Η «Κομψών Αιλούρων Τάξις» του… Έλληνα Λάβκραφτ

«Λαχταρώ έναν κόσμο εξαίσιου και γιγάντιου μυστηρίου, λάμψης και τρόμου, στον οποίο δεν βασιλεύει άλλος περιορισμός εκτός από τα όρια μίας ανεμπόδιστης φαντασίας» (επιστολή του Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ στον Μπέλναπ Λονγκ).

Ο Χάουαρντ Φίλλιπς Λάβκραφτ γεννήθηκε στις 20 Αυγούστου 1890 στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ των Η.Π.Α. και πέθανε στις 15 Μαρτίου 1937. Πρόκειται για ακόμη έναν συγγραφέα που ήταν «…μαγεμένος από τους ελληνικούς μύθους, έστω και στην τευτονική τους μορφή, ώσπου τράβηξε την προσοχή μου ένα μικρό βιβλίο στην προσωπική βιβλιοθήκη της μεγαλύτερης θείας μου: η Οδύσσεια. Από το πρώτο κεφάλαιο ακόμη κι ώσπου να φτάσω στις τελευταίες σελίδες ήμουν πλέον για πάντα Έλληνας».

Όπως όλοι όσοι ασχολούνται με το έργο του Χ. Φ. Λ., επιθυμώ και εγώ να καταθέσω την εμπειρία μου από την πρώτη φορά που ήρθα σε επαφή με κάποιο διήγημά του. Ήταν το 1987 μέσα από τη συλλογή «Επτά Παράξενα Διηγήματα» των εκδόσεων Ωρόρα, που μου χάρισε ο δημοφιλής σήμερα καλλιτέχνης, Μανώλης Φάμελλος. Και ο συγγραφέας της καλύτερης βιογραφίας του στα ελληνικά, Παντελής Γιαννουλάκης, λέει: «Νιώθω την υποχρέωση να εξομολογηθώ στον αναγνώστη μου ότι ‘Το Κυνηγόσκυλο’ ήταν το πρώτο γραπτό του Λάβκραφτ που διάβασα, μεταφρασμένο στη συλλογή του Γιώργου Μπαλάνου ‘Διηγήματα Τρόμου’ (εκδόσεις Σελεφαΐς, Ράπτης, Ωρόρα), κάπου γύρω στο 1981, κι από τότε άρχισε η αγάπη μου για το έργο του».

Σύμφωνα με τον Γιαννουλάκη, ο Λάβκραφτ αγαπούσε παθολογικά τις γάτες. Ξέρουμε ότι είχε τουλάχιστον δύο γάτους, σε δύο περιόδους της ζωής του, τον Νίγκερ-Μαν και τον Σαμ Πέρκινς. Θεωρούσε τις γάτες ως ευφυή όντα, συχνά ευφυέστερα από πολλούς ανθρώπους που έβλεπε γύρω του. Μία από τις δεκάδες περίεργες λέσχες που σχημάτιζε μαζί με φίλους του, την είχε ονομάσει (στα ελληνικά) «Κομψών Αιλούρων Τάξις», ένα όνομα πολύ μελετημένο, γιατί τα αρχικά του (Κ.Α.Τ.) σημαίνουν «γάτα» στα αγγλικά. Η αγάπη του αυτή είναι φανερή και στο διήγημά του «Οι Γάτες της Ουλθάρ (The Catsof Ulthar)». Είχε μελετήσει πολλά για τη θεοποίηση των γατών στην αρχαία Αίγυπτο και σε άλλους πολιτισμούς και, γενικά, γοητευόταν από το μυστήριο που περιτριγύριζε την εμφάνιση και τη συμπεριφορά των γατών. Ο ίδιος διηγείται: «Δεν έχω κάποια ενεργή απέχθεια για τους σκύλους, περισσότερο από ότι έχω για τις μαϊμούδες, τους ανθρώπους, τους εμπόρους, τις αγελάδες, τα πρόβατα και τους πτεροδάκτυλους. Μπορώ να πω, όμως, πως δεν μου αρέσει το γεγονός ότι είναι θορυβώδεις, μυρίζουν άσχημα, τους τρέχουν τα σάλια, σ’ ακολουθούν παντού, και δημιουργούν αταξία στο περιβάλλον. Αντίθετα με τις γάτες, οι οποίες χαρακτηρίζονται από αυθεντική αριστοκρατική συμπεριφορά…».

