολογημένα αγανακτήσει τόπο πολύ με όσα συμβαίνουν γύρω μας που πλέον επιτίθεται λεκτικά και σωματικά απέναντι στα πολιτικά πρόσωπα που σκέφτονται μόνο με βάση το προσωπικό τους συμφέρον, οι οποίοι δεν διστάζουν να προδώσουν την πατρίδα για να αποκτήσουν οικονομικά οφέλη.

Επίσης, παρατηρούμε στα κοινωνικά Μέσα δικτύωσης ότι είναι ολοφάνερος τόσο ο εθνικός διχασμός όσο και η μεταξύ μας καχυποψία. Πιο συγκεκριμένα, κάτω από μία εικόνα, ή ένα άρθρο μιας ιστοσελίδας ή ένα status, η επιφυλακτικότητα, το χυδαίο υβρεολόγιο και η αγανάκτηση επικρατούν και σε έναν μεγάλο βαθμό, φυσικά, δικαιολογημένα. Ακόμη, όσο χειροτερεύει η πολιτική κατάσταση στην χώρα μας, τόσο πιο πολύ αυξάνονται τα κρούσματα βίας σε εξωτερικούς χώρους, η ενδοοικογενειακή βία, το σχολικό bullying και η εργασιακή εκμετάλλευση σε συνθήκες σκλαβιάς. Αυτά, όμως, θα αναλυθούν εκτενώς σε επόμενα άρθρα. Κι εδώ, πάντως, υπογραμμίζεται ότι οι προσδοκίες για ένα καλύτερο μέλλον -ίσως και σε υπερθετικό βαθμό- καταρρίφθηκαν πλήρως μέσα σε τέσσερα χρόνια, οδηγώντας στο άλλο άκρο, δηλαδή στο απόλυτο κοινωνικό χάος.

Παράλληλα, από δω και στο εξής θα γίνει εκτενέστερη και βαθύτερη ανάλυση στις προσδοκίες του ατόμου ως οντότητα και στη συνέχεια στην αλληλεπίδρασή του με τους γύρω του. Η ανάλυση αυτή συνδέεται άρρηκτα και με όλα τα παραπάνω, γιατί η αρχή και η ουσία της βρίσκονται σε αυτά που θα παρατεθούν. Έτσι, λοιπόν, ετυμολογικά ξεκινώντας, η λέξη προσδοκία προέρχεται από την πρόθεση «προς» και το αρχαίο ρήμα «δοκέω-ώ» που σημαίνει πιστεύω, θεωρώ, νομίζω, φαντάζομαι, υποθέτω και αποφασίζω. Η «προσδοκία», δηλαδή, έχει μέσα της ορμητικότητα και κίνηση των σκέψεων του νου, που δεν έχουν εξωτερικευθεί και λάβει την υλική μορφή, την πράξη. Ως προς τον συναισθηματικό κόσμο του ατόμου, διακατέχεται από το συναίσθημα του ενθουσιασμού. Αφού, λοιπόν, η προσδοκία βρίσκεται στον νου, κρύβει μέσα της κάτι ιδεατό, έχει δε και το στοιχείο του «ονείρου», δεν μπορεί παρά να συνδέεται άρρηκτα με τα ενδιάθετα στοιχεία του ατόμου (τα παραγωγικά αίτια της βούλησης – που λέμε και στα νομικά), τις προσλαμβάνουσες, τις κλίσεις, τα ταλέντα, τις αρετές, τα χαρίσματα, τα πλεονεκτήματα, τα μειονεκτήματα και τον βαθμό ευαισθησίας του κάθε ατόμου.

 

Ως προς την ευαισθησία, αξίζει να διατυπωθεί ότι αφορά την άριστη αντιληπτική ικανότητα του ατόμου να λαμβάνει τα λεκτικά και εξωλεκτικά μηνύματα του περιβάλλοντός του, να τα επεξεργάζεται μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, να τα αποκωδικοποιεί και έπειτα να αντιδρά αναλόγως. Η τελευταία συνδέεται φυσικά και με τη συναισθηματική νοημοσύνη του ατόμου και βέβαια δεν μπορεί παρά να συνδέεται πάρα πολύ έντονα με τις προσδοκίες του. Συνήθως, μάλιστα, απογοητεύονται τα ευαίσθητα άτομα από την διάψευση των προσδοκιών τους, επειδή συνηθίζουν να θέτουν πολύ ψηλά τον πήχη των στόχων τους και συνειδητοποιούν ότι οι υπόλοιποι άνθρωποι γύρω τους δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο δικό τους ιδεατό πρότυπο.

