Η «Λάθος Χώρα», του Gazmend Kapllani

Στο εξαιρετικό βιβλίο του, «Λάθος Χώρα», ο Gazmend Kapllani διηγείται την ιστορία δύο αδελφών, του Καρλ και Φρεντερίκ από το Τερς της Αλβανίας. Το Τερς, που στα αλβανικά σημαίνει «γκαντεμιά», δεν είναι μία πραγματική πόλη, αλλά αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα.

Ο πατέρας των δύο αδελφών είναι ένας ένθερμος υποστηρικτής του Στάλιν, που ονομάζει, έτσι, τους δύο γιους του προς τιμήν του Μαρξ και του Έγκελς. Πρόκειται για δύο αδέλφια με εντελώς διαφορετικές κοσμοθεωρίες. Ο Καρλ είναι ένας κοσμοπολίτης, που μετά από 25 χρόνια διαμονής στην Ελλάδα, ως μετανάστης και -πλέον- καταξιωμένος συγγραφέας, εγκαταλείπει την Αθήνα της κρίσης και φεύγει για Αμερική, όπου διαμένει για κάμποσο χρονικό διάστημα. Επιστρέψει, όμως, στη γενέτειρα πόλη του για να βρεθεί στην κηδεία του πατέρα του. Ο Φρεντερίκ, αντίθετα, δεν εγκαταλείπει ποτέ το Τερς και είναι αποφασισμένος να μείνει εκεί για πάντα. Είναι ένας θιασώτης της παράδοσης.

Περιγράφοντας το Τερς ως μία μικρή βαλκανική κωμόπολη, που η ιστορία του ξενικά από την εποχή της Τουρκοκρατίας, ο Kapllani μας δίνει πολλά στοιχεία για τους Τερσιανούς. Πρόκειται για μία κοινωνία συντηρητική, όπου οι άνθρωποι είναι πιστοί στις παραδόσεις και αυτό που καθορίζει τις ζωές τους είναι η αβάσταχτη εξουσία της κοινής γνώμης. Ο Καρλ προσπαθεί να φωτίσει το παρελθόν της οικογένειάς του και της πατρίδας του, ενώ ο Φρεντερίκ δεν θέλει να θυμάται το σκοτεινό παρελθόν και τα ζοφερά χρόνια που πέρασε.

Το ταξίδι του Καρλ ξεκινά από την Αλβανία το 1991, τη χρονιά που καταρρέει το κομουνιστικό καθεστώς του παρανοϊκού δικτάτορα, Ενβέρ Χότζα, και οι άνθρωποι προσπαθούν να βγουν από την απομόνωση, ταξιδεύοντας προς τη γη της ελευθερίας. Για τον Καρλ, αυτό το ταξίδι έχει ως πρώτη στάση την Ελλάδα, όπου μετά το πολυπόθητο χαρτί της άδειας παραμονής που αποκτά, είναι αποφασισμένος να ενταχθεί σε αυτήν τη νέα κοινωνία, σε αυτήν την άγνωστη για αυτόν χώρα. Η ένταξή του, όπως και για κάθε μετανάστη σε μία νέα χώρα, είναι πρώτα από όλα γλωσσική. Ο ίδιος, ως γλωσσομαθής (η εκμάθηση ξένων γλωσσών ήταν γι’ αυτόν ένας τρόπος φυγής από την ζοφερή και ανυπόφορη πραγματικότητα που ζούσε στην Αλβανία την εποχή του κομουνισμού), βάζει στοίχημα με τον εαυτό του για να κατακτήσει αυτό το αρχαίο κάστρο που λέγεται Ελληνική Γλώσσα.

Οι δυσκολίες και οι περιπέτειες πολλές. Η συνάντηση με την Κλειώ στην Ομόνοια και η μετέπειτα σχέση μαζί της θα είναι ένα δυνατό στήριγμα. Είναι αποφασισμένος και το πρώτο βήμα που κάνει είναι να σπουδάσει στο Ελληνικό Πανεπιστήμιο. Να ανακαλύψει αυτόν τον αμύθητο θησαυρό που λέγεται ελληνική γλώσσα. Βγαίνει νικητής. Γράφει σε μόα από τις μεγαλύτερες ελληνικές εφημερίδες και αποκτά το δικό του αναγνωστικό κοινό. Το δεύτερο σκαλοπάτι προς τη δόξα είναι η συγγραφή βιβλίου. Το «Σύνδρομο Συνόρογλου» γίνεται best seller και η καταξίωσή του ως συγγραφέας είναι πλέον γεγονός. Αυτή η επιτυχία του, ενός μετανάστη προερχόμενου από ένα κομουνιστικό καθεστώς, όπως ήταν η Αλβανία, που όχι απλώς καταφέρνει να ενταχθεί στην ελληνική κοινωνία αλλά να γίνεται και επιτυχημένος συγγραφέας, αποτελεί καρφί στο μάτι για τις ρατσιστικές ομάδες και το παρακράτος.

Νιώθοντας την απειλή και από ένστικτο, με την πρώτη ευκαιρία που του παρουσιάζεται, μεταναστεύει στην Αμερική. Ανακοινώνοντας την απόφασή του στον πάτερά του, εκείνος, με στενάχωρο ύφος, τον ρωτά: «Δεν κουράστηκες, Καρλ, που πέρασες όλη σου τη ζωή μιλώντας τις γλώσσες των άλλων;».

Σε αυτό το υπέροχο μυθιστόρημα, που διαβάζεται απνευστί, μπορούμε να πούμε ότι η ιστορία του Καρλ μοιάζει πολύ με την ιστορία του συγγραφέα. Το βιβλίο είναι ένα πάντρεμα του αυτοβιογραφικού στοιχείου και της φαντασίας. Ο ίδιος, μέσα από την αφήγησή του μας μιλάει για το τίμημα του να μην ανήκει κανείς σε καμία χώρα, πάρα μόνο στον εαυτό του, το οποίο ο ίδιος έχει πληρώσει πολλές φορές.

Related posts:

  1. Η ψιθυριστή κραυγή όλων των ανθρώπων