Συνεχώς εξυμνούσε την ομορφιά, την κομψότητα και τη χάρη τους, την ανεξαρτησία τους, και όλες τις άλλες «αριστοκρατικές ποιότητες». «Έτσι λοιπόν, τα σκυλιά είναι χωριάτες και κατοικίδια χωριατών, ενώ οι γάτες είναι τζέντλεμεν και κατοικίδια των τζέντλεμεν…». Έπιανε φιλίες με όλες τις γάτες της κάθε γειτονιάς που έμενε, οι οποίες μάλιστα συνήθιζαν να τον καλούν για να παίξει μαζί τους! Όταν επισκέφθηκε έναν φίλο του (τον Κουκ), κι ένα γατάκι αποκοιμήθηκε στην αγκαλιά του, έμεινε καθισμένος στην πολυθρόνα ακίνητος, ξάγρυπνος όλη τη νύχτα, για να μην το ξυπνήσει! (Χ. Φ. Λάβκραφτ, «Ταξίδι στη μοναξιά του χρόνου», Παντελής Γιαννουλάκης, Αρχέτυπο).

Εκτός από τα διηγήματα του, πολλές και πάντοτε διθυραμβικές είναι οι αναφορές του στις γάτες και στις πολυάριθμες επιστολές του. Στην επιστολή του στον Τζέϊμς Φ. Μόρτον, το 1926, ομολογεί: «Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι όσο πιο καθαρά αισθητικός είναι ένας άνθρωπος τόσο πιθανότερο είναι να προτιμά τις γάτες, αφού η ανώτερη κομψότητα, ομορφιά, συμπεριφορά και τάξη της γάτας δεν μπορεί παρά να κατακτήσει τη φαντασία οποιουδήποτε αντικειμενικού παρατηρητή, χειραφετημένου από τις κοσμικές και ηθικές ψευδαισθήσεις. Στην πραγματικότητα, οι καθαρά αισθητικοί συντελεστές βαραίνουν εξαιρετικά περισσότερο από τους φιλοσοφικούς. Έτσι παρ’ όλο που ένας τζέντλεμαν σέβεται τη γάτα για την ανεξαρτησία, την απόσταση, την αυτάρκεια και τη νηφαλιότητά της, στην πραγματικότητα αγαπά τη γάτα κυρίως εξαιτίας της ασύγκριτης ομορφιάς και της κατά πολύ ανώτερης απαλότητας και καθαριότητας των συνηθειών της, σε σύγκριση με τις συνήθειες των θορυβωδών, βρωμερών, ενοχλητικών, κλαψιάρηδων και ακατάστατων σκύλων. Η γάτα έχει μία γοητεία και μία διάθεση και μία κλασική αυτοσυγκράτηση, των οποίων οι σκύλοι στερούνται ολοκληρωτικά και η έλξη που ασκεί στη φαντασία είναι τεράστια – όλα αυτά εντελώς ανεξάρτητα από θέματα συμπάθειας, αφοσίωσης, εξάρτησης, αποστασιοποίησης, ανωτερότητας ή κατωτερότητας. Πραγματικά, κανένας λογικός εραστής των γατών δεν χρειάζεται να καταφύγει στους προδοτικούς, στερεότυπους όρους της ψυχολογίας. Αγαπάμε τα γατάκια, ο Θεός να ευλογεί τις μικρές φαβορίτες τους και δεν δίνουμε δεκάρα αν είναι ανώτερα ή κατώτερα! Είναι δαιμονικά χαριτωμένα και είναι το μόνο που ξέρουμε και το μόνο που χρειαζόμαστε να ξέρουμε!». (Χ.Φ. Λάβκραφτ, Επιστολές, Αίολος, επιλογή-επιμέλεια: Μάκης Πανώριος, Βασίλης Καλλιπολίτης).