Οι προσδοκίες, όμως, συνδέονται άμεσα και εξαρτώνται από τις εμπειρίες του ατόμου. Πιο συγκεκριμένα, τα βιώματα είναι ο πιο αποτελεσματικός γνωστικός τρόπος μάθησης για ένα άτομο. Ο καθένας από εμάς είναι διαφορετικός κι έχει βιώσει με διαφορετικό τρόπο τις εμπειρίες του από την γέννησή του μέχρι σήμερα, ακόμη και αν πρόκειται για κοινές εμπειρίες με άλλα άτομα, οποιουδήποτε κύκλου. Τα βιώματά του δημιουργούν και τις αντίστοιχες προσδοκίες του για την μετέπειτα εξέλιξή του. Για παράδειγμα, ένα κακοποιημένο παιδί έχει διαφορετικές προσδοκίες από κάποιο άλλο που έχει ανατραφεί σε ένα υγιές οικογενειακό περιβάλλον. Άρα, οι προσδοκίες συνδέονται πρωτίστως με το οικογενειακό μας περιβάλλον (π.χ. γονεϊκά πρότυπα και αδελφικές σχέσεις).

Επιπλέον, οι προσδοκίες συνδέονται και με τις εμπειρίες που βιώσαμε στο σχολικό μας περιβάλλον, στο πανεπιστήμιο (ή τελοσπάντων σε οποιοδήποτε άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα), καθώς και το εργασιακό μας περιβάλλον. Κι εδώ η γνώση που έχουμε αποκτήσει είναι βιωματική, μοναδική και συνεπάγεται για τον καθένα από εμάς ξεχωριστά την δημιουργία διαφορετικών προσδοκιών. Όταν, λοιπόν, αλληλεπιδρούμε με τους υπόλοιπους ανθρώπους του αντίστοιχου κύκλου, όπως έχει αναλυθεί σε άλλο άρθρο του περιοδικού, συνήθως έχουμε αυταπάτες και σκεφτόμαστε με βάση τα δικά μας κριτήρια (π.χ. παιδεία, μορφωτικό επίπεδο, κλίσεις, ταλέντα, βαθμός ευαισθησίας) και επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες που λαμβάνουμε μέσα από το δικό μας φίλτρο. Βλέπουμε στους άλλους αυτό που θέλουμε να δούμε και πιο συγκεκριμένα αυτό που μας λείπει κι έχουμε περισσότερο ανάγκη, εθελοτυφλώντας και παραβλέποντας να αναγνωρίσουμε την πραγματική εικόνα των άλλων. Αυτό μπορεί να συμβεί σε οποιαδήποτε ανθρώπινη σχέση, είτε συναλλακτική (βλ. προσδοκία δικαιώματος στο αστικό δίκαιο για την απόκτηση της κυριότητας ενός πράγματος) είτε διαπροσωπική. Όταν οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες μας, τότε απογοητευόμαστε, άλλοτε περισσότερο κι άλλοτε λιγότερο. Οι άλλοι είναι ο τρόπος για να αναπτυχθούμε ή για να θεραπεύσουμε τις πληγές και τα ψυχικά τραύματά μας, να ζήσουμε ό,τι έχουμε απωθημένο και υποσυνείδητα να βρούμε την αποδοχή που δεν έχουμε βρει στους στενούς μας κύκλους. Οι άλλοι αποτελούν την τελευταία επιλογή για να καλύψουμε αυτό το κενό γιατί συγχρόνως ο χρόνος τρέχει και η ζωή μας επί της γης τελειώνει.