Στο διήγημά του «Οι γάτες της Ουλθάρ» (1920), όπου οι κάτοικοι μίας πόλης μαθαίνουν να σέβονται τις γάτες και νομοθετούν για αυτό: «Λένε ότι στην Ουλθάρ, που βρίσκεται πέρα από τον ποταμό Σκάι, δεν επιτρέπεται σε κανέναν να σκοτώσει γάτα. Το πιστεύω απόλυτα αυτήν τη στιγμή, που κοιτάζω τον γάτο μου να γουργουρίζει κουλουριασμένος μπροστά στη φωτιά. Η γάτα είναι ζώο απόκρυφο. Συγγενεύει με παράξενα πράγματα που οι άνθρωποι δεν μπορούν να δουν. Η γάτα είναι η ψυχή της αρχαίας Αιγύπτου. Υπάρχουν μέσα της θρύλοι απ’ τις ξεχασμένες πόλεις, Μερόη και Οφίρ. Συγγενεύει, επίσης, με τους άρχοντες της ζούγκλας, είναι η κληρονόμος των μυστικών της πανάρχαιης, μαγικής Αφρικής. Η Σφίγγα είναι ξαδέρφη της και τη δική της γλώσσα μιλάει. Η γάτα, όμως, είναι αρχαιότερη απ’ αυτήν, γι’ αυτό και θυμάται πράγματα που εκείνη έχει λησμονήσει». (συλλογή «Η ονειρική αναζήτηση της άγνωστης Καντάθ», Αίολος).

Τέλος, στο δοκίμιο που αφιέρωσε στο θέμα με τίτλο «Γάτες και Σκύλοι», (ArsNocturna, 2012, μετάφραση Παναγιώτης Φάμελλος), ο Λάβκραφτ ονειρεύεται έναν κόσμο όπου: «Το άστρο της γάτας, νομίζω, μόλις αρχίζει να ανατέλλει, καθώς αναδυόμαστε λίγο-λίγο από τις αυταπάτες της ηθικολογίας και της σύμβασης, που θόλωναν τον 19ο αιώνα και ύψωσαν το ασκόπως περιφερόμενο σκυλί στην κορυφή της συναισθηματικής προσοχής. Αν μία αναγέννηση της δύναμης και της ομορφιάς θα αποκαταστήσει το Δυτικό μας πολιτισμό ή αν οι δυνάμεις της αποσύνθεσης είναι ήδη πολύ ισχυρές για οποιοδήποτε χέρι να τις αναχαιτίσει, κανένας δεν μπορεί ακόμη να το πει, αλλά στην παρούσα στιγμή του κυνικού παγκόσμιου ξεμασκαρέματος, μεταξύ της προσποίησης των 18 αιώνων και του δυσοίωνου μυστηρίου των δεκαετιών που ακολουθούν, έχουμε τουλάχιστον μια αναλαμπή της παλιάς παγανιστικής προοπτικής και της παρελθούσας ειδωλολατρικής καθαρότητας και ειλικρίνειας. Και ένα είδωλο φωτισμένο από αυτή τη λάμψη… Η αγέρωχη, η αδούλωτη, η αινιγματική, η αριστοκρατική, η Βαβυλώνια, η ανεπηρέαστη, η αιώνια σύντροφος της ανωτερότητας και της τέχνης -ο τύπος της τέλειας ομορφιάς και ο αδελφός της ποίησης- η μειλίχια, ατάραχη, υποβλητική, και αριστοκρατική γάτα».

Λάβκραφτ, σε ευχαριστούμε για το έργο σου και τις ιδέες που μας χάρισες απλόχερα στον σύντομο βίο σου. Και ας κλείσουμε με την παραίνεσή του «Έσο καλός βιβλιοφάγος». (Επιστολή στον Φρανκ Μπέλναπ Λονγκ, 1930).

No related posts.