Σε άμεση συνάρτηση με τα ανωτέρω, οι άνθρωποι ορρωδούμε μπροστά στο άγνωστο και στον θάνατο. Στη προσπάθειά μας να μην αφήσουμε ανεκπλήρωτες τις επιθυμίες μας, γιατί καθώς μεγαλώνουμε επέρχεται η φυσική φθορά του σώματος και του πνεύματος, ακόμη κι αν υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις (π.χ. βελτίωση της πολιτικής κατάστασης της χώρας σε είκοσι χρόνια) δεν θα είμαστε σε θέση να τα πραγματοποιήσουμε. Η πίστωση χρόνου που θα μπορέσουμε να πάρουμε είναι περιορισμένη. Έτσι, αρχίζουμε να έχουμε υψηλές απαιτήσεις από τον εαυτό μας, αγχωνόμαστε, πιεζόμαστε και στη συνέχεια έχουμε υψηλές απαιτήσεις και από τους άλλους για την επίτευξη στόχων μας (π.χ. επαγγελματική αποκατάσταση, επιτυχημένη ερωτική σχέση που μπορεί να οδηγήσει και στον γάμο). Αυτή η προσπάθειά μας να κερδίσουμε χρόνο μας αγχώνει πιο πολύ και μας καθιστά στη πραγματικότητα ανεπαρκείς και δυστυχισμένους, όποτε διαψεύδονται οι προσδοκίες μας.

Συνειδητοποιώντας ότι τόσο εμείς όσο και οι άλλοι έχουμε πολλά άγνωστα στοιχεία για τους εαυτούς μας που βρίσκονται στα άδυτα της ψυχής μας και ότι αυτά που δείχνουμε και μας δείχνουν οι άλλοι είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρούμε. Ειδικότερα, για να ταιριάξουμε με έναν άνθρωπο σε οποιουδήποτε είδους σχέση ή για να πιστέψουμε σε αυτόν (π.χ. σε έναν πολιτικό ηγέτη), χρειαζόμαστε, ανάλογα με την στενότητα της σχέσης, την επικοινωνία, την ειλικρίνεια, τον σεβασμό, την καλλιέργεια της εμπιστοσύνης, την αποδοχή, την εκτίμηση, την χαρά στις ευχάριστες στιγμές και την αλληλοϋποστήριξη στις δύσκολες στιγμές. Στις, δε, ερωτικές σχέσεις (μιλώντας πάντοτε για ενήλικες) sine qua non στοιχείο είναι προσθετικά και το σεξ, το οποίο πρέπει να γίνεται με σεβασμό, επικοινωνία και σκοπό την ευχαρίστηση και των δύο πλευρών.

Ειρήσθω εν παρόδω, ως προς τις διαπροσωπικές σχέσεις είναι απαραίτητο να γίνει μνεία στο ακόλουθο λανθασμένο στερεότυπο με το οποίο έχουν ανατραφεί γενιές γυναικών και βασίζεται σε όλως λανθασμένες προσδοκίες. Πιο συγκεκριμένα, τα κορίτσια έχουν μάθει να περιμένουν τον πρίγκιπα του παραμυθιού κι αργότερα, στις κινηματογραφικές ταινίες και στα σίριαλ, έχουν γαλουχηθεί με το πρότυπο του «αλήτη», που ξαφνικά γυρίζει πίσω στη γυναίκα που πλήγωσε αλλά έχει αλλάξει χαρακτήρα και έχει μετατραπεί σε «καλό παιδί»(!). Οι κοπέλες, κι αργότερα οι γυναίκες, μέσα από την βιωματική τους εμπειρία και συναναστροφή τους με το ανδρικό φύλο, μαθαίνουν την σκληρή πραγματικότητα και εκεί είναι που διαψεύδονται πλήρως οι προσδοκίες τους, ερχόμενες αντιμέτωπες με απαίδευτους, ανώριμους, χλιαρούς και κυρίως φοβισμένους άντρες να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Οι σχέσεις είναι δούναι και λαβείν. Ο διδούς, όταν μόνο δίνει χωρίς να παίρνει και έχει την προσδοκία ότι θα λάβει, αλλά τελικά δεν λαμβάνει, απογοητεύεται, ήτοι το άλλο άτομο πέφτει στα μάτια του και χάνει την αίγλη και την γοητεία με τις οποίες το περιέβαλε. Ο δε λαβών, εάν δεν προσφέρει και συνειδητοποιήσει την απογοήτευση του διδόντα, τότε θα παραξενευτεί από αυτήν την αντίδραση. Σε τέτοιου είδους σχέσεις, βέβαια, η οριστική διάλυσή τους είναι η πιο δημοκρατική και ορθή λύση.

Ως εκ τούτου, επειδή οι προσδοκίες είναι ανθρώπινα δημιουργήματα που δεν έχουν λάβει υλική μορφή κι επειδή ό,τι είναι ανθρώπινο είναι φύσει ατελές, σφάλλει και διαπράττει λάθη, όσο μεγαλώνουμε και κυρίως όσο ωριμάζουμε, είναι ωφέλιμο να μετριάσουμε τις προσδοκίες μας, τόσο από τον εαυτό μας αλλά περισσότερο από τους άλλους. Αρχικά, ο καθένας μας έχει τις δικές του μοναδικές εμπειρίες και μέσα από αυτές μπαίνει στα αχαρτογράφητα νερά της ψυχής του, γνωρίζοντας τον εαυτό του. Αν, λοιπόν, κάποιος δεν προτίθεται και δεν προσπαθήσει να γνωρίσει τον εαυτό του, δεν θα μπορεί να ερμηνεύσει (όχι να δικαιολογήσει) ό,τι θα συμβεί σε όλες τις εκφάνσεις του βίου του, τόσο του δημόσιου όσο και του ιδιωτικού.

Επίσης, σε άμεση συνάρτηση με το ανωτέρω, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν είμαστε το επίκεντρο, ούτε οι μοναδικές υπάρξεις επάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Το να βλέπουμε τις καταστάσεις με ταπεινοφροσύνη και εγκράτεια μπορεί να μας γλυτώσει από περιττή σπατάλη ενέργειας, υπερανάλυση και περιττά αρνητικά συναισθήματα. Βέβαια, εάν κάποιος προσβάλλει τον σκληρό πυρήνα των αξιών μας και νιώσουμε προσβεβλημένοι, οφείλουμε να τον υπερασπιστούμε στον προσήκοντα βαθμό, έχοντας κατά νου ότι η συγκεκριμένη προσβλητική ενέργεια αντιπροσωπεύει την ποιότητα του συγκεκριμένου ατόμου και όχι εμάς. Έτσι, λοιπόν, όταν έχουμε μετριάσει τις προσδοκίες μας απέναντι στους άλλους, μπορούμε να αντιμετωπίσουμε κατάματα όλους τους φόβους που λανθάνουν κάτω από αυτές. Ταυτόχρονα, αναγνωρίζουμε την αξία μας, όλα όσα έχουμε καταφέρει έως τώρα αλλά και όλα όσα προσπαθήσαμε να κάνουμε αλλά δεν κάναμε με επιτυχία.

Το τελευταίο συνδέεται φυσικά και με την ανάληψη δράσης για την περαιτέρω εξέλιξή μας. Πιο συγκεκριμένα, αποδεχόμαστε την κατάσταση ως έχει, διαπραγματευόμαστε από δω και πέρα με όσα ήδη έχουμε και όχι με αυτά που προσδοκούμε ότι θα αποκτήσουμε, θέτουμε μικρούς και ρεαλιστικούς στόχους και στη συνέχεια προσπαθούμε να δούμε με ποιον τρόπο μπορούμε να πετύχουμε τον στόχο μας (π.χ. απόκτηση μιας νέας δεξιότητας, συναναστροφή με διαφορετικό κύκλο ατόμων, ανοιχτόμυαλων, έτοιμων, αισιόδοξων, ευγνωμόνων). Για να πετύχουμε, μάλιστα, αυτό που επιθυμούμε χρειαζόμαστε πειθαρχία, οργάνωση, πρόγραμμα, ξεκινώντας από την ημέρα, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κομμάτια της, δίνοντας αξία στην καθημερινότητά μας και τροποποιώντας το πρόγραμμα όποτε αυτό δεν βγαίνει. Έτσι, οι προσδοκίες απέναντι στον εαυτό μας είναι πιο άμεσα πραγματοποιήσιμες και είναι πολύ λιγότερες από τους άλλους.

Επιλογικά, ο Ουίλιαμ Σαίξπηρ έχει πει ότι: «Αισθάνομαι πάντα ευτυχισμένος. Ξέρεις γιατί; Διότι δεν προσδοκώ τίποτα από κανέναν. Οι προσδοκίες πάντα πληγώνουν». Ατενίζοντας όσα συμβαίνουν σε όλες τις εκφάνσεις του βίου μας με κριτικό πνεύμα, θα είμαστε περισσότερο ευγνώμονες και λιγότερο απογοητευμένοι…

*Η Άννα Παυλίδου είναι ασκούμενη δικηγόρος και δημοσιογράφος.

No related posts.